Legislator Case Law & Legislation
382/2007 AI generated

382/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 382/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2001, 11-5-2001 και 25-3-2002 κύριες αγωγές και με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 2292/Εγα401/16-7-2001 και 2293/Εγα402/16-7-2001 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2005 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

382/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμισή τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.

Keywords

AI generated
traffic accident rear-end collision accident consequences hit-and-run dangerous overtaking accident insurance coverage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 382 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 382/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 , 2. Χ2 και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ Α.Ε.Γ.Α.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Φ1 , για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα στα ανήλικα τέκνα της: α) .... και β) ..... , 2. ..... , 3. ..... , 4. ..... , 5. .... , 6. .... και 7. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Ρουμελιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2001, 11-5-2001 και 25-3-2002 κύριες αγωγές και με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 2292/Εγα401/16-7-2001 και 2293/Εγα402/16-7-2001 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2005 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικαστικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμισή τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Στις Ί4-1-2001 και περί ώρα 12.00, ο πρώτος εναγόμενος και στις τρεις ένδικες κύριες αγωγές Ψ1 , οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο της κυριότητάς του το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την απέναντι στους τρίτους αστική ευθύνη στην συνεναγομένη του ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ALIANZ ΑΕ", κινείτο στην Ε.Ο.

Αθηνών -Λαμίας, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Λαμία, με ταχύτητα 140 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν υπερβολική, ενόψει των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην συγκεκριμένη περιοχή, λόγω του ότι έπνεαν ισχυροί άνεμοι και έπεφτε δυνατή βροχή, που καθιστούσε το οδόστρωμα ιδιαίτερα ολισθηρό.

Εξαιτίας της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ως άνω οδηγού, όταν αυτός έφθανε στο 197,1 χιλιόμετρο της ως άνω Εθνικής Οδού, η οποία στο σημείο εκείνο είναι ανοιχτή καμπύλη, το αυτοκίνητο που οδηγούσε εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από Λαμία προς Αθήνα, στο οποίο κινούνταν κανονικά το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .....

αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ψ2 , ιδιοκτήτης αυτού, το οποίο κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS" και επέπεσε με σφοδρότητα, με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του, στο εμπρόσθιο και εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού. Λόγω δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Ψ2, εξετράπη από την πορεία του, εκτινάχτηκε στον αέρα και στη συνέχεια ανατράπηκε και κατέπεσε σε τάφρο έξω από το οδόστρωμα.

Το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ψ1, αφού περιστράφηκε γύρω από τον άξονά του, ακινητοποιήθηκε στο σημείο της σύγκρουσης και σε θέση κάθετη στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας από Λαμία προς Αθήνα, καταλαμβάνοντας τμήμα αυτού, πλάτους τριών μέτρων, (συνολικό πλάτος οδοστρώματος του ρεύματος πορείας 6,90 μέτρα), όπως τούτο προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας.

Την ίδια χρoνική στιγμή το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ρυμουλκό με επικαθήμενο, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος στη δεύτερη αγωγή Χ1, ιδιοκτησίας του τέταρτου εναγομένου στην ίδια αγωγή Χ2, ασφαλισμένο για την απέναντι στους τρίτους αστική ευθύνη στην συνεναγομένη τους ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "METROLIFE Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" το οποίο ήταν φορτωμένο με λιγνίτη και υπέρβαρο κατά 13.000 χιλιόγραμμα, κινείτο στην ίδια ως άνω Εθνική Οδό, με κατεύθυνση από Λαμία προς Αθήνα, (δηλαδή στο ίδιο ρεύμα πορείας με το προαναφερόμενο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του Ψ2), με ταχύτητα 80 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, Χ1, αν και αντιλήφθηκε την προαναφερόμενη σύγκρουση από απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων, δεδομένου ότι η Εθνική Οδός, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και τις φωτογραφίες, στη χιλιομετρική θέση 197,100 είναι ευθεία για τους κινούμενους από Λαμία προς Αθήνα και αρχίζει να γίνεται καμπύλη μετά το προαναφερόμενο σημείο σύγκρουσης των δύο παραπάνω οχημάτων, δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει το όχημά του, αλλά συνεχίζοντας την πορεία του, επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτού, στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του ακινητοποιημένου κάθετα στο οδόστρωμα υπ' αριθμόν .....

ΙΧΕ αυτοκινήτου του Ζ1, το οποίο σφηνώθηκε με όλο το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του κάτω από τους εμπρόσθιους τροχούς του φορτηγού και ακολούθως συμπαρασύρθηκε από το τελευταίο, που συνέχισε την πορεία του σε απόσταση 54 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, που ήταν το ίδιο και για τις δύο ως άνω διαδοχικές συγκρούσεις.

