Legislator Case Law & Legislation
382/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property acquisition via derivative title transfer.

Case Number 382/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider significant claims, but the court found the appellate court properly addressed the additional intervention and the derivative nature of the title acquisition. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 59(8), 59(11γ), 59(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has correctly evaluated the additional intervention and the derivative acquisition of title, rendering the appellant's claims without merit.

Keywords

AI generated
appeal admissibility derivative title acquisition additional intervention legal costs property dispute appellate review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 59 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 83 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 382/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: σωματείου με την επωνυμία "...‘ " που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Βγόντζα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Κ. Θ. του Γ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Κρεμαλή και Γεώργιο Αθανασάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 10-8-2004 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της 1ης αναιρεσίβλητης, ως και την από 15-3-2005 πρόσθετη (υπέρ αμφοτέρων των νυν αναιρεσιβλήτων) παρέμβαση του Ι. Σ. που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 444/2012 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 59 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρ.8), "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ. 11 γ) και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ... απαράδεκτο" (αρ. 14).

ΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ: "Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν" και περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 83 του ιδίου κώδικος (Πολ.Δ.), "αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78". Η ανενδοίαστη γραμματική διερμήνευση των εν λόγω διατάξεων καταδεικνύει, ότι: Το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος μπορεί να στηρίζεται είτε στο γεγονός, ότι η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού, οπότε γίνεται λόγος για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, για την οποία εφαρμόζονται, ως άνω, οι διατάξεις των περί αναγκαστικής ομοδικίας άρθρ. 76, 77 και 78 ΚΠολΔ, είτε σε άλλο γεγονός, όπως είναι το ότι η βλαπτική για τα συμφέροντα του υπέρ ου η παρέμβαση απόφαση στην κύρια δίκη ευνοεί την θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση αυτού του διαδίκου εκ μέρους του παρεμβαίνοντος, του και χαρακτηριζομένου ως δικονομικού εγγυητή, οπότε γίνεται λόγος για μη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο Λάρισας, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" (κατά την ορθή εκτίμηση της αντίστοιχης αιτιάσεως) στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι αντιμετώπισε ως απλή την ομοδικία μεταξύ πρώτης αναιρεσίβλητης και του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος, ενώ θα έπρεπε να αποφανθεί, ότι πρόκειται περί αναγκαίας ομοδικίας και να επήρχετο βιαία διακοπή της δίκης, μετά την γνωστοποίηση του θανάτου του προσθέτως παρεμβάντος (και) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως αναγκαία ομόδικο.

Προσέτι, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε στα κατ’ άρθρο 559 αρ. 8 και 11 γ ΚΠολΔ σφάλματα, δοθέντος ότι δεν έλαβε υπόψιν του ουσιώδεις και ασκούντες επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος) επί συναφούς λόγου εφέσεως περί της κυριότητος επί του επιδίκου και της συμπεριλήψεώς του στους τίτλους κτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και ακόμη δεν προκύπτει αδιστάκτως, ότι έλαβε υπόψιν του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και δη τους τίτλους κτήσεως της αναιρεσίβλητης, που το αναιρεσείον είχε επικαλεσθεί και κατ’ άρθρ. 529 ΚΠολΔ προσκομίσει προς τεκμηρίωση λόγου εφέσεώς του (αρ. 8 και 11γ, αντιστοίχως φερόμενες πλημμέλειες).

Ωσαύτως, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την βαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στο υπ’ αρ. 8 σφάλμα, υπό την έννοια, ότι δεν έλαβε υπόψιν του ουσιώδεις ισχυρισμούς του που παραδεκτώς επανέφερε εν σχέσει προς τον στηρίζοντα την επικουρική αγωγική βάση πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου.

ΙV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από τις διατάξεις των άρθρων 286 έως 288, 291 και 292 του ΚΠολΔ οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρ. 524 § 1 ΚΠολΔ), συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός αυτού κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Η επανάληψη της διακοπείσης δίκης μπορεί να γίνει με δικόγραφο και κοινοποίησή του στους κληρονόμους του διαδίκου που πέθανε, μετά την πάροδο της προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομιάς.

