Legislator Case Law & Legislation
382/2014 AI generated

382/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 382/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

382/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, με την ανωτέρω διάταξη θεσμοθετείται αναδρομική κτήση κυριότητας των Ιερών Ναών της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος επί κτημάτων, τα οποία βρίσκονται στη νομή και κατοχή τους από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους και, για τα οποία υπάρχει αδυναμία κτήσης νόμιμου τίτλου μεταβίβασης, πριν από την απελευθέρωση της περιοχής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Μελισσόπετρας - Κονίτσης", που εδρεύει στη Μελισσόπετρα Κόνιτσας Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Τ. του Δ., 2)Γ. Τ. του Δ. και 3)Δ. Τ. του Θ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γκουβρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κοινοποιητέας της αίτησης αναίρεσης προς το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 69/2008 μη οριστική και 252/2009 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/10/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την άνευ ημερομηνίας έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 3800/1957 (ΦΕΚ Α'256/19.12.1957) "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί προστασίας και διοικήσεως των δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων" ορίστηκε ότι "κτήματα των Ιερών Ναών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, τελούντα υπό τη νομή και κατοχή τούτων από της απελευθερώσεως του Ελληνικού Κράτους, και για τα οποία δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος της μεταβίβασής τους, λόγω αδυναμίας κτήσεως τίτλου κατά το υφιστάμενο επί Τουρκοκρατίας καθεστώς, θεωρούνται ότι περιήλθαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στους Ναούς αυτούς από της κτήσεώς τους, η δε τυπική αυτή τακτοποίηση του δικαιώματος κυριότητας επί των κτημάτων τούτων συντελείται με την μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών του συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο παρέχει τη συναίνεσή του ο εμφανιζόμενος ως κύριος των κτημάτων ή οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι αυτού.

Κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, με την ανωτέρω διάταξη θεσμοθετείται αναδρομική κτήση κυριότητας των Ιερών Ναών της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος επί κτημάτων, τα οποία βρίσκονται στη νομή και κατοχή τους από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους και, για τα οποία υπάρχει αδυναμία κτήσης νόμιμου τίτλου μεταβίβασης, πριν από την απελευθέρωση της περιοχής.

Η ρύθμιση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη τακτοποίησης της κυριότητας ακινήτων, τα οποία επί Τουρκοκρατίας δεν επιτρεπόταν να αγοράσουν οι εκκλησίες, διότι, κατά τον Οθωμανικό Αστικό Νόμο, η έννοια του νομικού προσώπου ήταν άγνωστη και οι εκκλησίες (ναοί), εν γένει, δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Αναγνωρίζονταν μόνο de facto ως περιουσία και ολότητες, των οποίων τη διαχείριση ασκούσαν, κατά τα παραχωρηθέντα από το Σουλτάνο προνόμια του Γένους, οι κατά τόπους αρχές με επιτρόπους της Ορθοδόξου Κοινότητας, υπό την προεδρία επιχώριου επισκόπου. Η εν λόγω πραγματική κατάσταση περιβλήθηκε νομοθετικό κύρος με τη διάταξη του άρθρου 7 του νόμου 3800/1957.

Ο τελευταίος αυτός νόμος ήρθε να καλύψει αναδρομικά τις περιπτώσεις κυριότητας των εκκλησιών επί ακινήτων, τα οποία αγοράστηκαν επί Τουρκοκρατίας στο όνομα διαφόρων χριστιανών, επειδή υπήρχε νομική αδυναμία κτήσης αυτών (ακινήτων) από τις ίδιες, και τα οποία τελούσαν στην πραγματικότητα υπό τη νομή και κατοχή τους (εκκλησιών).

Όμως, η αναδρομική αυτή κτήση κυριότητας δεν λογίζεται ότι επέρχεται αυτοδικαίως από το νόμο υπέρ των προαναφερθέντων Ιερών Ναών, αλλά τελεί υπό την προϋπόθεση της έγγραφης συναίνεσης του εμφανιζόμενου ως κυρίου του ακινήτου πριν από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, (ημερομηνία που ποικίλει ανάλογα με την περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο) ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων τούτου.

