Legislator Case Law & Legislation
382/2015 AI generated

382/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 382/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

382/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Keywords

AI generated
detailed development plan right of habitation property market asylum application Turkish Kurd land policy promotion of home ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 382/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Μαρία Βλάσση, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Μ. του Α. και 2)Κ. Μ. - Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πανάγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6186/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4880/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-11-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 10-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 4 του Ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ τ. Α67/19-3-2003) ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2) " Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνος που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915 αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος και επί δημοσίου κτήματος με χρησικτησία που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον νέμεται αδιαταράκτως το ακίνητο αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή β) επί τριάντα έτη εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως δηλαδή εφόσον δε συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1042 ΑΚ ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.3127/2003 πρέπει ο νομέας μεταξύ άλλων να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνον αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαρειά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο ενταγμένο στο σχέδιο πόλης από το έτος 1957, έκτασης, 211 τετρ.μέτρων, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Γκομπινώ αρ. 3 και Παλουμπιώτη αρ. 11 στο 83064 οικοδομικό τεράγωνο της συνοικίας "Ελευθερίου Βενιζέλου" του Δήμου Αθηναίων (Τουρκοβούνια), ...........εντός του οποίου οι εναγόμενοι έχουν ανεγείρει τριώροφη οικοδομή με πυλωτή και υπόγειο.

Το διεκδικούμενο και κατεχόμενο από τους εναγομένους επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα έκτασης 1.300 τετρ.μέτρων που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την 41650/1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και τμήμα επίσης μεγαλύτερης έκτασης 7.400 στρεμμάτων στην περιοχή "Τουρκοβούνια", η οποία αποτελείτο από εδάφη πετρώδη και βραχώδη και ανεπίδεκτα καλλιέργειας, με φυόμενους θάμνους, αφάνες και θυμάρια φέρουσα το χαρακτήρα δάσους και ανήκε από την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των από 6.6.1830 και 7.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, διότι τα εδάφη της αποτελούσαν δημόσιες γαίες ως τέτοιες ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ακολούθως ως δημόσιες γαίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, Τα πιο πάνω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού κατά το κεφάλαιο αυτό η τελευταία δεν προσβάλλεται.

Το υπόψη ακίνητο με το …/27-1-1984 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Πανάγου, που έχει μεταγραφεί έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, μεταβιβάστηκε στους εναγομένους κατ Ισομοιρία σε καθένα, λόγω πώλησης από τους Α. Β. και Ά. συζ. Α. Β., ως οικόπεδο εντός σχεδίου με την επ'αυτού ισόγεια παλαιά λιθόκτιστη οικία, αποτελούμενη από έξι κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους αντί τιμήματος 6.242.000 δραχμών.

Σύμφωνα με το ίδιο συμβόλαιο στους δικαιοπαρόχους τους είχε περιέλθει στον πρώτο εξ αυτών κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος στις 29-9-1976 πατέρα του Ζ. Β. δυνάμει του 1026/1980 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο 3123 με αριθ.236, και κατά τα λοιπά ποσοστά από κοινού, λόγω αγοράς από τις λοιπές συγκληρονόμους Ιωάννα χήρα Ζ.

Β. και Μ. συζ. Α. Λ. το γένος Ζ. Β., κατά ποσοστό 3/8 και 2/8, αντίστοιχα, δυνάμει των .../1980 και .../1980 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Παπαρρίζου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια βιβλία, αντίστοιχα. Στον Ζ. Β., σύμφωνα με τα αναφερόμενα στους πιο πάνω τίτλους, το ίδιο ακίνητο ως οικόπεδο εντός του σχεδίου πόλης με την επ' αυτού προϋφισταμένη του 1925 λιθόκτιστη οικία είχε περιέλθει λόγω αγοράς από την Π.

συζ. Δ. Σ. το γένος Ν. Ν. δυνάμει του .../ 25-9-1958 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια βιβλία στον τόμο ... με αριθ.70, με τη ρητή αναφορά σ'αυτό ότι προέρχεται από τη Γ3 μερίδα των διαδόχων Κ. κατόπιν της διανομής, που έλαβε χώρα ιε το …/1901 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Πέρδικα.

Τέλος, στην Π. Σ. φέρεται ότι είχε περιέλθει λόγω αγοράς από τους Α. Π., Γ., Κ., Δ., Ε., Κ. και Α. Σ., Δ. Π., Β. και Β. Μ., Γ. Γ. και Κ. Μ., δυνάμει του 56827/1940 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ρούσσου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ... με αριθ.322, ως προερχόμενο εκ της γενομένης με το προαναφερόμενο 410/1901 διανεμητήριο συμβόλαιο διανομής.