Ο θάνατος του απλού ομοδίκου επιφέρει βίαια διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Εξάλλου επί διεκδικητικής αγωγής, εκ του γεγονότος, ότι η κυριότητα είναι δικαίωμα διαιρετό και επομένως επιδεκτικό κτήσης και απώλειας κατ’ ιδανικά μέρη, σε περίπτωση περισσοτέρων εναγόντων ή εναγομένων υπάρχει δεσμός απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, γνωστοποιήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης εφεσίβλητης, ο θάνατος του τρίτου εφεσιβλήτου (προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη), προσκομίσθηκε δε το .../21-9-2009 απόσπασμα της σχετικής ληξιαρχικής πράξης του ληξιάρχου Βριλησσίων, από το οποίο προκύπτει ότι ο εν λόγω εφεσίβλητος απεβίωσε την 19-9-2009. Κατόπιν τούτων, και εν όψει του ότι, όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δεσμός που συνδέει τους διαδίκους στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτός της απλής ομοδικίας, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι ως προς τον θανόντα διάδικο επήλθε βιαία διακοπή της δίκης, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περιέχονται στα 54/2006 πρακτικά αυτού, από την 93/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την ... συμπληρωματική αυτής έκθεση του πραγματογνώμονα Ν. Β. που ορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τα επισυναπτόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, την εξέταση του ως άνω πραγματογνώμονα που διατάχθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και περιέχεται στα 172/2009 πρακτικά αυτού, την ...

έκθεση του τεχνικού συμβούλου Μ. Β., την από 8-11-2002 τεχνική έκθεση του Π. Κ., την από 20-11-2002 τεχνική έκθεση του I. Γ., την από 29-8-2005 τεχνική έκθεση του Ν. Κ., τις από 29-8-2007 και 12-2-2009 εκθέσεις του Π. Δ., τις .../13-9-2005 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν στην Ειρηνοδίκη Βόλου με επιμέλεια του ενάγοντος μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων, όπως προκύπτει από την .../8-9-2005 έκθεση επίδοσης του δικ.

επιμελητή Βόλου Γ. Π. (σημειώνεται ότι οι .../05 ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη Βόλου που μνημονεύονται στην εκκαλουμένη απόφαση δεν προσκομίζονται από τους διαδίκους στο παρόν Δικαστήριο, ούτε γίνεται επίκλησή τους στις προτάσεις αυτών), από όλα τα έγγραφα (μεταξύ των οποίων και τα τοπογραφικά διαγράμματα) που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Με το ...7-10-1977 συμβόλαιο δωρεάς του Συμβ/φου Βόλου Γ. Κ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα στο Υποθ/κείο Βόλου (τόμος ...) μεταβιβάσθηκε στο ενάγον σωματείο από τον Γ. Δ. ένας αγρός έκτασης 2.933,30 τ.μ., που βρίσκεται στην ... Μαγνησίας στη θέση … και διαχωρίζεται κατά το εν λόγω συμβόλαιο σε δύο τμήματα από την παλιά εθνική οδό Βόλου- ...ς....

Ο εν λόγω αγρός συνορεύει κατά τον εν λόγω τίτλο βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Δ., ανατολικά με άγνωστο ιδιοκτήτη, νότια με ιδιοκτησία I. Σ. (δικαιοπαρόχου της εναγομένης) και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ. και Γ. Δ.. Στον ως άνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Δ.

Δ., ο οποίος πέθανε χωρίς διαθήκη το 1944, την οποία αποδέχθηκε ο Γ. Δ. με την ...16-8-1969 δήλωση αποδοχής του Συμβ/φου Βόλου Γ. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το ως άνω ακίνητο στην αποδοχή κληρονομιάς περιγράφεται ως αγρός στη θέση ..., που χωρίζεται σε δύο τμήματα από την αμαξωτή οδό ......, τα οποία δύο τμήματα έχουν έκταση τεσσάρων στρεμμάτων, μη συνυπολογιζομένης της καταληφθείσας από την ως άνω οδό έκτασης, εκ των οποίων το μεν βορειοανατολικό τμήμα έχει έκταση 2,5 στρεμμάτων και συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος (πρώην Μ.

