Legislator Case Law & Legislation
382/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on concealment of documents, upholding lower court conviction and costs.

Case Number 382/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Plea Court's conviction for concealment of documents. The court found the appellant knowingly hid two specific documents required to prove his partnership in a Cyprus company, despite a prior court order to produce them. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the costs of the prosecution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 222 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: Concealment of documents constitutes a crime when the actor hides documents not under their exclusive ownership to harm a third party, regardless of whether actual damage occurs.

Keywords

AI generated
concealment of documents criminal liability third party harm criminal appeal costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 222 of the Penal Code
Article 510, paragraph 1, item D of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, item E of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, item A of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 382/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Οικονόμου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 33046/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Μ., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γερασιμούλας Σιμωνετάτου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...2017.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 222 ΠΚ "όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".

Για την κατά το άρθρο του 222 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, υπαλλακτικώς μικτού, με προστατευόμενο έννομο αγαθό - αντικείμενο το έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, απαιτούνται α) έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ’ ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μη είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς το σκοπό της βλάβης του τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα είναι διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ή αποδεικτικού μέσου χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο.

Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος εγκείμενος στο σκοπό του δράστη που γνωρίζει και θέλει την επέλευση της βλάβης τρίτου, ως άμεσης και απευθείας συνέπειας της πράξης της υπεξαγωγής και όχι άλλης ενέργειάς του, η δε βλάβη δεν απαιτείται να επήλθε, αρκεί και μόνο να απειλήθηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα.

Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά στην ουσία της υποθέσεως και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 33046/2016 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, της ανωμοτί καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος και όλων των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά και η απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Τον Αύγουστο του έτους 2004 ο εγκαλών δέχθηκε πρόταση συνεργασίας από τον κατηγορούμενο για συμμετοχή του πρώτου στην εταιρία με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", η οποία είχε αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή από την Ολλανδία ειδών ένδυσης, το δε ποσοστό συμμετοχής τους στην ως άνω εταιρία είχε ορισθεί σε 2,5% για τον εγκαλούντα και σε 97,5% για τον κατηγορούμενο. Ενόψει του γεγονότος ότι η δραστηριότητα της ως άνω εταιρίας ήταν προσοδοφόρα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και δη περί τα τέλη του έτους 2006 αποφάσισαν και ίδρυσαν από κοινού μία εταιρία περιορισμένης ευθύνης, εκτός Ελλάδας και δη με έδρα τη Κύπρο, για λόγους αποφυγής της υψηλής φορολόγησης, η οποία διεπόταν από το κυπριακό δίκαιο, προκειμένου το αντικείμενο δραστηριότητας της ως άνω αρχικής εταιρίας να περιέλθει στην νεοσυσταθείσα Κυπριακή εταιρία.

Για το λόγο αυτό συνέταξαν και απέστειλαν αμφότεροι προς το δικηγορικό γραφείο με την επωνυμία "... LTD" την εντολή για σύσταση κυπριακής εταιρίας, δίδοντας στο ως άνω γραφείο την εξουσιοδότηση για τη ίδρυση της εν λόγω εταιρίας, έχοντας επιλέξει αμφότεροι τόσο ο εγκαλών όσο και ο κατηγορούμενος την επωνυμία αυτής ως "...", τα στοιχεία της, το αντικείμενο δραστηριότητας της και τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους ποσοστά συμμετοχής τους στην εν λόγω εταιρία, που ανέρχονταν σε 75% για τον κατηγορούμενο και σε 25% για τον εγκαλούντα, οπότε και τα ανωτέρω στοιχεία μαζί με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητάς τους απέστειλαν στην ως άνω δικηγορική εταιρία περιλαμβάνοντας ρητώς και τον όρο ότι επιθυμούν την ανωνυμία των μετόχων στο καταστατικό.

Στη συνέχεια απεστάλη από το εν λόγω γραφείο σε τέσσερα αντίτυπα το ιδρυτικό καταστατικό της νεοϊδρυθείσας εταιρίας τους με την ως άνω επωνυμία, καθώς και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα (Συμφωνία Εμπιστεύματος) με τα οποία, για λόγους ανωνυμίας των πραγματικών μετόχων, Διευθύντρια, Γραμματέας και τυπικός μέτοχος και Εμπιστευματοδόχος (Trustee) της ως άνω εταιρίας εμφανιζόταν η εταιρία με την επωνυμία ...