Σε όλα τα πιο πάνω συμβόλαια το επίδικο φέρεται ότι προέρχεται από τη μερίδα Γ3 του Γ. Π.- ως δικαιοδόχου της Σ. Κ. στη διανομή του 1901 του κτήματος Κ., τούτο βέβαια δεν ήτο αληθές, όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και η κρίση της αυτή δεν προσβάλλεται, καθώς βορείως της οδού Ανηφορίτη, που αποτελούσε το νότιο όριο της αναδασωτέας με την 41650/1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας έκτασης, η οποία είχε ως δυτικό και νοτιοδυτικό όριο την οδό Βώκου, δεν υπήρχε κτήμα Κ., αφού το τελευταίο εκτεινόταν νοτίως της οδού Ανηφορίτη στην πεδινή περιοχή των Πινακωτών και ειδικότερα εκτεινόταν εκατέρωθεν της σημερινής Λεωφόρου Αλεξάνδρας, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τα Τουρκοβούνια, όπου βρίσκεται η δημόσια αναδασωτέα έκταση και το επίδικο ακίνητο, το οποίο ειδικότερα βρίσκεται βόρεια της οδού Ανηφορίτη και ανατολικά της οδού Βώκου.

Οι εναγόμενοι όμως κατά την κτήση του επιδίκου με την πιο πάνω αγορά το 1984 δεν γνώριζαν τα παραπάνω. Ειδικότερα προέβησαν στην αγορά του μετά από έλεγχο νομικό παραστάτη τους αλλά και από την ίδια την εναγομένη με την ιδιότητά της ως συμβολαιογράφου, των τίτλων των δικαιοπαρόχων τους, αμέσων και απωτέρων, χωρίς να προκύψει από αυτόν διεκδίκηση από οποιονδήποτε τρίτο ούτε από το Δημόσιο.

Αμέσως μετά την αγορά του διαρρύθμισαν και βελτίωσαν την υπάρχουσα ισόγεια οικία, η οποία είχε επεκταθεί το 1959 από τους δικαιοπαρόχους τους βάσει της 1156/1959 άδειας της αρμόδιας Πολεοδομίας Αθηνών, και εγκαταστάθηκαν σ'αυτήν με τα δύο τέκνα τους. Εκεί διέμεναν συνεχώς και αδιαλλείπτως μέχρι το έτος 2006, χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν, οπότε προέβησαν στην κατεδάφιση της λιθόκτιστης οικίας, προκειμένου να ανεγείρουν νέα τριώροφη οικοδομή βάσει της εκδοθείσας επ'ονόματί τους 820/2006 άδειας ανέγερσης οικοδομής του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου.

Στις 27-7-2006, αμφισβητήθηκε το πρώτον η κυριότητα τους στο επίδικο από το Ελληνικό Δημόσιο με την κοινοποίηση σ'αυτούς αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία απορρίφθηκε με την 28/2006 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και στη συνέχεια με την 12/2007 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών. Μέχρι τον παραπάνω χρόνο ουδεμία όχληση, διατάραξη ή αμφισβήτηση της νομής τους υπήρξε και οι ίδιοι είχαν την ειλικρινή πεποίθηση ότι αγόρασαν ένα ακίνητο, το οποίο δεν διεκδικείτο από κανέναν και η νομή και κατοχή τους επ'αυτού ουδόλως είχε διαταραχθεί.

Δηλαδή οι εναγόμενοι κατά την κτήση της νομής τού υπόψη ακινήτου το 1984 είχαν την πεποίθηση, η οποία δεν οφειλόταν σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα του πιο πάνω οικοπέδου κατά τα παραπάνω ποσοστά καθένας. Η καλή τους πίστη κατά το χρόνο κτήσης καταδεικνύεται ιδίως α)από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν το σύνολο του τιμήματος κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με το οποίο απέκτησαν το άνω οικόπεδο, το οποίο καλύφθηκε με δάνειο που έλαβαν από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, για την εξασφάλιση του οποίου ενεγράφη υπέρ του τελευταίου υποθήκη επί του ακινήτου, και προέβησαν στην μεταγραφή του αμέσως, β)ακολούθως προέβησαν σε διαρρύθμιση της λιθόκτιστης οικίας δαπανώντας σημαντικά ποσά προς τούτο, κατοίκησαν σ' αυτήν συνεχώς μέχρι το έτος 2006, δηλώνοντας το ακίνητο αυτό ως ιδιόκτητη οικία τους στις φορολογικές δηλώσεις που ανελλιπώς υπέβαλαν κατ' έτος στην αρμόδια αρχή, αργότερα δε το 2006 προέβησαν σε ανοικοδόμηση του κειμένου από το έτος 1957 εντός του σχεδίου πόλης οικοπέδου τους με ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, την οποία υπήγαγαν στις περί οροφοκτησίας διατάξεις βάσει νόμιμης άδειας, εκδοθείσας από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο στο όνομα των ιδίων ως οικοπεδούχων, διότι, αν γνώριζαν ότι αξιώνει σ* αυτό δικαιώματα το Δημόσιο, δεν θα διακινδύνευαν να προβούν στις πιο πάνω ενέργειες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως αποδείχθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε, με δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, τους εναγομένους στην άσκηση της νομής τους στο επίδικο, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξης σ'αυτό δεν επικαλείται ούτε το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι επί των δημοσίων κτημάτων νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής.

