Legislator Case Law & Legislation
382/2012 AI generated

382/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 382/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 382 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

382/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 382 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα, που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη.

Αριθμός 382/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αυγερινό Ανδρέου.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-1-2006 και 18-1-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1177/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-1-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 "είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα, που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για τον λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ. Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ, αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, τη λύση της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ο ισχυρισμός του μισθωτού περί ακυρότητας αυτής αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζητήσεως στον πρώτο βαθμό (ή και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ), χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα αυτού να επικαλεσθεί την ακυρότητα και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής (καθ' υποφορά), οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ενστάσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της συμβάσεως. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 και 1 και 3 του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, που καταγγέλλει ακύρως της σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Ο εργοδότης μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψή του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Ακόμη, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει τον μισθό όταν η αδυναμία της παροχής της εργασίας οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτού ή σε τυχαίο περιστατικό που τον αφορά, όπως, επίσης, όταν υπάρχει αδυναμία αποδοχής της εργασίας από την πλευρά του εργοδότη, εξαιτίας ανώτερης βίας. Τέλος, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) ν.π.ι.δ., με την επωνυμία, "Ελεήμων Εταιρία Αθηνών Γηροκομείο/Πτωχοκομείο", την 27.11.1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ως υπάλληλος (Λογιστής Β'), και απασχολήθηκε σ' αυτό, με την ως άνω ειδικότητα, μέχρι τις 03.11.2005, οπότε το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του. Ειδικότερα, ο ενάγων απασχολήθηκε αρχικά, σε διάφορες εργασίες γραφείου, όπως αρχειοθέτηση ενταλμάτων - γραμματίων, καταχώριση σε λογιστικές καρτέλες και στη συνέχεια, μέχρι την αναφερόμενη ανωτέρω απόλυσή του, στην Υπηρεσία Ακινήτων, όπου αντικείμενο της εργασίας του ήταν η επίδειξη των ακινήτων σε ενδιαφερόμενους μισθωτές, η πώληση, συντήρηση και παρακολούθηση της κατάστασης των ακινήτων, η προώθηση των αιτήσεων μίσθωσης στην Επιτροπή Εκμισθώσεων Ακινήτων (Ε.Ε.Α.), η, μετά τη λήψη απόφασης, σύνταξη μισθωτηρίων, η επικοινωνία με τους μισθωτές για τυχόν προβλήματα των ακινήτων, η σύνταξη αιτήσεων για τη λήψη πιστοποιητικών από τις αρμόδιες υπηρεσίες (Εφορία, Σ.Ο.Ε. κ.λπ.), για θέματα σχετικά με τα ακίνητα, η προώθηση και καταχώριση μηνιαίων μεταβολών, η συνεργασία με τους δικηγόρους της Ε.Ε.Α., η σύνταξη εντολών, η συμμετοχή σε επιτροπές παραλαβής, αξιοποίησης, εκμισθώσεων και εκποιήσεων ακινήτων, η συμμετοχή, ως εκπροσώπου της Ε.Ε.