382/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/11/2017 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated382/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 30/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008).
Full text
Απόφαση 382 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Ι, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Πολυχρονίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. του Ι., 2) Δ. συζύγου Α. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Τασσοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 516,383 και 385 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση υπερημερίας του πωλητή να παραδώσει το πράγμα που αποτελεί αντικείμενο της πώλησης στον αγοραστή ο τελευταίος δικαιούται εφόσον δε συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 385 ΑΚ περιπτώσεις, να τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή, αν δε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία δικαιούται ο αγοραστής να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αναζητήσει την τυχόν καταβληθείσα παροχή του κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1512 /2001). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ προϋποθέσεις της αξίωσης για αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, η επέλευση αυτού από την περιουσία του δικαιούχου ή εις βάρος αυτού, η έλλειψη νόμιμης αιτίας πλουτισμού, δηλαδή η έλλειψη δικαιολογητικής βάσεως για τη διατήρηση του πλουτισμού από τον λήπτη και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της παροχής.
Eξάλλου, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ191/2013, ΑΠ486,568/13). Τέλος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν στο αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 30/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008).
ΑΠ 672/2017. Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, οι από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των , ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 383 και 904 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτής από τους αναιρεσιβλήτους εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή περί υπαναχωρήσεως των τελευταίων (αναιρεσίβλητων αγοραστών) από τη μεταξύ αυτών και της ίδιας ως πωλήτριας καταρτισθείσας συμβάσεως πωλήσεως λόγω υπερημερίας της περί την παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων, δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των παραπάνω κανόνων δικαίου, την συνδρομή των κατ' αυτούς απαιτουμένων για την εγκυρότητα της γενομένης υπαναχωρήσεως προϋποθέσεων παρόλο που τα , ως αποδειχθέντα γενόμενα, δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμου.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα' ακόλουθα: "Στις 13-5-2-09 οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) συνήψαν με την εναγομένη (αναιρεσείουσα) σύμβαση αγοραπωλησίας των λεπτομερώς αναφερομένων στην αγωγή επίπλων, κατόπιν των προσκομιζομένων από τους ενάγοντες εγγράφων προσφορών της εναγομένης απ6 11-5-2009 (προσφορά φωτιστικών και επίπλων κουζίνας) και από 13-5-2009 (προσφορά επίπλων καθιστικού, σαλονιού και ...
BEDROOM, με την υπογραφή της στο τέλος του κειμένου), αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος 42.912 ευρώ. Η συμφωνία καταρτίστηκε στο κατάστημα που διατηρούσε τότε η εναγομένη επί της οδού ..., περιοχής "...", της .... Ως προκαταβολή του τιμήματος αγοράς των ως άνω εμπορευμάτων, οι ενάγοντες, όπως προβλέπονταν, κατέθεσαν στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εναγόμενη στο κατάστημα ...
της ALPHA BANK το ποσό των 21.000 ευρώ (βλ. το από 18-5-2009 σχετικό αποδεικτικό καταθέσεως της άνω τράπεζας). Επειδή οι ίδιοι δεν παρέλαβαν ποτέ τα εμπορεύματα, για λόγους που δεν οφείλονταν σε δική τους υπαιτιότητα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ενός (1) μηνός από της άνω καταβολής, με δήλωσή τους (από 16-10-2013) προς την εναγομένη, που επιδόθηκε στην "τελευταία στις 31-10-2013, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...
Γ731-...-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Χ., υπαναχώρησαν από τη μεταξύ τους σύμβαση, ωστόσο η εναγομένη δεν τους επέστρεψε το προαναφερόμενο ποσό των 21.000 ευρώ που δόθηκε ως προκαταβολή, παρά τις προς τούτο οχλήσεις τους. Η εναγομένη ήταν αυτή που συνδιαλέχθηκε ατομικά με τους ενάγοντες, ήταν αυτή που κάλεσε τον πρώτο των εναγόντων στο κατάστημά της στην ...