και ταυτόχρονα αναγραφόταν το πραγματικό και ως άνω συμφωνηθέν μεταξύ εγκαλούντος και κατηγορουμένου ποσοστό συμμετοχής τους στην ως άνω εταιρία. Τα ως άνω έγγραφα υπέγραψαν τόσο ο εγκαλών όσο και ο κατηγορούμενος και απέστειλαν στην ως άνω εταιρία με την επωνυμία "... LTD" δύο αντίγραφα τα δε άλλα δύο αντίγραφα των ως άνω εγγράφων, εκ των οποίων το ένα ανήκε στον εγκαλούντα και το άλλο στον κατηγορούμενο, μαζί με το προαναφερόμενο έγγραφο εξουσιοδότηση για τη ίδρυση της εν λόγω εταιρίας τοποθετήθηκαν σε ντουλάπι του γραφείου του κατηγορούμενου που βρισκόταν στην έδρα της με την επωνυμία "...

ΕΠΕ". Την 11.3.2008 ο κατηγορούμενος ζήτησε να διακοπεί η μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος συνεργασία και έτσι καταγγέλθηκε η μεταξύ τους εταιρική συνεργασία και ο ενάγων απομακρύνθηκε από την εταιρία "... ΕΠΕ" ζήτησε όμως από τον κατηγορούμενο όλα τα αντίγραφα που ο εγκαλών είχε υπογράψει, κατά τα ανωτέρω και αφορούσαν τη σύσταση της εταιρίας με την επωνυμία αυτής ως "...", στην οποία, κατά τα προαναφερόμενα, ο ίδιος μετείχε κατά ποσοστό 25% και τα οποία, ως προαναφέρθηκε, βρίσκονταν σε ντουλάπι του γραφείου του κατηγορούμενου στην έδρα της εταιρίας "...

ΕΠΕ", προκειμένου να γίνει εκκαθάριση αυτής και να λάβει τα αναλογούντα σε αυτόν κέρδη. Πλην όμως τότε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του χορηγήσει τα ανωτέρω έγγραφα. Αμέσως ο εγκαλών έσπευσε και ανέθεσε σε δικηγόρο της Κύπρου και συγκεκριμένα, στον Π. Β., να ελέγξει όλα τα σχετικά με την προαναφερόμενη κυπριακή εταιρία στοιχεία με σκοπό να αποκτήσει τα επίδικα έγγραφα.

Τότε ο ως άνω δικηγόρος απαντώντας του τού απέστειλε την από 9.10.2008 γνωμάτευση στην οποία μεταξύ άλλων ενημέρωνε τον εγκαλούντα ότι δυνάμει της υφιστάμενης νομοθεσίας στην Κύπρο οι μέτοχοι μίας Κυπριακής Εταιρίας καταγράφονται στον Φάκελο που τηρείται από τον Έφορο Εταιριών της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι ουδείς δύναται να απαιτήσει κυριότητα επί οιουδήποτε μετοχικού μεριδίου μίας Κυπριακής εταιρίας ούτε και να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από το Νόμο δίχως να είναι καταγεγραμμένος μέτοχος της συγκεκριμένης αυτής εταιρίας στα αρχεία του Εφόρου Εταιριών και συγκεκριμένα στο φάκελό της.

Διευκρίνιζε δε ότι σε περίπτωση που μετοχές κάποιας Κυπριακής Εταιρίας κατέχονται από άτομο (φυσικό ή νομικό), ο οποίος ενεργεί ως Εμπιστευματοδόχος (Trustee) - ως την προκείμενη περίπτωση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ενεργούσε η εταιρία την επωνυμία ... - και για λογαριασμό του πραγματικού ή πραγματικών μετόχων - ως εν προκειμένω ήταν ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά έκαστος - τότε το άτομο αυτό είναι και το καταγεγραμμένο ως μέτοχος της Εταιρίας στα Αρχεία του Εφόρου Εταιριών.

Θα πρέπει όμως ο Εμπιστευματοδόχος να κατέχει υπογεγραμμένη συμφωνία ή συμφωνίες (αναλόγως για πόσα άτομα ενεργεί) με τον πραγματικό ή πραγματικούς μετόχους και το ποσοστό συμμετοχής ενός εκάστου εξ αυτών στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας μέσω αυτού. Τόνιζε δε στην ως άνω γνωμοδότησή του ότι για να δυνηθεί ο πραγματικός μέτοχος να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος ή να απαιτήσει κυριότητα επί των μετοχών που κατέχει για λογαριασμό του ο Εμπιστευματοδόχος στη συγκεκριμένη εταιρία θα πρέπει να παρουσιάσει νομιμοποιητικά έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα μεταξύ του Εμπιστευματοδόχου και συγκεκριμένα Συμφωνία Εμπιστεύματος (Trust Deed), η οποία καθορίζει τη μεταξύ τους σχέση.