Κ. και Α. Μ.) και δυτικά και νοτιοανατολικά με την οδό ...ς..., το δε νοτιοανατολικό τμήμα έχει έκταση 1,5 στρεμμάτων και συνορεύει ανατολικά με Ν. Σ. (όρια βράχια), νότια με Ν. Σ. (πρώην Ζ. Τ.) από την ιδιοκτησία του οποίου χωρίζεται με πεζούλα, και βορειοανατολικά με οδό ....... Από τη σύγκριση των δύο παραπάνω συμβολαίων προκύπτουν οι εξής ασυμφωνίες:

α) Στην αποδοχή κληρονομιάς το όλο ακίνητο έχει έκταση τεσσάρων στρεμμάτων, ενώ στη δωρεά που ακολούθησε, έχει έκταση 2.933,30 τ.μ. β) στην αποδοχή κληρονομιάς το βορειοανατολικό τμήμα έχει έκταση 2,5 στρεμμάτων, ενώ στη δωρεά 515 τ.μ. (βλ. το συνημμένο στο συμβόλαιο δωρεάς από Σεπτεμβρίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ.

Τ.), γ) Στο συμβόλαιο δωρεάς αναφέρεται ως δυτικό όριο του όλου ακινήτου ιδιοκτησία Τ., ενώ αυτή δεν αναφέρεται ως όριο του ακινήτου στην αποδοχή κληρονομιάς. Περαιτέρω, στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, της οποίας διαχειριστής είναι ο δεύτερος, περιήλθαν εξ αγοράς από τον Ι. Σ. παρεμβάντα στην πρωτόδικη δίκη προσθέτως υπέρ των εναγομένων, τέσσερις συνεχόμενοι αγροί, συνολικής έκτασης 15.072,90 τ.μ.

στην ... στη θέση ..., δυνάμει του .../5-6-2002 συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Θ. Λ. που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Οι αγροί αυτοί εμφαίνονται στο από Ιανουαρίου 2002 διάγραμμα του πολ. μηχανικού Γ. Σ., που είναι προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς. Η επίδικη έκταση, μετά την εφαρμογή από τον πραγματογνώμονα Ν. Β. του επισυναπτομένου στην αγωγή διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Π.

Κ. επί της ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρείας, είναι η εμφαινομένη στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης διάγραμμα, με τα στοιχεία ... και έχει εμβαδόν 2.028,52 τ.μ. και όχι 1.787,41 τ.μ. που αναφέρεται στην αγωγή (Να σημειωθεί εδώ ότι, όπως αναφέρει ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του, το ενάγον δεν θέλησε να υποδείξει στο έδαφος την επίδικη έκταση, αλλά παρέπεμψε χωρίς καμμία επιφύλαξη στα διαγράμματα του ως άνω μηχανικού του Π.

Κ.). Κατά την συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η επίδικη έκταση προσδιορίζεται σε 2.031,60 τ.μ. και εξηγείται η διαφορά αυτή από τον πραγματογνώμονα διότι στην τελευταία αυτήν μέτρηση των 2.031,60 τ.μ. έχει συμπεριληφθεί και η επιφάνεια του δρόμου ......, η οποία δεν έχει περιληφθεί στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π.

Κ., που επισυνάπτεται στην αγωγή. Ενόψει δε του ότι το έτος 1972 διανοίχθηκε η νέα εθνική οδός ...... και στο συνταχθέν το έτος 1977 συμβόλαιο δωρεάς η μεταβιβαζομένη στο ενάγον έκταση αποτελείται από δύο τμήματα, που διαχωρίζονται από την παλιά εθνική οδό ......, σε συνδυασμό με το ότι στο συμβόλαιο της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της αναφέρεται ως βορειοανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της ο αμαξωτός δρόμος (δηλαδή η παλιά εθνική οδός) κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό της θέσης της επίδικης έκτασης είναι η αποτύπωση της εν λόγω οδού η οποία πλέον λόγω των έργων της νέας εθνικής οδού δεν αναγνωρίζεται.

