Legislator Case Law & Legislation
382/2009 AI generated

382/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 382/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1196/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 960/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/11/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

382/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ ορίζεται, ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 180 ΑΚ η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements lack of signature on-premises contracts pre-contractual rights and obligations non-binding offer unfair contract terms
AI generated
885/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
511/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
884/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1766/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1513/2010
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4510/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 986/2005 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 53/2007 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο αναίρεση την 986/2005 απόφαση και παρέπεψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 2527/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Σούφη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, 2) Ψ2, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαρδή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1196/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 960/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/11/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/1/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων στρέφει την ένδικη αναίρεση κατά της 960/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση αυτού κατά της 1196/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αλλά και κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Η αναίρεση, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά το μέρος που πλήττει την πρωτόδικη 1196/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είναι απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ ορίζεται, ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 180 ΑΚ η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι την ακυρότητα προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον. Εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο σύμβαση μισθώσεως κατά την έννοια του άρθρου 573 επ. ΑΚ, αλλά και εμπορική μίσθωση διεπόμενη από το ν. 813/1978 και ήδη πδ 34/1995. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει περαιτέρω, ότι απόλυτη είναι η εικονικότητα της μισθώσεως, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμία έννομη μεταβολή.

Αντιθέτως σχετική είναι η εικονικότητα όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική ή μερική αν η καλυπτόμενη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο αριθ. 19 και 20.

Συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την απόλυτη ή σχετική εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζόμενη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερόμενη στην αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173, 200) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, προσέφυγε μεν στους ως άνω κανόνες, με τη δοθείσα όμως ερμηνεία παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, ο οποίος σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων.

Τέλος, η κατ' άρθρο 138 ΑΚ εικονικότητα μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, εφόσον αναφέρεται στο κύρος της δικαιοπραξίας και δεν πρόκειται για τροποποίηση αυτής ως προς το καθορισμένο από τα συμβαλλόμενα μέρη περιεχόμενό της, ώστε να απαιτείται ο οριζόμενος για τη δικαιοπραξία τύπος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 6-12-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού η Α εκμίσθωσε στον ενάγοντα ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 59 μ2, με υπόγειο και πατάρι, ευρισκόμενο στον ...... και επί της οδού ......

αρ. ..., παραχωρώντας του το δικαίωμα να υπεκμισθώσει το μίσθιο σε οποιονδήποτε τρίτο επιθυμούσε και με οποιασδήποτε όρους. Ο ενάγων λοιπόν με το από 1-4-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσε στον 1ο εναγόμενο το ισόγειο και τα 3/4 του υπογείου του εν λόγω καταστήματος, προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πωλήσεως ειδών ζαχαροπλαστικής έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος 250.000 δραχμών, που θα αναπροσαρμοζόταν κατά 5% ετησίως.

Η χρονική διάρκεια της υπομισθώσεως ορίστηκε τριετής, δηλ. από 1-4-2000 έως 31-3-2003, προβλέφθηκε δε ότι σε περίπτωση που μετά τη λήξη της ο υπομισθωτής εξακολουθούσε να παραμένει στο μίσθιο, χωρίς εναντίωση του υπεκμισθωτή, αυτή θα παρατεινόταν αυτοδικαίως για όσο χρονικό διάστημα ο ενάγων θα εξακολουθούσε να παραμένει ως μισθωτής του όλου μισθίου.

Την ακριβή εκτέλεση των όρων της συμβάσεως αυτής εγγυήθηκε για τον 1ο των εναγομένων ο 2ος αυτών, ο οποίος συνυπέγραψε το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό με την ιδιότητα του εγγυητή. Κατά τον χρόνο καταρτίσεως της ανωτέρω συμβάσεως ο ενάγων και ο 1ος εναγόμενος κατήρτισαν επίσης την από 1-4-2000 έγγραφη σύμβαση, στην οποία ο 1ος εναγόμενος εμφανίζεται ότι αναθέτει έναντι αμοιβής στον ενάγοντα την αντιπροσώπευση των ειδών ζαχαροπλαστικής που ο ίδιος θα παρήγαγε.

Η αμοιβή αυτή ορίστηκε, ανεξάρτητα από το ύψος των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, στο ποσό των 450.000 δρχ μηνιαίως για το πρώτο έτος, των 472.500 δρχ για το δεύτερο έτος και των 496.120 δρχ για το τρίτο έτος, δηλ με ετήσια αναπροσαρμογή κατά 5%. Την εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως αυτής (η οποία επιγράφεται "σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας") εμφανίζεται ότι εγγυάται για τον 1ο εναγόμενο ο 2ος εναγόμενος, υπογράφοντας αυτήν με την ιδιότητα αυτή.

