Legislator Case Law & Legislation
382/2011 AI generated

382/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 382/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 382 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2011

Legislator headnote

AI generated

382/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 382 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νοτάρη.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΑΝΑΟΣ ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΣ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "DANAOS Ltd", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χλούπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5432/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 974/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθ. 556§2 και 578 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ και απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής, η έλλειψη δε αυτού, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθ. 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης. Έννομο συμφέρον μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλ. η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, στην περίπτωση δε αυτή ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της μόνο κατά την μη ορθή αιτιολογία της. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων εναγόμενος ως νικήσας διάδικος ισχυρίζεται για την θεμελίωση εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ότι το Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη 974/2007 απόφασή του έκρινε κατ' ουσίαν ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σύμβαση εργασίας και όχι σύμβαση έργου, όπως αυτός υποστηρίζει, και ότι επομένως η έκβαση της δίκης αυτής (για την ένδικη αναίρεση), λόγω της δημιουργίας δεδικασμένου από την αναιρεσιβαλλομένη, θα επηρεάσει την έκβαση των εκκρεμών μεταξύ τους δικών, που αφορούν, κατ' εκτίμηση, την ίδια έννομη σχέση, και ειδικότερα επί της (α) από 8-5-2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης ενάγουσας που ασκήθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και βασίζεται στην ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας (και της ανταγωγής του αναιρεσείοντος εναγομένου) (β) από 7-3-2007 προγενέστερης αγωγής αυτής, ερειδομένης σε μεταξύ τους σύμβαση έργου και (γ) από 18-7-2007 αγωγής του εναγομένου, που θεμελιώνεται στον χαρακτηρισμό της μεταξύ τους σχέσης ως σύμβασης έργου. Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και καθόσον μέρος της είχε ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, αόριστη, μη ασκηθείσα κλπ., κατά τις εκεί διακρίσεις, χωρίς να προβεί με αυτήν, με δύναμη (δυσμενούς) δεδικασμένου για τον εναγόμενο,σε δεσμευτική διάγνωση ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας, αφού η υπόθεση δεν κρίθηκε στην ουσία της, ενώ η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση των διατάξεων των άρθ. 648, 652 και 653 ΑΚ έγινε για την με βάση αυτές κρίση, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και της αντέφεσης, περί του ορισμένου και νομίμου της αγωγής κατά τις σχετικές βάσεις της και δεν συνιστά ουσιαστική και κατά συνέπεια δεσμευτική διάγνωση της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αλλά και ως αλυσιτελείς, οι λόγοι της αναίρεσης (α) πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 648, 652 και 653 ΑΚ, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ως προς την φύση της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς το ζήτημα αυτό (β) δεύτερος κατά τα σχετικά σκέλη του από τον αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου για μη λήψη υπόψη νόμιμα προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (που είναι άλλωστε και απαράδεκτος) και από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου για μη λήψη υπόψη προταθέντων "πραγμάτων" και (γ) τέταρτος από τον αριθ. 20 του αυτού άρθρου για παραμόρφωση των εκεί αναφερομένων εγγράφων (που επίσης είναι απαράδεκτος).