Εάν δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο τότε είναι αδύνατη η εκ μέρους του προσώπου αυτού διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος για τη συμμετοχή του στην Εταιρία. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο εγκαλών και ο κατηγορούμενος συνέστησαν στην ως άνω εταιρία με την επωνυμία "..." και ότι συμμετείχαν σε αυτή με τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά ο κάθε ένας έχει ομολογήσει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος εξετασθείς ανωμοτί κατά την εκδίκαση σχετικής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ο ίδιος σε βάρος του εγκαλούντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου κατά τη συνεδρίαση της 6.5.2009 (βλ.

σχετικά τα υπ’ αρ. ....5.2009 πρακτικά, όπου ομολογεί τα ανωτέρω, καθώς και το γεγονός ότι τότε, ήτοι κατά την επίδικη περίοδο που ο εγκαλών ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα ανωτέρω έγγραφα της ως άνω Κυπριακής εταιρίας, ήτοι την περίοδο του Μαρτίου του έτους 2008 νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα ως αναφέρει υπέγραφε και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας επιταγές).

Σημειώνεται ότι τόσο το γεγονός της συμμετοχής του εγκαλούντος στην ως άνω εταιρία, όσο και την ιδιότητα του κατηγορούμενου ως ουσιαστικού νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας κατά την ως άνω περίοδο "..." επιβεβαίωσε ο κατηγορούμενος και με την από 5.9.2008 επιβεβαίωση που απέστειλε προς τον ορκωτό λογιστή Κ.

Κ., όπου επιβεβαίωνε ότι είναι αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για όλες τις οικονομικές και τις υπόλοιπες υποθέσεις της ως άνω εταιρίας, ενώ ανέφερε ότι σε περίπτωση αποτυχίας του ως άνω λογιστή να επικοινωνήσει με τον εγκαλούντα προκειμένου να υπογραφούν όλες οι επιβεβαιώσεις που απαιτούνται από την ΑΚ.

K. Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών εξουσιοδοτούσε ο ίδιος την ως άνω εταιρία ΑΚ. K. Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών να προχωρήσει με την υποβολή των οικονομικών καταστάσεων και όλων των άλλων εντύπων που απαιτούνταν για το έτος που έληξε την 31 Δεκεμβρίου του έτους 2007 (βλ. τη σχετική από 5.9.2008 προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα επιβεβαίωση).

Στη συνέχεια και ενόψει της επίμονης άρνησης του κατηγορούμενου να παραδώσει στον εγκαλούντα τα ανωτέρω έγγραφα που αποδείκνυαν τη συμμετοχή του, ως μετόχου και το ποσοστό αυτής, στην ως άνω Κυπριακή εταιρία, ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και σε βάρος της εταιρίας "... ΕΓΙΕ" και του κατηγορουμένου σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενος να διαταχθεί η εκ μέρους των εκεί καθών η επίδειξη των ανωτέρω εγγράφων, ήτοι του ιδρυτικού καταστατικού εγγράφου της κυπριακής εταιρίας και το έγγραφο με το οποίο παρείχε την εξουσιοδότηση για την ίδρυσή της, οπότε και επί της ως άνω δε αιτήσεώς του εξεδόθη η υπ’ αρ. 77/21.11.2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που διέτασσε την επίδειξη των ως άνω εγγράφων και τη χορήγηση αντιγράφων αυτών στον εκεί αιτούντα και ήδη εγκαλούντα με έξοδα του τελευταίου, απειλώντας σε βάρος των εκεί καθών και υπέρ του εκεί αιτούντος για κάθε μία ημέρα μη συμμόρφωσης τους με την απόφαση χρηματική ποινή ύψους 50 ευρώ και έως του ποσού των 5.900 ευρώ για κάθε έγγραφο.