Α., σε Γενικές Συνελεύσεις κτηρίων και σε δημοπρασίες μισθώσεων, η πραγματοποίηση επαφών με το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, η σύνταξη διακηρύξεων και πωλητηρίων για εκποίηση ακινήτων, καθώς και η δημοσίευση περιλήψεων σε εφημερίδες. Επίσης, ο ενάγων κατέθετε ως μάρτυρας στις μισθωτικές υποθέσεις του εναγομένου και οριζόταν ως μεσεγγυούχος σε όλες σχεδόν τις εκθέσεις αποβολής μισθωτών, ενώ τέλος υπήρξε μέλος: 1) της Επιτροπής Εκμισθώσεως Ακινήτων και Αναπροσαρμογής μισθωμάτων, αποτελούμενης, κατά το χρονικό διάστημα, από το Σεπτέμβριο του έτους 1995 έως το Μάιο του έτους 2000, από τους Α. Κ., Σ. Μ., Π. Κ., Ι. Π., και τον ενάγοντα και από το Μάιο του έτους 2000 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005, από τους Α. Κ., Σύμβουλο - Ταμία του εναγομένου, Σ. Μ., Σύμβουλο, Α. Ζ., Σύμβουλο, Π. Κ., Σύμβουλο, Α. Τ., Σύμβουλο, Ι. Π. Προϊστάμενο των Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου και τον ενάγοντα, έργο της οποίας ήταν, σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. 1266/18.09.1995 και 870/23.05.2000 έγγραφα του εναγομένου: α) η μέριμνα για την εκμίσθωση των ελεύθερων ακινήτων, β) η συγκέντρωση στοιχείων και η διαπραγμάτευση με τους μισθωτές για την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και αποτελεσμάτων των διαπραγματεύσεων, και γ) η εισήγηση προς τον Πρόεδρο της υπογραφής του οικείου μισθωτηρίου συμβολαίου, σε περίπτωση συμφωνίας ή την παραπομπή σε δικαστική ρύθμιση, σε περίπτωση μη συμφωνίας για τις αναπροσαρμογές ή την παραπομπή του θέματος στο Δ.Σ. για τη λήψη απόφασης, κυρίως σε περιπτώσεις εκμισθώσεως ή παρατάσεως ληγουσών μισθώσεων ακινήτων μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος και 2) της Επιτροπής Διενέργειας Διαγωνισμών για την εκποίηση ακινήτων, αποτελούμενης, από το Σεπτέμβριο του έτους 1995 μέχρι το Μάιο του έτους 2000, από τους Π. Α., Δ. Π., Α. - Α. Γ. -Ε., Α. Γ., Ε. Ζ., και τον ενάγοντα, από δε το Μάιο του έτους 2000 μέχρι του Νοέμβριο του έτους 2005, από τους Π. Α., Αντιπρόεδρο του εναγομένου, Δ. Π., Σύμβουλο, Σ. Μ., Σύμβουλο, Α. Γ. δικηγόρο, Ε. Ζ., Διευθύντρια του εναγομένου και τον ενάγοντα, έργο της οποίας ήταν η διενέργεια των διαγωνισμών για την εκποίηση ακινήτων περιλαμβανομένων στους εγκεκριμένους από το Δ.Σ. πίνακες και η τήρηση της προβλεπόμενης από τις σχετικές διατάξεις διαδικασίας. Αυτός (ενάγων), καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στο εναγόμενο: α) εκτελούσε τα ανωτέρω αναφερόμενα καθήκοντά του: αα) "χωρίς να του γίνει ποτέ παρατήρηση", ββ) "χωρίς να δημιουργεί προβλήματα", και γγ) "χωρίς την ύπαρξη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, με δυνατότητα εκτύπωσης δεδομένων και χωρίς την ύπαρξη εξειδικευμένου και αρτίως εκπαιδευμένου στο γνωσιολογικό αντικείμενο των αστικών και επαγγελματικών μισθώσεων προσωπικού", όπως αναφέρει στο υπ' αριθμ. πρωτ. 2081/30.08.22006 υπηρεσιακό σημείωμα ο μετακινηθείς στην Υπηρεσία Ακινήτων από 01.05.2004 Γ. Σ., και β) εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από τη συμμετοχή του, ως απλού μέλους, στις προαναφερθείσες επιτροπές, ενεργώντας πάντα σύμφωνα με τις εντολές που λάμβανε από τους ανωτέρους του, και ποτέ μόνος του, καθόσον αρμόδιος για την πώληση, εκμίσθωση ή αναπροσαρμογή του μισθώματος των ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου, που ανέρχονταν στα επτακόσια (700) περίπου (όπως αναφέρεται στην έφεση του εκκαλούντος στη σελ. 14), ήταν, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικά ο Πρόεδρος του εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε ύστερα από σχετική εισήγηση των Επιτροπών, στην πρώτη από τις οποίες συμμετείχαν, εκτός των άλλων, ο Ταμίας και ο Προϊστάμενος Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγομένου, στη δε δεύτερη, ο Αντιπρόεδρος και ο νομικός σύμβουλος του εναγομένου. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε επίσης, ότι ο ενάγων, κατά της διάρκεια της απασχόλησής του στο εναγόμενο, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση. Συγκεκριμένα, αυτός εκλέχτηκε: α) το έτος 1987, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου -Γραμματέας του Συλλόγου Προσωπικού Ελεήμονος Εταιρείας Αθηνών (Σ.