Supreme Court allows appeal against single-judge court ruling on pension calculation errors and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding pension calculations. The appellant argued the court erred by applying a statutory cap to her pension, which was later declared unconstitutional, and failed to use the old calculation method for her 2007 retirement. The court accepted these arguments as substantive grounds, finding the lower court's application of the law incorrect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal when the lower court incorrectly applies a statutory cap that has been declared unconstitutional or fails to apply a transitional provision requiring the old calculation method.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 382 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσαλίδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε." το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βιτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1180/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 11846/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2019 αίτησή της και τους από 17-2-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. β', υποπερ. β' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016), με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού) προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Μονομελούς Πρωτοδικείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.01.2017 στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 07-12-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 112059/175/18-12-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1787/2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 11846/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, αφορώσας εργατική διαφορά, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 31282871995002100073/2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300,00) ευρώ, για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (Α.Ε.Δ. 3, 4/2014).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 17-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 30/18-02-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 του ΚΠολΔ, με αριθμό 11846/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 10-03-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 254/11-03-2016 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε. " , κατά της με αριθμό 1180/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 29-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 646/08-05-2015 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας Δ.
Π. του Μ.. Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή της έφεσης αυτής, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 18-12-2019 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 21-12-2017, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης, ο από 17-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 30/18-02-2022 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ασκήθηκε παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 18-02-2022 και επίδοση αυτού την ίδια ημέρα στο αναιρεσίβλητο - καθού ο πρόσθετος λόγος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 11378/18-02-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.
Σ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 22-03-2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι : " Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου " και ότι : " Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει ", παράγεται δέσμευση του κοινού νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η εν λόγω δέσμευση του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει την, με ίσους όρους, συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία.
Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου, στο παρεχόμενο από τον ασφαλιστικό φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Η προϋπόθεση αυτή υφίσταται όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο καταβάλλεται το εφάπαξ βοήθημα, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά και με τη συμμετοχή άλλων, ιδίως κοινωνικών, πόρων ή ουσιωδών επιβαρύνσεων τρίτων.
Όταν, όμως, το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει, επομένως, αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και, παρά ταύτα, θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον, από την ίδια διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν (Α.Π. 1464/2019, Α.Π. 974/2019, Α.Π. 816/2014, Α.Π. 787/2014) Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ.
Φ46/3239/23-2-1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 108), ορίζεται, στο άρθρο 2 παρ. 2 αυτής, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο Κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγείται το εφάπαξ βοήθημα και στο άρθρο 9 παρ. 3 αυτής, ότι : " Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι :
α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3%, που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3%, που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας ".
Εξάλλου, η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση, στο άρθρο 34 ορίζει ότι : " 1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (εννοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος, υπό τις προϋποθέσεις : α) [...], β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών και δικαιωθούν συντάξεως 2.
Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα : 4% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ... ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής αποδόσεως, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.). 4.
Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών, ως εξής : Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από την διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%.
Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος, δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος ". Περαιτέρω, το άρθρο 37 παρ.1 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993 " Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι : " Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους ".
Εξάλλου, ο ίδιος Ν. 2084/1992, στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο " Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 ", ορίζει τα εξής : " 1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών : Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής και Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε.
και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας " Η Εθνική ", που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 2)..., 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1. 1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειώνεται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης ". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η παρεχόμενη στους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση - βοήθημα, έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού καταβάλλεται από το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου, που σχηματίζεται αποκλειστικά από εισφορές των εργαζομένων - ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας.
Η εισφορά δε της εργοδότριας Τράπεζας, η οποία (εισφορά), μάλιστα, μειούμενη από 01-01-1993 κατά το 1/10 ετησίως, μέχρι καταργήσεώς της, έχει καταργηθεί από 01-01-2002, αποτελούσα αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, είναι και αυτή ποσοτικά ανάλογη των αποδοχών του εργαζομένου - ασφαλισμένου, όπως και η εισφορά του τελευταίου και δεν μπορεί παρά να εξομοιώνεται, από την άποψη του χαρακτηρισμού της εφάπαξ αποζημιώσεως, ως ανταποδοτικής ή μη, με την εισφορά του ασφαλισμένου.
Κοινωνικοί πόροι δεν προβλέπονται, ούτε και ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων, υπό την έννοια της πρόβλεψης και καταβολής αυτών σταθερά και μόνιμα, έτσι ώστε να μπορούν βασίμως να συνυπολογισθούν στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, από το οποίο προέρχεται η εφάπαξ αποζημίωση. Και ναι μεν στις ως άνω περιπτώσεις γ' έως ε' της παρ. 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπονται ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (όπως από τις ασφαλιστικές εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα αυτά, όμως, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συμβάλλουν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του παραπάνω Κλάδου Πρόνοιας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση, μετά την 01-01-1993, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση ανωτάτου ορίου, στην καταβαλλόμενη από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προς τους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, εφάπαξ αποζημίωση, εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους ή και των δύο, έχουν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις και δικαιούνται αναλογικά μεγαλύτερη, από το ανώτατο όριο, εφάπαξ αποζημίωση, σε σχέση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλότερων αποδοχών τους, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο ποσό εφάπαξ αποζημίωσης.