Η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με επιταγή προς εκτέλεση την 9.2.2009, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε, αρνήθηκε να τα παραδώσει στον εγκαλούντα και του τα απέκρυψε. Σημειώνεται ότι στην πράξη του αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να προκαλέσει βλάβη των συμφερόντων του εγκαλούντος, καθώς χωρίς τα ανωτέρω έγγραφα ο εγκαλών δεν μπορούσε να αποδείξει τη συμμετοχή του, ως εταίρου με ποσοστό 25% στην ως άνω κυπριακή εταιρία με την επωνυμία "...", αφού ουσιαστικός νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν και ο μόνος από τους δύο πραγματικούς μετόχους (αυτόν και τον εγκαλούντα) που κατείχε όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα που του επέτρεπαν να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και να απαιτήσει κυριότητα επί των μετοχών που κατείχε για λογαριασμό του η Εμπιστευματοδόχος Εταιρία ..., έγγραφα την κατοχή των οποίων αποστέρησε και αρνήθηκε να παραδώσει στο εγκαλούντα, αποκρύπτοντάς τα, καθιστώντας παντελώς αδύνατη την εκ μέρους του τελευταίου διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος για τη συμμετοχή του στην Εταιρία.

Σημειώνεται ότι ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστερίου σε βάρος της εταιρίας "... ΕΠΕ" και του κατηγορούμενου και σχετική αγωγή αιτούμενος να αναγνωρισθεί νομέας των ως άνω εγγράφων και να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι να του αποδώσουν τη νομή των εγγράφων αυτών, επί της ως άνω δε αγωγής του εξεδόθη η υπ’ αρ. 70/13.10.2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που αναγνώριζε αυτών νομέα των ως άνω εγγράφων και υποχρέωνε τους εκεί εναγόμενους να του αποδώσουν τη νομή των εγγράφων αυτών, επ’ απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσή τους με τη σχετική διάταξη.

Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι: στην Αθήνα την 9.2.2009, με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε έγγραφα, των οποίων δεν ήταν αποκλειστικά κύριος και που και άλλος είχε, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, δικαίωμα να ζητήσει την παράδοση και την επίδειξή τους. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος Κ.

Γ., καίτοι μαζί με τον εγκαλούντα Κ. Μ. είχαν προβεί, από το έτος 2006, στην ίδρυση εταιρίας με την επωνυμία "..." με έδρα την Κύπρο, και προς το σκοπό αυτό είχαν υπογράψει εξουσιοδότηση προς το κυπριακό δικηγορικό γραφείο με τον τίτλο "... LTD", ώστε το ως άνω δικηγορικό γραφείο να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ίδρυση της εταιρίας, σύμφωνα με την οποία ο εγκαλών θα συμμετείχε στην εταιρία με ποσοστό 25% και ο κατηγορούμενος με ποσοστό 75%, και στη συνέχεια υπέγραψαν το ιδρυτικό καταστατικό της νεοσυσταθείσας εταιρίας, καθώς και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα που διασφάλιζαν το δικαίωμα των ιδίων ως μετόχων, εντούτοις ο τελευταίος αν και με την υπ’ αριθμ. 77/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, η οποία του κοινοποιήθηκε με επιταγή προς εκτέλεση την 9.2.2009, ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει και να επιδείξει στον εγκαλούντα Κ.

Μ. τόσο την έγγραφη εξουσιοδότηση προς το κυπριακό δικηγορικό γραφείο, όσο και το ιδρυτικό καταστατικό της εταιρίας με την επωνυμία "...", αρνήθηκε να τα παραδώσει και τα απέκρυψε. Στην πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος προέβη, με σκοπό να προκαλέσει βλάβη των συμφερόντων του εγκαλούντος Κ. Μ., καθώς χωρίς τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα ο εγκαλών δεν μπορούσε να αποδείξει τη συμμετοχή του, ως εταίρου με ποσοστό 25%, στην εταιρία με την επωνυμία "...", αφού ο ουσιαστικός νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας ήταν ο κατηγορούμενος και κατά το κυπριακό δίκαιο μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπος έχει πρόσβαση στα στοιχεία της εταιρίας, ο δε κατηγορούμενος ήταν ο μόνος από τους δύο πραγματικούς μετόχους (αυτόν και τον εγκαλούντα) που κατείχε όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα της ως άνω εταιρίας δεόντως υπογεγραμμένα που του επέτρεπαν να δώσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και να αποκτήσει κυριότητα επί των μετοχών του." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέβαλε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τη ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 222 του ΠΚ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Περαιτέρω αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μαρτυρική κατάθεση, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, είναι αβάσιμες αφού : 1) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι αντιφατική [όπως επικαλείται ο αναιρεσείων] από το γεγονός ότι ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο πραγματικός μέτοχος κυπριακής εταιρείας (σε περίπτωση ανωνυμίας πραγματικών μετόχων) μπορεί να ασκήσει τα εκ της μετοχικής ιδιότητας δικαιώματά του, μόνον εφόσον κατέχει νομιμοποιητικά έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα μεταξύ αυτού του Εμπιστευματοδόχου και συγκεκριμένα Συμφωνία Εμπιστεύματος (Trust Deed), η οποία καθορίζει τη μεταξύ τους σχέση, στο διατακτικό αυτής δέχεται ότι ο κατηγορούμενος απέκρυψε με σκοπό να προκαλέσει βλάβη στον εγκαλούντα τα έγγραφα του κατηγορητηρίου, ήτοι την εξουσιοδότηση προς το κυπριακό δικηγορικό γραφείο με τον τίτλο "...