Η αληθής βούληση όμως των συμβαλλομένων μερών ήταν διαφορετική, αφού αυτοί ήθελαν να ισχύσει αυτή ως σύμβαση τμηματικής καταβολής "αέρα" δηλ ως (τμηματικώς καταβαλλόμενο) αντίτιμο των μεταβιβαζομένων από τον ενάγοντα άυλων αγαθών (πελατεία, φήμη κλπ) για την υπομίσθωση του καταστήματος, όπως κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ο μάρτυρας Β, επεξηγώντας ότι επιλέχθηκε αυτή η λύση προκειμένου η συμφωνία αυτή να αποκρυβεί από την εκμισθώτρια Α και ότι ο 1ος εναγόμενος βρισκόταν ταυτόχρονα σε αδυναμία άμεσης καταβολής του ποσού του "αέρα" που ζητούσε ο ενάγων (10.000.000 δρχ).

Η άποψη του μάρτυρα ότι η σύμβαση αυτή είναι εικονική προσεπιβεβαιώνεται από το ότι ο 1ος εναγόμενος αντικειμενικά δεν μπορούσε να αναθέσει την αντιπροσώπευση ειδών ζαχαροπλαστικής που δήθεν παρήγαγε αφού δεν είχε εργαστήριο παρασκευής αυτών, αλλά τα προμηθευόταν έτοιμα και τα πωλούσε περαιτέρω. Την εικονικότητα γνώριζαν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, επομένως η σύμβαση αυτή είναι άκυρη και δεν ισχύει ως εμπορική αντιπροσωπεία που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, σύμφωνα με τον βάσιμο ισχυρισμό που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι.

Ο ενάγων όμως για να στηρίξει την αγωγή του επικαλείται μόνο την ύπαρξη εμπορικής αντιπροσωπείας και δεν προβάλλει κάποια επικουρική βάση, για την περίπτωση τυχόν ακυρότητας της εν λόγω συμβάσεως. Επομένως, αφού το Δικαστήριο δεν ερευνά αυτεπαγγέλτως την τυχόν ύπαρξη άλλης δικαιοπραξίας καλυπτόμενης κάτω από την εικονική, είναι φανερό ότι από την άκυρη αυτή σύμβαση δεν γεννώνται αξιώσεις και συγκεκριμένα τα ζητούμενα με την αγωγή ποσά προμηθειών, μη αποδεικνυομένης της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, η οποία συνεπώς αποβαίνει απορριπτέα".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της 1196/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει αγωγή για επιδίκαση οφειλομένων προμηθειών από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του έτους 2002 μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Με την αναίρεση ο αναιρεσείων προσάπτει την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 138, 159, 173, 200 ΑΚ, διότι α) ενώ διαπίστωσε αμφιβολία για το χαρακτηρισμό της σύμβασης δεν προσέφυγε σε ερμηνεία, και β) πρόκειται για σύμβαση (σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης), που διέπεται από κανόνες δημόσιας τάξης κατά της οποίας δεν προτείνεται η ένσταση εικονικότητας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο α) δεν διαπίστωσε κενό και έτσι ορθά δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων στην επίμαχη δικαιοπραξία, προκειμένου να τη χαρακτηρίσει εικονική ως σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, και β) το αίτημα της αγωγής στηριζόταν στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που κρίθηκε ως εικονική και όχι στη σύμβαση μίσθωσης για την επαγγελματική στέγη και στις περί αυτής διατάξεις.

Εξάλλου, ο λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή κατά την παραδοχή της ότι όλα τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν την εικονικότητα, δεν εκθέτει τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψε αυτό, δεν ιδρύεται διότι οι αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Η προβαλλόμενη με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επίσης πλημμέλεια περί αντιφατικών και ελλειπών αιτιολογιών της προς το ποσό που δέχεται ότι συμφωνήθηκε να καταβληθεί "αέρα" και ως προς τα ποσά που καταβλήθηκαν γι' αυτόν είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι αναφέρεται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν πρόκειται για σύμβαση καταβολής αέρα.

Εξάλλου, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι, προς απόδειξη της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και της αποκρυπτόμενης σύμβασης μεταβίβασης "αέρα" της επιχείρησης έλαβε υπόψη μάρτυρες που αποτελούν ανεπίτρεπτα κατά το νόμο αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμη καθόσον τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να αποδειχθούν με όλα τα κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, εφόσον αφορούν το κύρος της δικαιοπραξίας και δεν πρόκειται για τροποποίηση αυτής ως προς το καθορισμένο από τα συμβαλλόμενα μέρη περιεχόμενό της.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην παραβίαση των διατάξεων περί επαγγελματικής στέγης αορίστως προτείνονται, αφού δεν προσδιορίζονται ενάριθμα ποιες διατάξεις παραβιάστηκαν, ούτε το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή και σε κάθε περίπτωση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η απόρριψη της αγωγής του έγινε επειδή δεν αποδείχθηκε η εγκυρότητα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας στην οποία αποκλειστικά στηριζόταν η αγωγική απαίτηση, κατά παραδοχή της ένστασης εικονικότητας αυτής που προέβαλαν νομίμως και παραδεκτώς οι εναγόμενοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 960/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και της 1196/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