Η πρώτη αμφισβήτηση έλαβε χώρα στις 27-7-2006, όπως προεκτέθηκε, οπότε οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση των προβαλλομένων δικαιωμάτων του Δημοσίου. Το γεγονός ότι μετά τη γνώση αυτής της αμφισβήτησης συνέχισαν τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής προέβησαν με το .../20-2-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Παπαδοπούλου σε υπαγωγή της στις περί οροφοκτησίας διατάξεις συστήνοντας οριζόντιες ιδιοκτησίες, δεν δύναται να αναιρέσει την πιο πάνω καλή τους πίστη, καθώς η επιγενόμενη κακή πίστη δεν βλάπτει αφού από την Α.Κ. 1044 συνάγεται ότι η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής και συνακόλουθα έναρξης της χρησικτησίας, χωρίς να απαιτείται διάρκεια της καλής πίστης για τον μετέπειτα διαρρεύσαντα προς συμπλήρωση της χρησικτησίας χρόνο, και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επίσης η έκδοση από το Δημόσιο πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής και καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση για άλλα ακίνητα κείμενα στην ίδια ευρύτερη περιοχή με το επίδικο, η ύπαρξη αιτήσεων εξαγοράς τμημάτων της πιο πάνω έκτασης από τους αυθαίρετους κατόχους άλλων ακινήτων και η έκδοση της 16/2007 απόφασης του Εισαγγελέα Εφετών για απαγόρευση της συνέχισης οικοδομικών εργασιών σε ακίνητο της ίδιας ευρύτερης περιοχής, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε διάφορη κρίση αναφορικά με την καλή πίστη των εναγομένων, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι τις ενέργειες αυτές γνώριζαν ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν οι εναγόμενοι κατά την κτήση της νομής του επιδίκου.

Μόνη η ενέργεια από το Δημόσιο των πράξεων αυτών σε ακίνητα της ευρύτερης περιοχής δεν οδηγεί στην κρίση ότι γνώριζαν οι εναγόμενοι ή από βαριά αμέλεια αγνοούσαν την κυριότητα του Δημοσίου στην ευρύτερη περιοχή και συνακολούθως στο επίδικο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, καθώς ούτε οι εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν ούτε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι περιήλθαν σε γνώση των εναγομένων οι παραπάνω ενέργειες του, ούτε δε ότι από βαριά τους αμέλεια δεν τις πληροφορήθηκαν.

Εξάλλου η περιοχή, η οποία είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως από το 1957, όπως προαναφέρθηκε, είχε αξιοποιηθεί οικιστικά και το επίδικο, όπως και τα λοιπά ακίνητα της περιοχής, εμφάνιζαν κατά τον πιο πάνω χρόνο κτήσης εικόνα αστικών ακινήτων, μόνη δε η ιδιότητα της εναγομένης ως συμβολαιογράφου, δεν δύναται να της επιβάλλει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της τυχόν προβολής δικαιωμάτων εκ μέρους του Δημοσίου ως δάσους ή δασικής έκτασης, καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτή είχε επαγγελματική ενασχόληση με ακίνητα της ανωτέρω επίδικης περιοχής, για τα οποία είχαν προβληθεί τα πιο πάνω δικαιώματα από το Δημόσιο." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας, θεμελιούμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου στον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με ειδική τακτική χρησικτησία δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν.3127/2003, 1041, 1042 ΑΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης, έχει εμβαδόν μικρότερο των 2000 τ.μ., ότι οι ενάγοντες νεμήθηκαν τούτο αδιατάρακτα ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται σ' αυτήν από το 1984, που εγκαταστάθηκαν στη νομή του από την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, συνέχεια μέχρι την 19-3-2003, που άρχισε η ισχύς του Ν. 3127/2003, άρα πλέον των δέκα ετών, πριν από την έναρξη της ισχύος του, με νόμιμο τίτλο λόγω αγοράς δηλαδή από επαχθή αιτία, που καταρτίσθηκε και μεταγράφηκε μετά την 23-2-1945 και ότι κατά την κτήση της νομής του επιδίκου το 1984 οι αναιρεσίβλητοι είχαν την πεποίθηση, χωρίς αυτή να οφείλεται σε βαρειά αμέλεια, ότι με την αγορά απέκτησαν την κυριότητα αυτού από αληθείς κυρίους.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης καλής πίστης των εναγόντων κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου είναι απαράδεκτες καθ' όσον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος ως προς το ζήτημα αυτό, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 4880/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