Από το παραπάνω αυτοκινητικό ατύχημα τραυματίσθηκαν θανάσιμα, ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Ψ2 και ο συνεπιβαίνων σ' αυτό και καθήμενος στη θέση του συνοδηγού .... , καθώς και ο επιβαίνων στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο και καθήμενος στη θέση του συνοδηγού ..... , ενώ τραυματίστηκε σοβαρά ο οδηγός του τελευταίου (με αριθμό κυκλοφορίας ....

ΙΧΕ) αυτοκινήτου, Ψ1. Επίσης αποδείχτηκε ότι υπέστησαν υλικές ζημιές και τα τρία παραπάνω οχήματα που ενεπλάκησαν στο ατύχημα. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγόμενου και στις τρεις κύριες αγωγές και ήδη εφεσίβλητου και στις τρεις των συνεκδικαζόμενων εφέσεων, Ζ1, ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ....

ΙΧΕ αυτοκίνητό του με ταχύτητα 140 χιλιομέτρων ανά ώρα, αν και κινείτο στη ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας, σε χιλιομετρική θέση, όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 80 χιλιόμετρα ανά ώρα και κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές συνθήκες (αέρας και δυνατή βροχή) οι οποίες επέβαλαν σε κάθε συνετό οδηγό να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του ακόμα και κάτω από το επιτρεπόμενο όριο, ώστε να έχει τη δυνατότητα να ασκεί ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 2696/1999).

Η αμελής αυτή οδηγητική συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού Ζ1 είχε ως αποτέλεσμα να εισέλθει το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο κινούνταν με κανονική ταχύτητα το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ψ2 , να συγκρουσθεί μαζί του και να επέλθουν από τη σύγκρουση αυτή οι προαναφερόμενες συνέπειες.

Στο σημείο τούτο πρέπει ν' αναφερθεί ότι ο οδηγός Ψ2 δεν ευθύνεται για την πρόκληση της προαναφερόμενης σύγκρουσης του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο του Ψ1, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες της πρώτης κύριας αγωγής, καθόσον αποδείχτηκε ότι αυτός, κατά τον επίδικο χρόνο κινούνταν κανονικά μέσα στο ρεύμα πορείας του και ουδεμία αμέλεια επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματός του.

Εξάλλου, στην ως άνω περιγραφόμενη αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου Ψ1 οφείλεται, κυρίως και η σύγκρουση του οχήματός του με το αριθμό κυκλοφορίας .... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ρυμουλκό με επικαθήμενο, που οδηγούσε ο Χ1, τρίτος εναγόμενος στη δεύτερη αγωγή των Φ1 και λοιπών εναγόντων και εφεσίβλητου στη δεύτερη των συνεκδικαζομένων εφέσεων, το οποίο κινούνταν πίσω από το αυτοκίνητο του Ψ2.