LTD", ώστε το ως άνω δικηγορικό γραφείο να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ίδρυση της εταιρείας, σύμφωνα με την οποία ο εγκαλών θα συμμετείχε στην εταιρεία με ποσοστό 25% και ο κατηγορούμενος με ποσοστό 75% και το ιδρυτικό καταστατικό της εταιρείας με την επωνυμία "...", καθώς χωρίς τα ανωτέρω έγγραφα ο εγκαλών δεν μπορούσε να αποδείξει τη συμμετοχή του ως εταίρου με ποσοστό 25% στην εταιρεία.

Και τούτο διότι η ιστορική αναφορά των γεγονότων στο σκεπτικό της αποφάσεως από τον Αύγουστο του 2004, όταν ο εγκαλών δέχθηκε πρόταση συνεργασίας από τον κατηγορούμενο για συμμετοχή του πρώτου στην εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία είχε αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή από την Ολλανδία ειδών ένδυσης μέχρι την 11.3.2008 που ο κατηγορούμενος ζήτησε να διακοπεί η μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος συνεργασία, η μετά την άρνηση του κατηγορουμένου να χορηγήσει στον εγκαλούντα όλα τα αντίγραφα που ο τελευταίος είχε υπογράψει και αφορούσαν στη σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία αυτής ως "...", στην οποία, ο ίδιος μετείχε κατά ποσοστό 25%, η προσφυγή του εγκαλούντος σε δικηγόρο της Κύπρου και συγκεκριμένα, στον Π.

Β., να ελέγξει όλα τα σχετικά με την προαναφερόμενη κυπριακή εταιρεία στοιχεία με σκοπό να αποκτήσει τα επίδικα έγγραφα, καθώς και η γνωμάτευση του τελευταίου περί του τρόπου απαιτήσεως κυριότητας επί οιουδήποτε μετοχικού μεριδίου μίας Κυπριακής εταιρείας, ουδόλως καταδεικνύει ότι τα δύο έγγραφα, των οποίων, σύμφωνα με τις παραδοχές του σκεπτικού, συμπληρούμενο από το διατακτικό, έλαβε χώρα υπεξαγωγή, είναι άνευ σημασίας και δεν δύνανται, ως εκ της φύσης τους, με την απόκρυψή τους να προκαλέσουν βλάβη στον εγκαλούντα.

Αντιθέτως τα δύο έγγραφα, εξουσιοδότηση - εντολή για σύσταση κυπριακής εταιρείας και ιδρυτικό καταστατικό της κυπριακής εταιρείας, τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, υπεξήγαγε ο αναιρεσείων, ενόψει της έλλειψης του συμφώνου εμπιστεύματος, από το οποίο προκύπτει ρητά η ιδιότητά του ως πραγματικού μετόχου, ήταν ιδιαίτερα κρίσιμα έγγραφα για την απόδειξη της ιδιότητας του εγκαλούντος ως πραγματικού μετόχου.

Συγκεκριμένα, από την εξουσιοδότηση - εντολή προς το κυπριακό δικηγορικό γραφείο με τον τίτλο "... LTD", προέκυπτε η εντολή που είχαν αμφότεροι (εγκαλών και κατηγορούμενος) χορηγήσει στο κυπριακό δικηγορικό γραφείο για τη σύσταση της κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "...". Επίσης, από το ίδιο έγγραφο της εξουσιοδότησης προέκυπτε το ποσοστό συμμετοχής εκάστου (75% ο αναιρεσείων, 25% ο εγκαλών), καθώς και η ταυτοποίηση της εταιρείας, αφού είχε ήδη προεγκριμένο όνομα, το οποίο είχαν επιλέξει αμφότεροι τόσο ο εγκαλών όσο και ο κατηγορούμενος.