Η εν λόγω συναίνεση συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου και μεταγράφεται στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η κυριότητα του Ιερού Ναού αποκτάται δι' απλής δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου της θα συνεπαγόταν τη δυνατότητα των Ιερών Ναών να αποκτούν κυριότητα, και μάλιστα αναδρομικά από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας σε ακίνητα, συχνά μεγάλων εκτάσεων, με μόνη την επίκληση την άσκηση νομής και κατοχής τούτων μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, χωρίς την ανάγκη παροχής έγγραφης συμβολαιογραφικής συναίνεσης, νόμιμα μεταγεγραμμένης, του πιστού χριστιανού, στο όνομα του οποίου φέρεται ότι αγοράστηκε το ακίνητο, ή των διαδόχων του, και ως εκ τούτου στερείται νομίμου ερείσματος διότι, αν η πραγματική βούληση του νομοθέτη ήταν η αυτοδίκαιη από το νόμο αναγνώριση κυριότητας στα πιο πάνω ακίνητα υπέρ των Ιερών Ναών, δεν θα έθετε ως επιπλέον προϋπόθεση την ύπαρξη έγγραφης συναίνεσης του τρίτου (και πάντως όχι του νομίμου εκπροσώπου του Ιερού Ναού), και συνεπώς, ενόσω υπάρχει η έλλειψη αυτής (συναίνεσης) η κτήση της κυριότητας των Ιερών Ναών στα εν λόγω ακίνητα βρίσκεται σε μετέωρη κατάσταση και αποκτά πλήρη νομική ισχύ μόνο μετά την παροχή της (συναίνεσης).

Εξάλλου, από τη διάταξη 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ειδικότερα, η παραβίαση αυτή είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή και σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενο δικόγραφο της ένδικης από 15/3/2004 αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ιερός Ναός (ΝΠΔΔ) ισχυρίστηκε ότι ήδη από των χρόνων της Τουρκοκρατίας ήταν νομέας και κάτοχος της περιγραφόμενης, κατά τη θέση και τα όρια εδαφικής εκτάσεως (δασοτεμαχίου) εμβαδού 358.685 τμ δι' ατύπου παραχωρήσεως της νομής της από ευσεβείς χριστιανούς, πολύ πριν της 11/9/1885, καθώς και ότι την επ' αυτής νομή διατήρησε τόσο κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας όσο και μετά την απελευθέρωση των Ν.

Χωρών το έτος 1913 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου 3800/1957 και μεταγενέστερα μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ασκώντας επ' αυτής όλες τις προσήκουσες στην φύση και τον προορισμό της διακατοχικές πράξεις, όπως ξήλευση, επιτήρηση, παραχώρηση για βοσκή κλπ., γενόμενος έτσι κύριος, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την ρηθείσα διάταξη του άρθρου 7 του νόμου 3800/1955 με τη μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών της δήλωσης του νομίμου εκπροσώπου του ότι κατέχει και νέμεται το εν λόγω ακίνητο από την εποχή της Τουρκοκρατίας, για την οποία συντάχθηκε η .../1958 πράξη κατάθεσης πίνακος κτημάτων του τότε συμβολαιογράφου Κόνιτσας Οδυσσέα Σκούρτη, κατά δε την επικουρική βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος β.ρ.δ.

καθώς και εκείνες του Αστικού Κώδικα μετά την εισαγωγή του στις 23/2/1946. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του (αναιρεσείοντος) επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι αμφισβητούν. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα πιο πάνω περιστατικά, η δήλωση συναίνεσης για την τακτοποίηση του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο δεν έγινε από τον κύριο αυτού ή από τους καθολικούς διαδόχους του, αλλά από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος του πιο πάνω ακινήτου.