Π.Ε.Ε.Α.), β) το έτος 1990 αναπληρωτής Γραμματέας αυτού, γ) το έτος 1993 μέλος του Δ.Σ. - αναπληρωτής Γραμματέας, και δ) το έτος 1999 μέλος του Δ.Σ. - Γραμματέας. Από τον Αύγουστο του έτους 2004 έως τον Αύγουστο του έτους 2005 το εναγόμενο διοικήθηκε από προσωρινές διοικήσεις, και υπό έντονες δικαστικές διαμάχες μεταξύ φυσικών προσώπων που διεκδικούσαν τη διοίκησή του, στις οποίες ενεπλάκη και η πλειοψηφία του Σ.Π.Ε.Ε.Α., η οποία τάχθηκε υπέρ μιας μερίδας εκ των διεκδικητών της διοίκησης, υπογράφοντας μάλιστα μαζί της και Οργανισμό - Εσωτερικό Κανονισμό, ο οποίος, κατά την άποψη του ενάγοντος και άλλων συναδέλφων του, έβλαπτε τα συμφέροντα του προσωπικού του εναγομένου. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ενάγων επανήλθε στην ενεργό συνδικαλιστική δράση, ιδρύοντας την παράταξη "Επιτροπή Εργαζομένων", και παρακινώντας τους εργαζομένους στο εναγόμενο σε διεκδικήσεις. Στα πλαίσια της εν λόγω δράσης του ο ενάγων κατέθεσε: 1) από κοινού με άλλους 49 συναδέλφους του, την από 4.4.2005 αίτηση προς το Δ.Σ. του Σ.Π.Ε.Ε.Α., για σύγκληση γενικής συνέλευσης, με θέμα, "Διατύπωση μομφής κατά του Δ.Σ. και ψηφοφορία", και επειδή αυτό παρέλειψε να συγκαλέσει γενική συνέλευση, ο ενάγων και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του υπέβαλαν την από 12.05.2005 αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζήτησαν να τους χορηγηθεί εξουσιοδότηση για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης του ως άνω Συλλόγου και να οριστεί πρόεδρος αυτής (γενικής συνέλευσης) ο ενάγων Σ. Π., 2) από κοινού με άλλους 20 συναδέλφους του άσκησαν α) την από 27-06-2005 αγωγή, κατά του Σ.Π.Ε.Ε.Α. και του εναγομένου Γηροκομείου/Πτωχοκομείου, με την οποία ζητείτο να αναγνωριστεί η ακυρότητα του από 12.11.2004 (αρχικού) Οργανισμού - Κανονισμού, καθώς και του από 17.3.2005 (τροποποιηθέντος) Οργανισμού - Κανονισμού, και β) την από 28.06.2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των ως άνω εναγομένων, με την οποία ζητείτο να απαγορευτεί η εφαρμογή του από 12.11.2004 αρχικού Οργανισμού -Κανονισμού και του από 17.3.2005 τροποποιηθέντος Οργανισμού - Κανονισμού, που είχαν υπογράψει η προσωρινή διοίκηση του εναγομένου και η πρόεδρος του Δ.Σ. του Σ.Π.Ε.Ε.Α., εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της από 27.06.2005 αγωγής τους. Με την προαναφερθείσα δράση του, η οποία δεν αποδείχτηκε ότι υπερέβη τα όρια της ευπρέπειας ή ότι υπήρξε περιφρονητική προς τη διορισμένη διοίκηση του εναγομένου, και αντίθετη προς το μέσο ευσυνείδητο εργαζόμενο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, ο ενάγων απέβλεπε στην εξασφάλιση και διατήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο εναγόμενο, και στη δραστηριοποίησή τους μέσω του Συλλόγου (Σ.Π.Ε.Ε.Α.). Η συνδικαλιστική, όμως, δράση που είχε αναπτύξει ο ενάγων, μέσω της "Επιτροπής Εργαζομένων", που είχε ιδρύσει, αν και ήταν καθόλα νόμιμη, εντούτοις ενόχλησε την τότε διοίκηση του εναγομένου και για το λόγο αυτό, με το από 03.11.2005 έγγραφο, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορέσει να θέσει υποψηφιότητα, κατά τις αρχαιρεσίες, για την ανάδειξη των καταστατικών οργάνων του Σ.Π.Ε.Ε.Α., που είχαν προγραμματιστεί για τις 20.11.2005 και να εκλεγεί πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, όπως αναμενόταν, και θα συνέβαινε, οπωσδήποτε αφού, κατά τις αρχαιρεσίες που έγιναν λίγες ημέρες μετά την απόλυσή του, η συνδικαλιστική παράταξη "ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ", που είχε συγκροτήσει ο ενάγων και είχε στηριχθεί από τον ίδιο και την "Επιτροπή Εργαζομένων", έλαβε πέντε (5) από τις επτά (7) έδρες στο Δ.Σ. του Σ.Π.Ε.Ε.Α. