382/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated382/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει, επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώληση (άρθρο 513 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 382 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 382/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φαρατζή.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-10-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεις, τα θεμελιωτικά για την άσκηση διεκδικητικής αγωγής στοιχεία είναι η κυριότητα του ενάγοντα στο πράγμα, η κατάληψη του τελευταίου από τον εναγόμενο και η νομή αυτού κατά το χρόνο άσκησης της εν λόγω αγωγής, αίτημά της δε η απόδοση του πράγματος.
Όπως προκύπτει, επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώληση (άρθρο 513 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 και επ. ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει ατύπου δωρεάς, μεταβιβάσθηκε κατά το έτος 1969 στις εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες από τον πατέρα τους, ..., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, η νομή ενός ενιαίου αγροτικού ακινήτου, συνολικού εμβαδού έξι χιλιάδων εννεακοσίων εβδομήκοντα έξι τετραγωνικών μέτρων και δέκα επτά εκατοστών (6.976,17 τ.
μ.), κειμένου, εκτός ορίων οικισμού, στην θέση ..., της περιοχής ..., του Νομού ..., που συνορεύει, βορειοανατολικώς, με αγροτική οδό, βορειοδυτικώς, με ιδιοκτησίες κληρονόμων ..., ανατολικώς με αγροτική οδό, νοτίως, εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία ... και δυτικώς, με ιδιοκτησίες ... και είναι περιμετρικώς οριοθετημένο, με τοίχους-ξηρολιθιές, εκτός από την βόρεια πλευρά και τμήμα της ανατολικής πλευράς, όπου υπάρχουν υπολείμματα παλαιών περιτοιχίσεων, χωρίς συνέχεια.
Εντός του ακινήτου αυτού υπάρχουν, πετρότοιχοι ξηρολιθιές, που διαμορφώνουν το σύνολο του ακινήτου σε τμήματα, χωρίς όμως, να στοιχειοθετούν διακριτά όρια χωριστών ιδιοκτησιών και να αναιρούν το ενιαίο του ως άνω ακινήτου, αλλά και πολλά ελαιόδενδρα, πεύκα και ελάχιστες αγριοτσικουδιές, ενώ, στην ανατολική και στην δυτική πλευρά του επιδίκου ακινήτου, υπάρχουν ερείπια παλαιών κτισμάτων, ασκεπή και σχεδόν κατεστραμένα.
Περαιτέρω δε, αποδείχθηκε ότι, οι εφεσίβλητες, απέκτησαν, πρωτοτύπως και δη, με έκτακτη χρησικτησία, την συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, καθ' όσον, ασκούσαν αδιάκοπα πράξεις σύννομης, διανοία συγκυρίων επί του ως άνω ακινήτου, για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών και δη, από του έτους 1969 έως και το έτος 1990, ιδίως δε, με την καλλιέργεια των ελαιοδένδρων και την συλλογή του καρπού αυτών, ενώ, πριν από αυτές (τις εφεσίβλητες), ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος πατέρας τους, ασκούσε αδιάκοπα πράξεις νομής, επί του ιδίου ακινήτου, διανοία κυρίου, για χρονικό διάστημα τριάκοντα (30) ετών και δη, από τουέτους 1939 έως το έτος 1969.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι, οι εκκαλούντες, κατά το έτος 1990, κατέλαβαν τμήμα του ως άνω ακινήτου και επιδίωξαν να δημιουργήσουν τίτλο εμπραγμάτου δικαιώματος συγκυριότητος επί τμημάτων αυτού (του επιδίκου ακινήτου) συγκεκριμένα, η πρώτη, η δεύτερη και ο τρίτος των εκκαλούντων προέβησαν, στην κατάρτιση του υπ' αριθμόν 11.549/19ης Νοεμβρίου 1990 συμβολαιογραφικού εγγράφου δωρεάς εν ζωή (γονικής παροχής) ακινήτου, που συντάχθηκε υπό του τότε Συμβολαιογράφου Καλλιμασιάς του Νομού ..., Κ, και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο 353 με αριθμό 98, ώστε να εμφαίνεται ο πατέρας τους, ..., , να μεταβιβάζει στον καθένα εξ αυτών, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα τμήματος του επιδίκου ακινήτου, συνολικού εμβαδού δύο χιλιάδων επτακοσίων ογδοήκοντα πέντε τετραγωνικών μέτρων και εβδομήκοντα ενός εκατοστών (2.785,71 τ.
μ.), ως τούτο αποτυπώνεται στο από του Οκτωβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε υπό του Πολιτικού Μηχανικού .... Εν συνεχεία τούτων και προς ενίσχυση των τυχόν πράξεων νομής τους επί του ως άνω τμήματος του επιδίκου ακινήτου, κατόπιν σχετικών αιτήσεων, τους χορηγήθηκε η υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 636/3ης Οκτωβρίου 1990 βεβαίωση του τότε Προέδρου της Κοινότητος ..., περί της θέσεως του τμήματος του επιδίκου ακινήτου επί αγροτικής περιοχής και οι υπ' αριθμούς πρωτοκόλλου 38/14ης Ιανουαρίου 1991 και 203/1ης Φεβρουαρίου 1996 εγκρίσεις υλοτομίας, που εκδόθηκαν υπό της Διευθύνσεως Δασών, της Νομαρχίας ....
Επί πλέον, η τετάρτη εκκαλούσα, για τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο, προέβη στην κατάρτιση του υπ' αριθμόν 11.52978ης Νοεμβρίου 1990 συμβολαιογραφικού εγγράφου πωλήσεως ακινήτου, που συντάχθηκε υπό του τότε Συμβολαιογράφου Καλλιμασιάς, του Νομού ..., Κ, και μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο 366 και με αριθμό 70, ώστε να εμφαίνεται ότι, ο πατέρας της, ...