Με βάση την παραδοχή αυτή το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της από το άρθρο 7 του ν.3800/1957 ως μη νόμιμη, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3800/1957, αφού για τη νομική πληρότητα της ένδικης αγωγής έπρεπε, εκτός των άλλων, να διαλαμβάνεται σ' αυτή και η ύπαρξη έγγραφης συναίνεσης του κυρίου του επίδικου ακινήτου ή των διαδόχων του ενώπιον συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένης, για την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος Ιερού Ναού επ' αυτού (επίδικου ακινήτου), σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη ο εξεταζόμενος αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους. Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 7 του ν.3800/1957 που προαναφέρθηκε και όπου γίνεται λόγος για "κτήματα των Ιερών Ναών" τα οποία υπό τις τιθέμενες προϋποθέσεις (νομή από Τουρκοκρατίας κ.λπ.) "θεωρούνται ως περιελθόντα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος εις τους Ναούς τούτους από της κτήσεώς των" και για "τυπική τακτοποίηση του δικαιώματος επί των κτημάτων αυτών", η οποία συντελείται με τη μεταγραφή της έγγραφης συμβολαιογραφικής συναίνεσης του εμφανιζομένου ως κυρίου των κτημάτων ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων του, προκύπτει ότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής συνιστάται αμέσως εκ του νόμου δικαίωμα κυριότητας του Ι.

Ναού επί του ακινήτου επί του οποίου ήδη από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας είχε τη νομή και την κατοχή, η σύσταση δε του δικαιώματος αυτού είναι αναδρομική και ανατρέχει στον χρόνο κτήσεως της νομής και της κατοχής επί του ακινήτου, χωρίς να εξαρτάται και από άλλες ουσιαστικές προϋποθέσεις, όπως η δια μεταγραπτέου συμβολαιογραφικού εγγράφου παροχή συναινέσεως από τον φερόμενο ως κύριο του ακινήτου ή των διαδόχων του.

Η συναίνεση αυτή δεν λειτουργεί ως συστατικό στοιχείο γενέσεως του ως άνω δικαιώματος και δεν έχει δικαιοπρακτικόν χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι ο Ι.Ναός αποκτά την κυριότητα επί του ακινήτου, το οποίο έχει στη νομή και κατοχή του ως ανωτέρω, από και με την συμβολαιογραφική και μεταγραπτέα συναίνεση, του φερομένου ως κυρίου ή των διαδόχων του, αλλ'έχει απλώς αναγνωριστικόν και επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της κυριότητας που ήδη αναδρομικώς, κατά τα προεκτεθέντα, έχει αποκτηθεί, προβλεφθείσα (η συμβολαιογραφική συναίνεση) από τον νομοθέτη μόνο για την "τυπική τακτοποίηση" του ζητήματος της κυριότητας, προκειμένου δηλαδή το νομικό πρόσωπο του Ι.Ναού να αποκτήσει και επίσημον τίτλο κυριότητας, και μάλιστα στις περιπτώσεις και μόνον που η απόκτηση του αυτή είναι εκ των πραγμάτων, ως κατωτέρω, δυνατή.

Και οι προϊσχύσαντες άλλωστε νόμοι επί ομοίων ζητημάτων δεν απαιτούσαν, κατά την ιστορική πλέον βούληση του νομοθέτη, τέτοιον συστατικό τύπο για την αναγνώριση της κυριότητας των Ι. Ναών και των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων επί των ακινήτων τα οποία διαχειρίζονταν ως δικά τους επί Τουρκοκρατίας. Ειδικότερα α)με το άρθρο 3 παρ.6 του ν.2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων" ορίστηκε ότι τα ανωτέρω ακίνητα αναγνωρίζονται "ως νομίμως κεκτημένη περιουσία", των ιδρυμάτων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι Ι.Ναοί, αφού τηρηθεί η οριζόμενη διαδικασία εξακριβώσεώς τους από τις οικείες, κατ'άρθρον 11 του ίδιου νόμου, επιτροπές και κατόπιν αναγνωριστικής, μετά ταύτα, αποφάσεως των επιτροπών αυτών (σχετ.ΑΠ 567/1970, Ολομ.ΑΠ 1741/1980), χωρίς να απαιτείται και μάλιστα ως συστατικός τύπος συμβολαιογραφική συναίνεση άλλου προσώπου, πολλώ δε μάλλον στις εξαιρεθείσες και των ανωτέρω διατυπώσεων περιοχές της Ηπείρου, Κρήτης και Σάμου, κατά τα άρθρα 11 παρ.1 ν.2508/20 και 8 του ν.951/37 (σχετ.ΑΠ 576/1970), ενώ β)με το άρθρο 88 του α.ν.2200/1940 "περί Ιερών Ναών και Εφημερίων" ορίστηκε ότι ακίνητα τα οποία διαχειρίζονταν είχαν δηλαδή στη νομή και κατοχή τους, επί Τουρκοκρατίας Μητροπολίτες και Ι.Ναοί "ανήκουν αυτοδικαίως και άνευ άλλης διατυπώσεως" στη Μητρόπολη κ.λπ., επί τη βάσει, δε δηλώσεως του οικείου Μητροπολίτη, στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα "η ως άνω περιουσία" μεταγράφεται επ'ονόματι του Νομικού προσώπου της Μητροπόλεως, καθιερουμένης έτσι αυτοδίκαιης κτήσης κυριότητας των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων (Μητροπόλεις) επί των ως άνω ακινήτων με δυνατότητα του οικείου Μητροπολίτη να αποκτήσει μονομερώς τίτλον ιδιοκτησίας του εκκλησιαστικού ακινήτου υπέρ του νομικού προσώπου της Μητροπόλεως, προφανώς όχι συστατικού (τίτλου) του δικαιώματος αυτού.