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθ. 7§§ 1 και 2 ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1966, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου δικαστικού ενσήμου, υποχρέωση που υπάρχει και στις εργατικές διαφορές κατ' άρθ. 71 ΕισΝΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 6§17 ν. 2479/1997), όταν το αίτημα της αγωγής υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ' ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησης αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην, στο προβλεπόμενο δε τέλος δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, υποβάλλονται και οι εργατικές διαφορές που ήδη εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663-676 ΚΠολΔ. Η εκδοχή αυτή συμβιβάζεται και προς την διάταξη του άρθ. 672 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την μη προκαταβολή των εξόδων και τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το δικαστικό ένσημο, αλλά αφορά την για άλλους λόγους μη εμφάνιση ή μη προσήκουσα εμφάνιση κάποιου από τους διαδίκους. Εξάλλου, κατά το άρθ. 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, κατ' εξαίρεση όμως μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται, σύμφωνα με το άρθ. 295§1 εδ. β' ΚΠολΔ, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία ως προς αυτό θεωρείται ως μη ασκηθείσα (άρθ. 295§1 ΚΠολΔ), και μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις, αλλά κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθ. 297 ΚΠολΔ και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, και επί διαφορών που δικάζονται κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, κατ' αντιστοιχία προς σχετική δήλωσή της στα πρακτικά, διέλαβε "Περιορίζω το καταψηφιστικό αίτημα στο πρώτο κονδύλιο των 19.503,80 ευρώ, δηλ. στο ποσό που κατέβαλα ή αντίστοιχα ζημιώθηκα από τις καταβολές, και 10.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι περιορίζω σε αναγνωριστικό από την κυρία βάση το ποσόν του κονδυλίου β ανερχόμενο σε 120.000 ευρώ, της πρώτης επικουρικής βάσης του κονδυλίου 2 το υπ' αριθ. γ ποσού 120.000 ευρώ, της επομένης επικουρικής βάσης το (Β) κονδύλιο ποσού 120.000 ευρώ, της μεθεπομένης επικουρικής βάσεως εξ αδικοπραξίας του κονδυλίου Β ποσού 120.000 ευρώ. Επειδή μετά τους ως άνω περιορισμούς κατέβαλα το δικαστικό ένσημο για ποσόν 29503,80 ευρώ". Όπως και το Εφετείο ορθά δέχθηκε, η ενάγουσα παραιτήθηκε ως άνω του (καταψηφιστικού) αιτήματος της αγωγής για την παράδοση του προγράμματος λογισμικού που είχε εκπονήσει ο εναγόμενος και ως προς αυτό η αγωγή της θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19, όπως φέρεται), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων περί δικαστικού ενσήμου, δέχθηκε εσφαλμένα ότι η ενάγουσα είχε παραιτηθεί με τις ενώπιον του Πρωτοδικείου προτάσεις της από το αίτημα για την εκ μέρους του αναιρεσείοντος εναγομένου παράδοση του εκπονηθέντος λογισμικού "επί του οποίου και δεν καταβάλλει δικαστικό ένσημο" και στην συνέχεια ότι λόγω της γενομένης δεκτής απ' αυτό ως άνω παραίτησης η αγωγή έπρεπε να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς το αίτημα αυτό, διαλαβόν και σχετική διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ η ενάγουσα ουδόλως παραιτήθηκε από το αίτημα αυτό και επομένως έπρεπε ως προς αυτό να δικασθεί ερήμην και ν' απορριφθεί η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 932 ΑΚ επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τ' αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216§1 ΚΠολΔ, αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την ένδικη αγωγή της και κατά την επικουρική από αδικοπραξία βάση της ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 10.000€, διότι μετά την άρνηση του αναιρεσείοντος εναγομένου να παραδώσει σ' αυτήν το λογισμικό, που είχε αναλάβει να δημιουργήσει, εξαναγκάσθηκε να ακυρώσει κάθε ενέργειά της για την πώλησή του και την επιδότησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα να πληγεί η φήμη της. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημα ήταν πραγματικά αόριστη, και ορθά χαρακτηρίσθηκε και απορρίφθηκε ως τέτοια με την προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον ουδέν σχετικό συγκεκριμένο περιστατικό περιλαμβάνει για την θεμελίωσή του και δη επίκληση των ονομάτων των υποψηφίων αγοραστών πλοιοκτητών, των σχετικών συμφωνιών, των προπαρασκευαστικών ενεργειών της ενάγουσας, της σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και του ύψους της απολεσθείσης επιδότησης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα αυτό ως αόριστη, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη και ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξάρτητ' από την αντιφατικότητά του, αφού, ως γνωστόν, η απόρριψη αγωγής λόγω αοριστίας κωλύει την έρευνα και απόρριψη αυτής και κατ' ουσίαν.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2009 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 974/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