Η διάκριση δε αυτή, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης ισορροπίας, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να αναμένεται από αυτόν, στα πλαίσια της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (Α.Ε.Δ. 5/2007, Ολ.
Α.Π. 17/2005). Εξάλλου, με Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (αρ. Φ.80000/23358/2004 ΦΕΚ Β' αρ. 2/2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 6 Ν. 3029/2002, ο Κλάδος Προνοίας του εν λόγω ταμείου που μέχρι τότε ήταν Ν.Π.Δ.Δ., μετετράπη σε Ν.Π.Ι.Δ., που κατέστη καθολικός διάδοχός του.
Με την ίδια απόφαση, εγκρίθηκε και το καταστατικό του τελευταίου νομικού προσώπου, το οποίο από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ (07-01-2004), επέχει ισχύ νόμου. Η μετατροπή του κλάδου αυτού σε Ν.Π.Ι.Δ., δεν μετέβαλε το σκοπό του, ο οποίος είναι η χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους σε αυτό και στα μέλη της οικογένειας των ασφαλισμένων, που πεθαίνουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του καταστατικού του, ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 31 του προϊσχύσαντος καταστατικού.
Τέλος, στο άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου, το οποίο αφορά μεταβατικές διατάξεις, ορίζονται τα εξής: " Για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού, δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν.2084/1992)".
Με τη διάταξη, λοιπόν, αυτή ορίζεται ρητά ότι για πέντε έτη από της ενάρξεως εφαρμογής του νέου Καταστατικού θα ισχύουν και οι διατάξεις, που αφορούν τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, του παλαιού Καταστατικού, το οποίο και είναι το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Α.Τ.Ε. και συγκεκριμένα με τον υπολογισμό του άρθρου 34 αυτού, με τον περιορισμό του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, όσον αφορά το ύψος του καταβαλλόμενου ποσού, αν και η διάταξη αυτή, με τις με αριθμούς 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και τη με αριθμό 17/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κρίθηκε αντισυνταγματική και, συνακόλουθα, μη εφαρμοστέα (Α.Π. 667/2015, Α.Π. 215/2015, πρβλ.
ΣτΕ 176/2009).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην από 29-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 646/08-05-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών εξέθετε ότι προσελήφθη στις 25-06-1981, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. " και ότι στις 29-10-2007, έχοντας συμπληρώσει στην υπηρεσία της ανωτέρω τράπεζας συνολικό χρόνο 26 ετών και 6 ημερών, αποχώρησε από αυτήν, υποβάλλοντας αίτηση παραίτησης, η οποία έγινε δεκτή.
Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, το οποίο είναι καθολικός διάδοχος του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Εργαζομένων Α.Τ.Ε., χορήγησε σε αυτήν εφάπαξ βοήθημα, το οποίο υπολόγισε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος Καταστατικού του στο ποσό των πενήντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων ενός ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (58.601,28), ενώ θα έπρεπε να υπολογίσει αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του, που ορίζει ότι όσοι υπάλληλοι αποχωρήσουν σε διάστημα μίας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του Καταστατικού αυτού, δηλαδή από 09-02-2004 μέχρι 09-02-2009, δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό Καταστατικό και πλαφόν ν. 2084/1992) και το άρθρο 34 του παλαιού Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Α.Τ.Ε., χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, το οποίο κρίθηκε αντισυνταγματικό με τις με αριθμούς 3, 4 και 5 /2007 αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να λάβει το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (70.677,26).
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει κυρίως με βάση τις ως άνω διατάξεις του Καταστατικού του, άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 904 επ.), ως διαφορά μεταξύ χορηγηθέντος και δικαιουμένου εφάπαξ βοηθήματος, το χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων εβδομήντα πέντε ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (12.075,98), με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα υποχρέωσης καταβολής αυτού, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 , ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1180/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την επικουρική αυτής βάση και δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της κατά την κύρια βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 10-03-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 254/11-03-2016 έφεσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 11846/2017 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, στη συνέχεια, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη [ αναιρεσείουσα ] προσελήφθη την 25-06-1981, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ".
Την 29-10-2007, έχοντας συμπληρώσει στην υπηρεσία της ανωτέρω τράπεζας συνολικό χρόνο 26 ετών και 6 ημερών, αποχώρησε από αυτήν υποβάλλοντας αίτηση παραίτησης, η οποία έγινε δεκτή. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν [ αναιρεσίβλητο ] χορήγησε σε αυτήν εφάπαξ βοήθημα, το οποίο υπολόγισε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος Καταστατικού του στο ποσό των 58.601,28 ευρώ.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την Πράξη Νο 3128/30-10-2008 αναπροσαρμογής εφάπαξ, το ανωτέρω ποσό υπολογίστηκε ως εξής : Μ.Ο. τριετίας 2.543,90 ευρώ Χ 312,0/12Χ 0,886Χ 1 = 58.601,28 ευρώ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του ισχύοντος καταστατικού του εναγομένου, το ποσό που θα προέκυπτε με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν ν. 2084/1992) θα ήταν 46.066,61 ευρώ (βλ.