Τέλος και εν πάση περιπτώσει στην κατά τα ανωτέρω έννοια της εφαρμοστέας εν προκειμένω διάταξης του άρθρου 7 του ν.3800/57, ότι δηλαδή η κυριότητα των Ι.Ναών επί των υπόψη ακινήτων είναι αυτοδίκαιη και αναδρομική "από της κτήσεως" τους (επί Τουρκοκρατίας), η δε συμβολαιογραφική συναίνεση του φερομένου ως ιδιοκτήτη ή των διαδόχων του δεν είναι συστατική του δικαιώματος, αλλ'έχει απλώς αναγνωριστικό και επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της κτηθείσης ήδη κυριότητας, οδηγεί και η τελολογική ερμηνεία της διάταξης, ενόψει και του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε.

Έτσι, στην εισηγητική έκθεση του άρθρου 7 του κυρωθέντος σχεδίου νόμου αναφέρονται τα εξής: "Επί Τουρκοκρατίας αι εκκλησίαι δεν επετρέπετο ν αγοράσουσιν ακίνητα, δι'ον λόγον και ηγοράζοντο ταύτα επ'ονόματι διαφόρων χριστιανών (...). Έκτοτε όμως, δηλ. από της εξαγοράς των, τα κτήματα ταύτα τελούν υπό την νομήν και κατοχήν της εκκλησίας, ουδ'επί στιγμήν δε οι φερόμενοι ως ιδιοκτήται είχον την νομήν, πολλοί μάλιστα ούτε καν γνωρίζουν τούτο.

Επιβάλλεται όθεν όπως γίνη αναγνώρισις της κυριότητας εις την εκκλησίαν και η τοιαύτη μεταβίβασις και μεταγραφή να είναι ατελής, εφ'όσον δεν πρόκειται περί κατ'ουσίαν αγοραπωλησίας". Πρόκειται δηλαδή κατά τον σκοπό του νόμου (αρθρ.7 ν.3800/57) που είναι συνεπής και προς την προαναφερθείσα ιστορική βούληση του νομοθέτη, για τυπική αναγνώριση της κυριότητας των Ι.Μονών επί των ακινήτων τα οποία νέμονται από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και για τα οποία δεν ήταν τότε κατά νόμον δυνατή η απόκτηση της κυριότητας από τους Ι.