Προς τούτο ο πραγματογνώμονας προέβη στη μελέτη αεροφωτογραφιών, που έλαβε από την Διεύθυνση Αεροφωτογραφήσεων του ΟΚΧΕ και μάλιστα μελέτησε την ... αεροφωτογραφία με κλίμακα 1/1000 με ημερομηνία φωτοληψίας την 13-2-1953 (την οποία χρησιμοποίησε και το ενάγον υπό κλίμακα 1/1400), την ... αεροφωτογραφία υπό κλίμακα 1/2500 με ημερομηνία φωτοληψίας την 9-8-1969, καθώς και το ζεύγος αεροφωτογραφιών ...

υπό κλίμακα 1/1600 με ημερομηνία φωτοληψίας 9-8-1969. Η αεροφωτογραφία του 1953 έδωσε τη δυνατότητα στον πραγματογνώμονα να μεταφέρει στο δικό του σχεδιάγραμμα την παλαιά εθνική οδό ....... Στην εν λόγω αεροφωτογραφία αναγνωρίσθηκαν τρία σταθερά σημεία με το ίδιο σχεδόν υψόμετρο και μάλιστα ως σταθερό σημείο 1 επιλέχθηκε το υφιστάμενο κτίσμα στην κλειστή στροφή της παλαιάς εθνικής οδού, ως σταθερό σημείο 2 επιλέχθηκε οχετός της νέας εθνικής οδού, που ταυτίζεται με το υπάρχον ρέμα, και ως σταθερό σημείο 3 επιλέχθηκε η διασταύρωση παλαιού δρόμου, που φαίνεται στην αεροφωτογραφία και του σταθερού σημείου 2.

Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω αεροφωτογραφιών ως προς την αναγνώριση των σταθερών 2 (το οποίο κατά τους εν λόγω ισχυρισμούς έχει μετακινηθεί κατά 18 μέτρα) και 3 (το οποίο έχει μετακινηθεί κατά 5,70 μέτρα) είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Κι αυτό διότι: α) η επιλογή ως σταθερού σημείου 2 του οχετού της νέας εθνικής οδού, που ταυτίζεται με το υπάρχον ρέμα, είναι ορθή, καθόσον το ρέμα είναι βαθύ και εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα, χωρίς να έχει μετακινηθεί, β) η επιλογή ως σταθερού σημείου 3 της διασταύρωσης του παλαιού δρόμου με το ρέμα (σταθερό σημείο 2) είναι ορθή, καθόσον ο παλαιός αυτός δρόμος που είναι ο μοναδικός στην περιοχή, ήταν καλντερίμι που τσιμεντοστρώθηκε ακριβώς στην αρχική του θέση.

Ο προβαλλόμενος εξάλλου από το ενάγον ισχυρισμός περί λήψης από τον πραγματογνώμονα για την εκπόνηση της έκθεσής του, μη ισοϋψών σταθερών, πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι η επίδικη περιοχή παρουσιάζει μεγάλες υψομετρικές διαφορές, οπότε τα ληφθέντα από τον πραγματογνώμονα υψόμετρα (674, 676,80 και 655,84) είναι επιστημονικά απολύτως αποδεκτά.

Μετά την αποτύπωση της παλαιάς και της νέας εθνικής οδού στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης διάγραμμα, παρατηρείται ότι η απόκλιση των δύο οδών αφορά μικρό μήκος αυτών, ενώ η επίδικη έκταση βρίσκεται κάτω και από την παλιά και από τη νέα εθνική οδό ....... Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες ασυμφωνίες του τίτλου κτήσης κυριότητας του ενάγοντος (συμβόλαιο δωρεάς) με τον τίτλο κτήσης του δωρητή (δήλωση αποδοχής κληρονομιάς), το ότι το συμβόλαιο της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της αναφέρουν ως βορειοανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της τον παλαιό αμαξωτό δρόμο, το ότι το ακίνητο της εναγομένης, όπως αυτό υποδείχθηκε στο έδαφος από την τελευταία σε αυτόν κατά θέση και όρια, συμπίπτει (με μικρή απόκλιση ως προς το εμβαδόν) με το διάγραμμα του μηχανικού Γ.