Πράξη 3128/2008 αναπροσαρμογής εφάπαξ), δηλαδή μικρότερο του ως άνω χορηγηθέντος. Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι το εναγόμενο, κατά τον υπολογισμό του ποσού εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούτο η ενάγουσα, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος καταστατικού του, σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 και ουδόλως εφάρμοσε το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, που όριζε ανώτατο όριο (πλαφόν) του εφάπαξ βοηθήματος και κρίθηκε αντισυνταγματικό με τις με αρ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.
Δηλαδή δεν πρόκειται για περιορισμό του ποσού που θα προέκυπτε με βάση το παλαιό καταστατικό στο ποσό του πλαφόν, που οριζόταν με τον ν. 2084/1992, που κρίθηκε αντισυνταγματικός, αλλά για νέο υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, με βάση το νέο (ισχύον) καταστατικό και τις αναλογιστικές μελέτες του εναγομένου.
Η παραπομπή με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη του ισχύοντος καταστατικού του εναγομένου, μεταξύ άλλων, και στο πλαφόν του ν. 2084/1992, είναι στοιχείο προσδιοριστικό των κατωτάτων ορίων του εν λόγω εφάπαξ βοηθήματος και όχι του ανώτατου ορίου του, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για συνταγματικά ανεπίτρεπτο προσδιορισμό του, κατά την έννοια των ανωτέρω αποφάσεων του Α.Ε.Δ., γεγονός περί του οποίου δεν πρόκειται [ ... ].
Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, ελήφθη υπόψη στην προκείμενη περίπτωση το εν λόγω πλαφόν, δηλαδή μόνο προκειμένου το καταβλητέο στην ενάγουσα ποσό εφάπαξ βοηθήματος να μην είναι μικρότερο του υπολογιζόμενου, με βάση το παλαιό καταστατικό και το πλαφόν, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη, στα πλαίσια της καταστατικής ελευθερίας του εναγομένου και της εξασφάλισης της αναλογιστικής του ισορροπίας και όχι ως στοιχείο, που περιόρισε (μείωσε) το καταβλητέο ποσό, με βάση το ισχύον καταστατικό, που ίσχυε κατά τον χρόνο αποχώρησης της ενάγουσας από την υπηρεσία της.
Επομένως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, εν προκειμένω το εναγόμενο κατά τον υπολογισμό του δικαιούμενου από την ενάγουσα εφάπαξ βοηθήματος δεν εφάρμοσε το πλαφόν του ν. 2084/1992 (αφού τότε το ποσό θα ήταν μικρότερο αυτού που πράγματι χορηγήθηκε), ούτε όφειλε να υπολογίσει το εφάπαξ βοήθημα στο ποσό που θα προέκυπτε, με βάση το παλαιό καταστατικό του εναγομένου, χωρίς το πλαφόν του ν. 2084/1992, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, καθότι κάτι τέτοιο δεν ορίστηκε με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη, η οποία τέθηκε με σκοπό να μην λάβουν οι ασφαλισμένοι του εναγομένου επί μία πενταετία (9-2-2004 έως 09-2-2009) από την έναρξη εφαρμογής του νέου καταστατικού, μικρότερα ποσά από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού και όχι με σκοπό να λάβουν αυτοί ίδια ποσά με τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν υπό την ισχύ του παλαιού καταστατικού.... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, στη συνέχεια απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Όμως, με την κρίση του αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως αυτές αναφέρονται στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, αλλά και υπό τα δεδομένα που έγιναν δεκτά, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η αναιρεσείουσα αποχώρησε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 του ανωτέρω καταστατικού πενταετίας, ο υπολογισμός του ύψους του καταβλητέου σ' αυτήν " εφάπαξ ", έπρεπε να γίνει πλήρης, ήτοι αφενός μεν χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, δηλαδή χωρίς το προβλεπόμενο ανώτατο όριο (πλαφόν) του παραπάνω άρθρου, το οποίο, κατά το χρόνο συνταξιοδότησης της αναιρεσείουσας (29-10-2007), είχε ήδη κριθεί, ως αντισυνταγματικό, με τις με αριθμούς 3 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκαν την 16-4-2007, αφετέρου δε με εφαρμογή της μεταβατικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 24 του νέου καταστατικού και του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, το οποίο ίσχυε πριν την, κατά το έτος 2004 ισχύ του νέου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την εν λόγω μεταβατική διάταξη, ο υπολογισμός του ύψους της εφάπαξ παροχής έπρεπε να γίνει με τον " παλαιό τρόπο " και όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του νέου καταστατικού (Α.Π. 1464/2019, Α.Π. 974/2019, Α.Π. 667/2015, Α.Π. 215/2015, Α.Π. 816/2014, Α.Π. 787/2014 Α.Π. 794/2013 Α.Π. 1770/2012, Α.Π. 7, 8, 10/2012).
Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων, ως βασίμων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά, ως εκ τούτου, αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το ουσιαστικό μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό 31282871995002100073/2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300,00) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
Αναιρεί τη με αριθμό 11846/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