Ναούς, θεωρούμενα ήδη "ως περιελθόντα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος εις τους Ναούς τούτους από της κτήσεώς των" χωρίς άλλη ουσιαστική προϋπόθεση, όπως η προαναφερθείσα συμβολαιογραφική συναίνεση του φερομένου ως ιδιοκτήτη ή των διαδόχων του, που έχει κατά τα προεκτεθέντα, απλώς τυπικό χαρακτήρα. Είναι άλλωστε προφανές ότι στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται όλα ανεξαιρέτως τα ακίνητα της ανωτέρω κατηγορίας, και εκείνα δηλαδή των οποίων "εμφανίζεται" ως κύριος ή ως διάδοχός του κάποιο πρόσωπο, αλλά και εκείνα για τα οποία δεν εμφανίζεται τέτοιο πρόσωπο, είτε επειδή ήταν εξαρχής άγνωστο ("ούτε καν γνωρίζει τούτο", κατά την εισηγητική έκθεση) είτε επειδή κατέστη μεταγενεστέρως, ιδίως επί καθολικών διαδόχων, άγνωστο ή είναι ανύπαρκτο, πράγμα που ήδη θα είναι σύνηθες στην πράξη, λόγω του απομεμακρυσμένου του χρόνου από την ψήφιση του ως άνω νόμου (1957) και πολύ περισσότερο από την απελευθέρωση των διαφόρων περιοχών από την Τουρκοκρατία, την κατηγορία δε αυτή των ακινήτων αποκλείει η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή η μεταγραπτέα συμβολαιογραφική συναίνεση του "εμφανιζομένου" ως κυρίου του ακινήτου αποτελεί συστατικό στοιχείο για την υπό αναγνώριση κυριότητα, η οποία και δεν αποκτάται χωρίς τη συναίνεση αυτή, καθιστώντας έτσι (η αντίθετη αυτή εκδοχή) ανενεργό την ερμηνευόμενη διάταξη ως προς τα ακίνητα για τα οποία δεν εμφανίζεται ως κύριος κάποιο πρόσωπο.

Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα ως άνω γνώμη του δικαστηρίου, το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή λόγω ελλείψεως, ως συστατικού στοιχείου της κτήσεως της κυριότητας, της ανωτέρω συμβολαιογραφικής συναίνεσης του φερομένου ως ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου, αξίωσε για το νόμω βάσιμο της αγωγής περισσότερα στοιχεία από εκείνα που περιέχονται στο πραγματικό της ειρημένης διάταξης του άρθρου 7 του ν.3800/1957 ως αναγκαία για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος της κυριότητας, και υπέπεσε έτσι (το Εφετείο) στην προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ.

Επομένως, κατά τη γνώμη που πλειοψήφισε, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη με τον ίδιο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος για ευθεία παράβαση από το Εφετείο της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 3 παρ.6 του ν. 2508/1920 "Περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας χριστιανικών Κοινοτήτων" είναι απορριπτέα, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της, ελλείψει άλλωστε και σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, που να υπάγεται στο πραγματικό της πιο πάνω διάταξης.

Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη ιδρύεται και όταν το Εφετείο, μετά από παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, απορρίπτει ολικά την αγωγή κατά την κύρια βάση της και δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της βασιμότητας των επικουρικών βάσεων, χωρίς να απαιτείται για την έρευνα αυτή ειδικό παράπονο, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να τις εξετάσει, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει, όταν αυτές είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ επικουρικώς, ήτοι υπό την αίρεση της απορρίψεως της πρώτης (κυρίας) βάσεως της αγωγής, η οποία, όμως, αίρεση δεν πληρώθηκε, αφού η κύρια βάση της αγωγής πρωτοδίκως έγινε δεκτή.

Εάν το Εφετείο, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής δεν ερευνήσει και τις επικουρικώς σωρευόμενες, υποπίπτει στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.9 περ.γ' του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ.8 και, επικουρικώς, από τον αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (πράγματι, όμως, από τον αρ.9, κατ' ορθή υπαγωγή του, στους λόγους αυτούς, διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος), ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο, κατ' εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 7 του ν. 3800/1957, κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου, παρέλειψε να προβεί στην έρευνα των επικουρικώς σωρευθεισών βάσεων της αγωγής, στηριζομένων στην έκτακτη χρησικτησία, τόσο για το πριν την 11/9/1915 χρονικό διάστημα όσο και για το μεταγενέστερο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε τις βάσεις αυτές, τις οποίες απέρριψε ως μη νόμιμες. Επομένως, οι αμέσως ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/10/2009 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΠΕΤΡΑΣ - ΚΟΝΙΤΣΗΣ" για αναίρεση της 252/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