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται απολύτως, από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Σ., ιδιαιτέρας γραμματέως, κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του Διευθυντή του εναγομένου, Κ. Κ., η οποία κατέθεσε σχετικά ότι: "απολύθηκε, είμαι βεβαία, για τη συνδικαλιστική του δράση ... είχε έντονη δραστηριότητα τους τελευταίους μήνες πριν από την απόλυσή του ... ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντα των εργαζομένων ... δημιουργήσαμε σύλλογο, το κλίμα τον φωτογράφιζε σαν πρόεδρο, γι' αυτό απολύθηκε ... τα τελευταία δύο χρόνια το γηροκομείο διοικείτο από προσωρινές διοικήσεις ... ήταν ανώμαλη περίοδος. Οι προσωρινές διοικήσεις προσπαθούσαν να πάρουν τον έλεγχο ... Ο ενάγων εναντιώθηκε, συντόνισε την επιτροπή εργαζομένων, καταφύγαμε στ' ασφαλιστικά. Θα ήταν ο επόμενος πρόεδρος. Δεν πρόλαβε γιατί 2 μέρες πριν τις εκλογές απολύθηκε. Ήταν ενωτικός, οι άλλοι ήταν διαίρει και βασίλευε ... Ο ενάγων στη δουλειά του εκτελούσε εντολές ... Δεν του έγινε ποτέ παρατήρηση. Αιφνιδιάστηκε με την απόλυση. Έπαθε σοκ. Στις εκλογές κατεβήκαμε και χάριν στη δική του προσπάθεια πήραμε 5 από τις 7 έδρες ... Ο ενάγων χωρίς εντολή δεν μπορεί να βγάλει κάποιο ποσό από το Ταμείο ... Η Διοίκηση επέλεξε εδώ και 2 μήνες να με τοποθετήσει ιδιαιτέρα του Διευθυντή ... Όλες οι ενέργειές μας ήταν εναντίον των προσωρινών διοικήσεων. Άλλαξαν 4-5 διοικήσεις. Απέλυσαν τον Π. για να εκφοβίσουν τους υπόλοιπους ...". Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και Διευθυντή του εναγομένου, Κ. Κ., ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι: "δεν ενημερώνονταν τα συμβόλαια των ακινήτων σωστά και οι εγγυήσεις, δεν δημιουργούσε προβλήματα, μόνο απουσίαζε πολύ κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν γίνονταν αναπροσαρμογές ενοικίων πάνω από 15-20, δεν γίνονταν αναπροσαρμογές εγγυήσεων ή γίνονταν εγγυήσεων δεν γίνονταν μισθωμάτων. Η συνολική ζημιά για ένα έτος υπολογίζεται σε 28.000 ευρώ, ο κ. Π. για μένα δεν ήταν συνδικαλιστής ...", διότι, όπως προαναφέρθηκε: α) οι αναπροσαρμογές μισθωμάτων, που αυτός καταθέτει ότι δεν γίνονταν ήταν αρμοδιότητας του Προέδρου, β) η Υπηρεσία Ακινήτων λειτουργούσε χωρίς υλικοτεχνική υποδομή (μηχανοργάνωση) και εξειδικευμένο προσωπικό και ως εκ τούτου ήταν επόμενο να υπάρξουν και παραλείψεις στη διεκπεραίωση ενός τόσο μεγάλου έργου και γ) ο ενάγων απουσίαζε πολλές φορές από την υπηρεσία, προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας σε διάφορα Δικαστήρια, για να εκπροσωπήσει το εναγόμενο σε γενικές συνελεύσεις πολυκατοικιών, κ.λπ., χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, να του γίνει ποτέ παρατήρηση ή σύσταση, έστω και προφορική, από οποιονδήποτε αρμόδιο παράγοντα του εναγομένου, αλλ' ούτε (αναιρείται) και από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, των Ά. Μ., Ν. Κ. και Γ. Σ. κατά των δύο πρώτων εκ των οποίων, ας σημειωθεί, ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, ύστερα από μήνυση του ενάγοντος, καθόσον αυτές αναφέρονται σε ζητήματα διαφορετικά από αυτά τα οποία αποτέλεσαν τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν το εναγόμενο στο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Επίσης, δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα υπέρ των ισχυρισμών του εναγομένου, σχετικά με τους λόγους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ούτε από το από 6.11.2006 "Υπηρεσιακό Σημείωμα" του Γ. Σ., το οποίο αποτελεί και περιεχόμενο της έφεσης του εκκαλούντος, καθόσον η σχετική έρευνα και η σύνταξη αυτού έγινε ένα χρόνο μετά από την απόλυση του ενάγοντος, και αφού στο μεταξύ είχε επιδοθεί στο εναγόμενο η πρώτη από τις ένδικες αγωγές για αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής του, αλλ' ούτε και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το εναγόμενο απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα από τη