Τέλος, στο έγγραφο αυτό αναγράφονταν τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς τους. Και 2) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικώς με τον υπερχειλή δόλο, διότι παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο σκοπός του κατηγορουμένου να βλάψει, με την υπεξαγωγή των εγγράφων, τον πολιτικώς ενάγοντα, αφού, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο δέχθηκε ότι "...ο κατηγορούμενος στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει βλάβη των συμφερόντων του εγκαλούντος, καθώς χωρίς τα ανωτέρω έγγραφα ο εγκαλών δεν μπορούσε να αποδείξει τη συμμετοχή του, ως εταίρου με ποσοστό 25% στην ως άνω κυπριακή εταιρία με την επωνυμία "...", αφού ουσιαστικός νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν και ο μόνος από τους δύο πραγματικούς μετόχους (αυτόν και τον εγκαλούντα) που κατείχε όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα δεόντως υπογεγραμμένα που του επέτρεπαν να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και να απαιτήσει κυριότητα επί των μετοχών που κατείχε για λογαριασμό του η Εμπιστευματοδόχος Εταιρία ..., έγγραφα την κατοχή των οποίων αποστέρησε και αρνήθηκε να παραδώσει στο εγκαλούντα, αποκρύπτοντάς τα, καθιστώντας παντελώς αδύνατη την εκ μέρους του τελευταίου διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος για τη συμμετοχή του στην Εταιρία...".

Ετι δε περαιτέρω, η δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος επιβεβαιώνεται, πάντα σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, και από το γεγονός ότι παρά την ύπαρξη της υπ’ αρ. 77/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Περιστερίου που τον υποχρέωνε να επιδείξει στον πολιτικώς ενάγοντα τα ως άνω δύο επίδικα έγγραφα και να του χορηγήσει αντίγραφα απειλώντας κατ’ αυτού και χρηματική ποινή για την περίπτωση της μη συμμόρφωσής του και παρά την επίδοση σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) επιταγής προς εκτέλεση την 9.2.2009, ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε, στοιχείο που αποδεικνύει πλήρως από μόνο του την κρισιμότητα των ως άνω εγγράφων και ιδία της έγγραφης εντολής - εξουσιοδότησης προς σύσταση της κυπριακής εταιρείας.

Ενόψει των ανωτέρω, ο περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης πρώτος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς και ο συναπτόμενος με αυτόν τρίτος λόγος αναιρέσεως της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ.), αφού προκύπτει από τις παραδοχές η σκοπούμενη βλάβη στον εγκαλούντα που προκλήθηκε με την απόκρυψη των αναφερόμενων στο διατακτικό της εγγράφων, καθώς και ότι αυτά ήταν πρόσφορα να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, κατά τα προεκτεθέντα, και δη την απόδειξη της συμμετοχής του εγκαλούντα ως εταίρου στην προαναφερόμενη εταιρεία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος.

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον στηρίζεται επί μη υπάρχουσας προϋποθέσεως και συγκεκριμένα επί της αιτιάσεως περί ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, η οποία συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για απόκρυψη εγγράφου διαφορετικού, από εκείνου για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και συγκεκριμένα για την υπεξαγωγή του Συμφώνου του Εμπιστεύματος μεταξύ του Εμπιστευματοδόχου και του Δικαιούχου - πραγματικού μετόχου. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων όμως ουδόλως καταδικάστηκε για την απόκρυψη του ως άνω εγγράφου με σκοπό βλάβης του εγκαλούντα, αλλά για την απόκρυψη - υπεξαγωγή δύο άλλων εγγράφων, που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προελέχθη, ήτοι του ιδρυτικού καταστατικού της εταιρείας με την επωνυμία "..." και της εντολής - εξουσιοδότησης προς το δικηγορικό γραφείο για τη σύσταση της εν λόγω εταιρείας Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα που παραστάθηκε (αρθρ.176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση του Κ. Γ. του Γ., για αναίρεση της με αρ. 33046/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Μ. του Γ., την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