Legislator Case Law & Legislation
382/2021 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise legal uncertainty arguments before the lower court.

Case Number 382/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a first-instance judgment regarding property ownership. The State argued the lower court's decision suffered from legal uncertainty and lack of a cadastral map, but failed to formally propose these grounds before the trial court. The court ruled that such procedural objections must be raised during the initial proceedings to be admissible in an appeal, and since they were not, the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224(1)(a), 269, 300, 553, 565, 570(1), 577 of the Code of Civil Procedure; Legal uncertainty and missing cadastral map defects must be proposed to the court of first instance to be admissible in appeal.

Keywords

AI generated
legal uncertainty cadastral map admissibility of appeal Code of Civil Procedure procedural default property ownership Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 224(1)(a), 269, 300, 553, 565, 570(1), 577 of the Code of Civil Procedure
Article 281A of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1307/2010
Case 356/1977
Case 791/2018
Case 432/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ζ. του Π. και της Σ., 2) Σ. Ζ. του Ε. και της Ι., κατοίκων … Χίου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουρτέση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου.

Εκδόθηκε η απόφαση 334/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1 περ. α, 269, 300, 553, 565, 570 παρ.1 και 577 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αίτησης για αναίρεση και των πρόσθετων λόγων, για το παραδεκτό όμως των οποίων αυτές πρέπει να προτείνονται με τις προτάσεις του διαδίκου, που κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο (ΑΠ 1307/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η ως άνω διάταξη, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των αξιώσεων δεν έχει εφαρμογή στα θέματα της άσκησης των ενδίκων μέσων κατά των εκδιδομένων αποφάσεων, τα οποία εφόσον είναι παραδεκτά δεν δύνανται να θεωρηθούν καταχρηστικά, ως μη ευθέως αφορώντα στο δικαίωμα αλλά στην περί τούτου προκληθείσα δικαστική κρίση (ΑΠ 356/1977). Επομένως η, με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν προ 20 ημερών (27-10-2010) από τη συζήτηση της υπόθεσης (18-11-2020) οι αναιρεσίβλητοι, ένστασή τους ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται κατά κατάχρηση των δικονομικών δικαιωμάτων και προνομίων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον το δικόγραφό της τους κοινοποιήθηκε σχεδόν στην εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας, ενώ είχε δημιουργηθεί εύλογα σε αυτούς η πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να προβεί στην άσκηση περαιτέρω ενδίκων μέσων για ένα αστικό ακίνητο στο κέντρο της πόλης της Χίου, κτισμένο και κατοικημένο από τη δεκαετία του 1960, χωρίς ποτέ να έχει ανακύψει οποιαδήποτε έριδα ή αμφισβήτηση σχετικά με αυτό, είναι απαράδεκτη.

Εξάλλου,από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τόσο η αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου, όσο και η διεκδικητική αγωγή αρκεί, για να είναι ορισμένη, να αναφέρει τη συμβολαιογραφική μεταβιβαστική πράξη μεταξύ ενάγοντος και του αμέσου δικαιοπαρόχου του και τη νόμιμη μεταγραφή αυτής.

Αν όμως ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί του επιδίκου, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης, να καθορίσει με σαφή έκθεση γεγονότων τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, που μπορεί να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Διαφορετικά η παράλειψη συμπλήρωση της αγωγής επιφέρει την απόρριψή της λόγω αοριστίας. Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί (καθ' υποφορά) ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας, αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση(ΑΠ 432/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί δiεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενού αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1597/2018).

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 119/2018).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται. Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 1701/2018).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 403/2019).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 791/2018).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι η νομική, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθμ 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθμ 14ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δηλαδή, αυτής της νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής (ΑΠ 432/2019) με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν (α) ν' αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου στο επίδικο ακίνητο που είχε αποκτήσει με παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο από το έτος 1960 και (β) να διορθωθούν οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές, με τις οποίες εμφαίνονται εσφαλμένα ότι τμήματα του πιο πάνω ακινήτου ως ανήκοντα εν μέρει σε άγνωστο ιδιοκτήτη και εν μέρει στους λοιπούς εναγόμενους (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη).

Ειδικότερα, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η αγωγή αυτή δεν είναι ορισμένη, διότι δεν γίνεται ακριβής περιγραφή του τρόπου περιέλευσης του επίδικου ακινήτου στους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με σειρά διαδοχής που να ανάγεται σε πρωτότυπο τρόπο, ενόψει της προβληθείσας από το αναιρεσείον Δημόσιο άρνησης του δικαιώματος κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, ενώ με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην ίδια απόφαση η πλημμέλεια του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι δεν επισυνάπτεται στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο να προσδιορίζεται το επίδικο ακίνητο κατ' έκταση, όρια, πλευρικές διαστάσεις, θέση, ιδιότητα, έτσι ώστε να γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί περί αοριστίας της αγωγής προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (αρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 334/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