δημοσιογραφική εκπομπή "Κίτρινος Τύπος" της 15.06.2009, καθόσον, όπως προκύπτει από αυτό, στην εν λόγω εκπομπή ο ενάγων σε ουδεμία ομολογία προέβη σχετικά με τους λόγους της απόλυσής του, και μάλιστα "δικαστική", όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν, με την έφεσή του, απλώς, στην εν λόγω εκπομπή αναφέρθηκε από δημοσιογράφο, το όνομα του οποίου δεν αναγράφεται στο σχετικό απόσπασμα ότι ο ενάγων Σ. Π. απολύθηκε την ίδια ημέρα, μετά την ανακάλυψη από αυτόν (Στ. Π.) και την ενημέρωση της Διεύθυνσης του Γηροκομείου, το Νοέμβριο του 2005, ότι το κληροδότημα της Σ. Δ., που απεβίωσε στις 7.12.1970, δεν είχε καταγραφεί στα κληροδοτήματα και ότι η τύχη του αγνοείται. Με τα δεδομένα αυτά, όσα ισχυρίζεται το εκκαλούν σχετικά με τους λόγους για τους οποίους προέβη στην ένδικη καταγγελία είναι αβάσιμα και προσχηματικά. Κατόπιν τούτων, η μεν ένσταση του εναγομένου περί λύσης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με καταγγελία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, η δε αντένσταση του ενάγοντος, που πρόβαλε καθ' υποφορά με την αγωγή του, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι βάσιμη κατ' ουσίαν. Με τα δεδομένα αυτά, κατέληξε το Εφετείο, ότι η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική, δηλαδή έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, και αφού απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, δέχθηκε ότι το εναγόμενο, το οποίο έπαυσε, από τις 03.11.2005, να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει σ' αυτόν, για μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος, από 04.11.2005 έως 31.12.2006, το μη αμφισβητούμενο ποσό των 19.792,64 ευρώ (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφές, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου, έπασχε από ακυρότητα, διότι έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδίκησης και εξ αιτίας εχθρότητας προς τον αναιρεσίβλητο, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης. Οι αιτιολογίες δε που έχει διαλάβει στην απόφασή του, αναφορικά με το ότι η απόλυση του αναιρεσίβλητου έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως ο περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά το ίδιο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι 1) η συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την καταγγελία της σύμβασης, 2) δεν αιτιολογείται η μη απόλυση των ως άνω 49 συναδέλφων του αναιρεσίβλητου και η παραδοχή της απόφασης, ότι ο Οργανισμός - Κανονισμός του αναιρεσείοντος ήταν βλαπτικός για τα συμφέροντα των εργαζομένων, 3) δεν εκτίθεται σ' αυτήν ο λόγος για τον οποίο, μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, δεν έγινε η εκδίκαση των παραπάνω ενδίκων μέσων, και τέλος 4) δεν προκύπτει από την απόφαση με σαφήνεια αν ο αναιρεσίβλητος είχε συγκροτήσει μία η δύο συνδικαλιστικές οργανώσεις, είναι απαράδεκτος, διότι, με την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, επιχειρείται, απαραδέκτως, η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο, από τον αρ. 19, τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, η οποία περιέχεται στο ιδιωτικό έγγραφο της μαγνητοταινίας της τηλεοπτικής εκπομπής της 25.6.2009, τελεί σε αντίφαση προς το περιεχόμενο της αγωγής του και το Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς, την κρίση του περί του πραγματικού λόγου της καταγγελίας της σύμβασης. Περαιτέρω, οι αιτιολογίες της απόφασης, που στηρίζουν τις παραδοχές της ότι α) η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατηγγέλθη καταχρηστικώς, λόγω της συνδικαλιστικής δραστηριότητας του και 2) η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της 5ης δόσης της αποζημίωσης απολύσεως, δεν είναι αντιφατικές, αλλά επάλληλες, και αναφέρονται σε παραδοχές, από τις οποίες η πρώτη, με την αντίστοιχη