και της Χ, μεταβιβάζει σ' αυτήν, την κυριότητα ετέρου τμήματος του επιδίκου ακινήτου, συνολικού εμβαδού τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήκοντα οκτώ τετραγωνικών μέτρων και πεντήκοντα επτά εκατοστών (4.178,57 τ.μ.), ως τούτο αποτυπώνεται στο από του Οκτωβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε υπό του Πολιτικού Μηχανικού ....
Εν συνεχεία τούτων και προς ενίσχυση των τυχόν πράξεων νομής επί του τμήματος του επιδίκου ακινήτου, κατόπιν σχετικών αιτήσεων της, χορηγήθηκαν σ' αυτήν οι υπ' αριθμούς πρωτοκόλλου 39/14ης Ιανουαρίου 1991 και 2376/10ης Σεπτεμβρίου 1993 εγκρίσεις υλοτομίας, που εκδόθηκαν υπό της Διευθύνσεως δασών, της Νομαρχίας Χίου και η υπ' αριθμόν 78/28ης Μαρτίου 1994 άδεια οικοδομής, που εκδόθηκε υπό της Νομαρχίας Χίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1993, οι εκκαλούντες προέβησαν στην κατασκευή πέτρινου διαχωριστικού τοίχου, εντός του ακινήτου της κυριότητας των εφεσίβλητων, ώστε να εμφαίνεται ότι προϋπήρχε σταθερό ορόσημο μεταξύ δύο ομόρων ακινήτων, πλην όμως, κατά τα προαναφερόμενα, το επίδικο ακίνητο είναι ενιαίο και δεν διαχωρίζεται κατά τρόπο, που να υποδηλώνει την ύπαρξη τέτοιων ακινήτων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το αμέσως πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1094 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, αφού δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητες νέμονταν εξακολουθητικά το επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών και, ειδικότερα, από το έτος 1969 που ο πατέρας τους μεταβίβασε σ'αυτές το επίδικο κατόπιν άτυπης δωρεάς, και εφεξής μέχρι και το έτος 1990, με την άσκηση στο εν λόγω ακίνητο συγκεκριμένων πράξεων νομής με διάνοια συγκυρίων, δηλαδή της καλλιέργειας των σ'αυτό υπαρχόντων ελαιοδένδρων και τη συλλογή του καρπού των τελευταίων και, έτσι, απέκτησαν τη συγκυριότητά του κατά ποσοστό 1/2/ εξ αδιαιρέτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του και κατ'ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων και, ειδικότερα, να δεχθεί ότι οι τελευταίες απέκτησαν τη νομή του επίδικου αγροτικού ακινήτου με βάση άτυπη δωρεά από τον πατέρα τους και, έτσι, κατέστησαν συγκύριες αυτού με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία λόγω αδιάκοπης συννομής του επί εικοσαετία, δηλαδή μέχρι και το έτος 1990, χωρίς να διαλαμβάνει τον τρόπο κτήσης της νομής από τις αναιρεσίβλητες, παραβίασε ευθέως τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο, αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη.
Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο,, που δίκασε ως Εφετείο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται σ' αυτή ο τρόπος κτήσης της νομής του επίδικου αγροτικού ακινήτου από μέρους των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων (παράγωγα ή πρωτότυπα), η κτήση της νομής αυτής από τις ίδιες, το χρονικό σημείο κτήσης της νομής που αφετηριάζει τη χρησικτησία τους, η κατάληψη του πιο πάνω ακινήτου από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την έννοια της αφαίρεσης και κατακράτησης της νομής του εν λόγω ακινήτου απ' αυτή κατά τα έτη 1990 (της πώλησης και μεταβίβασης στην τελευταία από τον πατέρα της συμβολαιογραφικά της κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου), 1992 (της από μέρους της εκρίζωσης των ελαιοδένδρων που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο και ισοπέδωσης των σκαλών που, επίσης, υπήρχαν στο ίδιο) και 1994 (χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής), καθώς και η ύπαρξη νομής της ίδιας, κατά τον αμέσως πιο πάνω χρόνο (άσκησης της αγωγής), που αποτελούν στοιχεία θεμελιωτικά κατά πρώτο λόγο, "του νόμω βάσιμου της διεκδικητικής αγωγής".
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν, ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας παραδεκτά προτάθηκε από μέρους της στο Εφετείο, αλλιώς, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1094, αντίστοιχα, του ΑΚ, αφού στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις από 24-2-1997 προτάσεις της αναιρεσείουσας της πρώτης σ'αυτή συζήτησης της ένδικης αγωγής, με την επισήμανση ότι ο με τις ίδιες προτάσεις προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αοριστίας αφορούσε μόνο την περιγραφή και, ειδικότερα, την έκταση του επίδικου ακινήτου.
Η διάταξη του άρθρου 560 παρ.3 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση ...αν το δικαστήριο... δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του πολυμελούς πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως εφετείο δικάζον πολυμελές πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται κατά το άρθρο 18 αριθ.2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ'ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003, 30/1995, 3/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως εκτιμάται, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη 117/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτής κατά της 119/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου, την αιτίαση, ότι, εν όψει του ότι "η μείωση της αξίας ολόκληρου του ακινήτου, περίπου 7.000 τ.μ.
από τις αναιρεσίβλητες έγινε επί σκοπώ καταστρατήγησης των διατάξεων για την καθ'ύλην αρμοδιότητα", εσφαλμένα έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (το Ειρηνοδικείο) ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, γιατί η προσβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 117/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