όπου και υπογράφηκε η συμφωνία, ήταν αυτή που τους είχε πληροφορήσει ότι συνεργάζεται με εμπορικούς οίκους οικιακών επίπλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και ότι έχει διασυνδέσεις με προμηθευτές υψηλής ποιότητας επίπλων κλπ γι αυτό και το κατάστημά της βρισκόταν στην ακριβότερη περιοχή των ... (οδό ...) και προσωπικός τραπεζικός λογαριασμός της εναγομένης ήταν αυτός που έδωσε η τελευταία στους ενάγοντες για να καταθέσουν το 50% του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Καμία Ν. Τ. δεν γνώριζαν οι ενάγοντες και ποτέ δεν συναλλάχθηκαν μαζί της και καμιά έννομη επιρροή δεν ασκούν οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί ύπαρξης αφανούς εταιρείας ήδη από το έτος 2006 μεταξύ της Ν. Τ. (εξετασθείσας μάρτυρος) ως εμφανούς εταίρου και της ιδία (εναγομένης) ως αφανούς εταίρου και περί συστάσεως ομορρύθμου εταιρείας μεταξύ των ίδιων ως άνω (Ν.
Τ. και εναγομένης) τον Δεκέμβριο 2009, ήτοι πολλούς μήνες μετά την ένδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων του Μαΐου 2009, γεγονός που αφορά τις μεταξύ των άνω εταίρων (αφανούς και ομόρρυθμης εταιρείας) εσωτερικές σχέσεις και όχι τους ενάγοντες, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, ενώ και οι επικαλούμενες από την εναγομένη καταβολές ποσών και εμβάσματα και παραγγελίες αποδείχθηκε ότι δεν έγιναν αμέσως μετά την εκ μέρους των εναγόντων κατάθεση την 18-5-2009 των 21.000 ευρώ, όπως θα ήταν φυσικό και αναμενόμενο, αλλά από το Σεπτέμβριο 2009 μέχρι και το Δεκέμβριο 2009 και πουθενά δεν αναφέρεται ότι αφορούν την παραγγελία των εναγόντων.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να..." Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για τις διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, ενώ την αξίωση των αναιρεσιβλήτων που έκαμε δεκτή θεμελίωσε στις διατάξεις περί υπαναχωρήσεως και περί αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του όλα τα κατά νόμο αναγκαία κατά τα άρθρα 383-385 ΑΚ περιστατικά για την νόμιμη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, παρά μόνο το γεγονός ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) κατέστη υπερήμερος ως προς τη συμπλήρωση της συμβατικής του υποχρέωσης για την παράδοση και μεταβίβαση κατά κυριότητα των πωληθέντων οχημάτων, ούτε παρέθεσε τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση της αξίωσής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ειδικότερα, δεν διέλαβε ούτε αν οι αναιρεσίβλητοι-αγοραστές έταξαν στην υπερήμερη αναιρεσείουσα-πωλήτρια προθεσμία εκπληρώσεως της οφειλομένης απ' αυτήν παροχής (παράδοση πωληθέντων πραγμάτων) συνοδευόμενη από τη σαφή και ρητή δήλωση ότι μετά την άπρακτη πάροδο της ταχθείσα προθεσμίας αποκρούουν την παροχή ούτε αν υφίσταται συνδρομη κάποιας από τις οριζόμενες στο άρθρο 385 ΑΚ προϋποθέσεις (συμπεριφορά του υπερήμερου πωλητή καθεστώσα άσκοπο τον ορισμό προθεσμίας ή έλλειψη συμφέροντος των αγοραστριώνπρος εκπλήρωση της παροχής λόγω της υπερημερίας) που καθιστούσαν επιτρεπτό το μη καθορισμό προθεσμίας εκπληρώσεως ούτε τέλος τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την άσκηση της αξιώσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (πλουτισμός πωλήτριας σε βάρος της περιουσίας των αγοραστριών χωρίς νόμιμη αιτία και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της παροχής) με αποτέλεσμα, υπό τις ελλιπείς ως άνω παραδοχές, αφενός να μη δικαιολογείται το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και αφετέρου να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και επομένως να βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθ 559 αρ 1 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνουν δεκτές ως και ουσιαστικά βάσιμες.
Κατά τη διάταξη του άρθρον 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ. ΑΠ 15/2Θ00 ΑΠ 780/2004, ΑΠ 139/2001).
Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση, παράλειψε να απορρίψει (κηρύξει) ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς συνδρομής των για την εγκυρότητα της επικαλούμενης υπαναχωρήσεως των εξ ορισμού απαιτουμένων προϋποθέσεων, κρίνεται ως απαράδεκτος, ενόψει αφενός της μη επικαλουμένης αλλά ούτε και αποδεικνυομένης προβολής του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αφετέρου της μη συνδρομής κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέσεως η οποία να καθιστά και χωρίς την εν λόγω επίκλησης παραδεκτή την προβολή αυτού.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο,, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, (αρθ 580 παρ 3 ΚΠολΔ) από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ 495 παρ1ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσίβλητων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ 94/2017 απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