Σ., που επισυνάπτεται στο .../2002 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Θ. Λ. (τίτλο κτήσης της εναγομένης), καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία της εναγομένης. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο πραγματογνώμονας και εκ του ότι τα όρια της ιδιοκτησίας της εναγομένης σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης αυτής και των τίτλων των δικαιοπαρόχων της, αναφέρουν ως βορειο-βορειοανατολικό όσιο, την παλαιά αμαξιτή οδό .......

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η επιφάνεια με στοιχεία ... του διαγράμματος I, εμβαδού 1.132,60 τ.μ. και η τριγωνική έκταση με στοιχεία 6, 7, 8, 52, 6, βρίσκεται κάτω από την παλαιά οδό ...... και σε επαφή με την ιδιοκτησία Σ. (δικαιοπαρόχου της εναγομένης), ενώ, όπως προέκυψε από την στερεοσκοπική παρατήρηση των 51-20 και 51-21 αεροφωτογραφιών του ΟΚΧΕ με ημερομηνία λήψης την 13-2-1953 από τον πραγματογνώμονα, οι άνω εκτάσεις δεν συμπεριλαμβάνονται στην επίδικη έκταση και αποτελούν τα πρανή επιχώσεων της παλαιάς εθνικής οδού.

Εξάλλου σε κανένα από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια δεν προσδιορίζεται ιδιοκτησία Δ. (δικαιοπαρόχου του ενάγοντος). Επομένως η επίδικη έκταση, στην οποία αν συμπεριληφθεί και το τμήμα του δρόμου της παλαιάς εθνικής οδού, έχει εμβαδόν 2031,60 τ.μ., ενώ χωρίς αυτό είναι 1.787,41 τ.μ., όπως προσδιορίζεται στην αγωγή, περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης της εναγομένης η οποία έγινε κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο (πώληση)".

V. Η επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως κατευθύνει την αναιρετική δικανική πεποίθηση και κρίση αδιστάκτως στην αβασιμότητα των λόγων (όλων) αναιρέσεως. Ειδικότερα: Κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα και ενδελεχώς επισκοπηθέντα, το εφετείο προσηκόντως αντιμετώπισε την πρόσθετη παρέμβαση του Ι.

Σ. (δικονομικού εγγυητή) υπέρ των αναιρεσιβλήτων ως μη αυτοτελή τοιαύτη, ήτοι, ότι είχε υπάρξει δεσμός απλής ομοδικίας μεταξύ των διαδίκων, (συμφώνως και προς την μείζονα σκέψη) και ότι μετά τον γνωστοποιηθέντα θάνατο του δικονομικού αυτού εγγυητή είχε επέλθει βιαία μόνον ως προς αυτόν διακοπή της δίκης.

Περαιτέρω, το εφετείο, κατά τα υπ’ αυτού δεκτά γενόμενα, (και εν προκειμένω επισκοπηθέντα), εστίασε την δικανικότητα της κρίσεώς του στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, επί τη βάσει όλων των εκατέρωθεν επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων είναι όλα τα μετ’ επικλήσεως υπό των διαδίκων προσαχθέντα έγγραφα.

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα μορφοποίησαν την εκπεφρασμένη στο αποδεικτικό του πόρισμα ασφαλή δικανική πεποίθηση και βεβαία κρίση του, η οποία και συνιστά το απαύγασμα των (προειπωθεισών και επισκοπηθεισών) παραδοχών του. Η υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την σχηματοποίηση του εν θέματι πορίσματός του αποκρυστάλλωση διαφορετικής "γραμμής πλεύσεως" από την στόχευση του αναιρεσείοντος, διαφορετικότητα στον ιστό της οποίας εμπεριέχεται και ο παράγωγος, κατά τα ως άνω, τρόπος κτήσεως της κυριότητος από πλευράς πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν ισοδυναμεί με μη λήψη υπόψιν των επιδρασάντων στην έκβαση της δίκης ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων, όπως (δευτεροβαθμίως) έγινε επίκληση και επαναφορά αυτών, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, αδοκίμως όμως, το αναιρεσείον, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VΙ. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.7.2014 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "...‘ " περί αναιρέσεως της 444/2012 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