αιτιολογία, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και η δεύτερη, περιλήφθηκε στην απόφαση πλεοναστικώς. Επομένως, είναι αβάσιμος και ο από τον αρ. 19 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης. Τέλος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα, ότι το δικαστήριο, δίχως να γίνει επίκληση της, έλαβε υπόψη του ομολογία του αναιρεσείοντος, ότι ιδρύθηκε από τον αναιρεσίβλητο συνδικαλιστική παράταξη με την επωνυμία "Επιτροπή Εργαζομένων", είναι απαράδεκτος, διότι η παραδοχή αυτή δεν αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. Ο εκ του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, ήτοι εκείνου που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού, προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσης του πραγματικών γεγονότων, με την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2915|2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο, που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου, ως προς την αλήθεια ή την αναλήθεια των κρισίμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αποδίδεται στην απόφαση η αιτίαση, ότι με την παραδοχή ότι "δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα υπέρ των ισχυρισμών του εναγομένου, σχετικά με τους λόγους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ούτε από το από 6.11.2006 "Υπηρεσιακό Σημείωμα" του Γ. Σ., το οποίο αποτελεί και περιεχόμενο της έφεσης του εκκαλούντος, καθόσον η σχετική έρευνα και η σύνταξη αυτού έγινε ένα χρόνο μετά από την απόλυση του ενάγοντος, και αφού στο μεταξύ είχε επιδοθεί στο εναγόμενο η πρώτη από τις ένδικες αγωγές για αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσής του", εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, ενόψει του ότι το βάρος αυτής της απόδειξης του "ισχυρισμού" περί κακής εκτέλεσης των καθηκόντων του αναιρεσίβλητου, το φέρει ο ενάγων. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, από την απόφαση δεν προκύπτει αντιστροφή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, αφού πράγματι το αναιρεσείον είχε την υποχρέωση να αποδείξει τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό αυτό, διότι το ίδιο τον προέβαλλε, ενώ ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας. Εξάλλου, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες και συνεπώς, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα: α) με το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τον αρ. 1, ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως, έπρεπε ν' απορριφθεί, λόγω παρόδου της τρίµηνης αποσβεστικής προθεσμίας, προς άσκησή της, β) με το τρίτο μέρος του, από τον αρ. 8, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι απεσβέσθη η αξίωση για την προσβολή της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως και γ) κατά το τέταρτο μέρος του, από τους αρ. 8 και 11, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης, ο οποίος αποδεικνυόταν εγγράφως. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, δοθέντος ότι, 1) όπως προαναφέρθηκε, το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται, αυτοτελώς και επαρκώς, στην παραδοχή και την αντίστοιχη αιτιολογία της απόφασης, ότι η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική, δηλαδή ότι έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, ως προς την οποία οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και 2) η πληττόμενη, με τους λόγους αυτούς, παραδοχή και η αντίστοιχη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου είναι άκυρη, λόγω της μη έγκαιρης καταβολής της 5ης δόσης της αποζημίωσης απολύσεως, συνιστά επάλληλη αιτιολογία, περιλήφθηκε δε στην απόφαση πλεοναστικώς. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 21-1-2011, αίτηση του Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", για αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