Στην πρόκληση, όμως, της δεύτερης αυτής σύγκρουσης συνέβαλε και ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, Χ1, κατά ποσοστό 50%. Συγκεκριμένα, η αμέλεια του τελευταίου θεμελιώνεται στις ακόλουθες ενέργειες και παραλείψεις του: 1) κινούνταν στην ίδια παραπάνω Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας, με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, (όπως προκύπτει από τον ταχογράφο του οχήματός του), που ήταν υπερβολική ενόψει των ιδιαίτερα δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή και της αυξημένης, λόγω της καταρρακτώδους βροχής, ολισθηρότητας του οδοστρώματος και καθ' υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου για φορτηγά ορίου ταχύτητας των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ μετέφερε λιγνίτη και το φορτηγό που οδηγούσε ήταν υπέρβαρο κατά 13.000 κιλά, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική έκθεση βεβαίωσης παραβάσεως και το ζυγολόγιο σε συνδυασμό με την άδεια κυκλοφορίας του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, 2) από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής κάθε μέσου, συνετού και ευσυνείδητου οδηγού υπό τις ανάλογες συνθήκες, αν και ακολουθώντας το αυτοκίνητο του Ψ2 σε απόσταση 100 μέτρων τουλάχιστον είχε τη δυνατότητα χρονικά ν' αντιληφθεί και αντιλήφθηκε πράγματι, όπως, άλλωστε και ο ίδιος καταθέτει στην προανακριτική του κατάθεση την ανεξέλεγκτη είσοδο του αυτοκινήτου του Ψ1 στο ρεύμα πορείας του (προς Αθήνα) και τη σύγκρουση αυτού με το αυτοκίνητο του Ψ2, καθώς και τη θέση που το πρώτο αυτοκίνητο έλαβε μετά τη σύγκρουση, το οποίο όπως προαναφέρθηκε ακινητοποιήθηκε κάθετα στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας αυτού, δεν μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, ώστε να έχει τη δυνατότητα ασκώντας τον επιβαλλόμενο για κάθε μέσο συνετό οδηγό έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, να διακόψει την πορεία του ή να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό και ν' αποφύγει τη σύγκρουση με το υπ' αριθμό ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ1, αλλά συνέχισε τη πορεία του με την ίδια ταχύτητα, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο ακινητοποιημένο όχημα του Ψ1 και να προκληθεί και η δεύτερη σύγκρουση, κατά την οποία επήλθε και ο θάνατος του Ζ1, συνεπιβαίνοντος στη θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ψ1, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες στη δεύτερη των συνεκδικαζομένων εφέσεων, επαναφέροντας έτσι και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τον αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό τους.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου θεμελιώνεται στα παρακάτω γεγονότα που αποδείχτηκαν: α) το αυτοκίνητο του Ψ1, κατά τη πρώτη σύγκρουση προσέκρουσε στο αυτοκίνητο του Ψ2 με το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του, δηλαδή, από την πλευρά του οδηγού και όχι του συνοδηγού, ενώ κατά τη δεύτερη σύγκρουση, το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ1 επέπεσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτού, δηλαδή, στο τμήμα του αμαξώματος στο οποίο βρίσκεται η θέση του συνοδηγού .... , το οποίο, μάλιστα, καταπλακώθηκε από τους εμπρόσθιους τροχούς του φορτηγού και συρόμενο σε απόσταση 54 μέτρων διαλύθηκε κυριολεκτικά, β) ο θάνατος του Ζ1 , σύμφωνα με τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση επήλθε από σύνθλιψη του κρανίου και έξοδο της εγκεφαλικής ουσίας, δηλαδή, από σωματικές βλάβες που δεν ήταν δυνατόν να προκληθούν από την πρώτη σύγκρουση, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο ως άνω θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος, φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Αντίθετα είναι βέβαιο ότι οι συγκεκριμένες σωματικές βλάβες προκλήθηκαν κατά τη δεύτερη σύγκρουση, από την καταπλάκωση του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου του Ψ1 από το εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Ψ1, είναι ο μόνος επιζών των δυο συγκρούσεων, ενώ όπως προκύπτει από τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση, αυτός υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συνοδές ορθοπεδικές κακώσεις, δηλαδή σωματικές βλάβες, που δεν ήταν δυνατόν να προκληθούν από τη πρώτη σύγκρουση, αλλά μόνον από τη δεύτερη, καθόσον λόγω της καταπλάκωσης του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου από το φορτηγό, ο ουρανός αυτού πάνω από τη θέση του οδηγού Ψ1 υποχώρησε, ενώ πάνω από τη θέση του συνοδηγού Ζ1 καταστράφηκε ολοσχερώς, όπως αυτά προκύπτουν από την έκθεση επιθεώρησης οχημάτων και από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες.

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε στην ουσία της την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ψ1 κλπ ως και των ήδη αναιρεσειόντων αφού δέχθηκε ως βάσιμο λόγο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων- στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως προς τους αναιρεσείοντες μετά την παραδοχή του ισχυρισμού περί αποκλειστικής υπαιτιότητος του ετέρου οδηγού Ψ1 στην επέλευση του ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του Ζ1 που συνεπέβαινε στο αυτοκίνητο του τελευταίου (Ψ1).

Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των αυτοκινήτων, οι οποίοι ενεπλάκησαν στο ατύχημα. Δεν συνιστά δε αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου ότι το ατύχημα οφείλεται κυρίως στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού Ψ1 προς την παραδοχή του ότι η ευθύνη του τελευταίου (Ψ1) και η ευθύνη του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου Χ1 στην επέλευση του ατυχήματος είναι κατά ποσοστό 50% αφού η εξέταση του επιμερισμού της υπαιτιότητας στην παρούσα δίκη από το Εφετείο δεν παράγει δεδικασμένο για τις εσωτερικές μεταξύ των ως άνω οδηγών σχέσεις οι οποίες θα ανακύψουν στη δίκη της αναγωγής.

Εξ άλλου ούτε η κρίση του Εφετείου για την ύπαρξη ευθύνης ανεξάρτητα από το ποσοστό υπαιτιότητος του καθενός δημιουργεί μεταξύ των ως άνω οδηγών δεδικασμένο γιατί αυτό (δεδικασμένο) προϋποθέτει κατ΄ αντιδικία διάγνωση της διαφοράς και δεν ισχύει μεταξύ των ομοδίκων.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. η αιτίαση ότι τούτο δεν έλαβε υπόψη και την υπ΄ αριθμόν 1298/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που είχε κρίνει επί του ιδίου ατυχήματος και στη δίκη αυτή δεν συμμετείχαν οι ήδη αναιρεσείοντες. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί συνυπαιτιότητος των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο παρόλο που δεν μνημονεύει την ως άνω απόφαση ειδικώς και δεν την αξιολογεί ξεχωριστά έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και αυτή την απόφαση που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι ήδη αναιρεσείοντες.

Συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμήθηκε, αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν απάντησε στο αίτημά τους, που παραδεκτά προέβαλαν με τις προτάσεις τους, περί καθορισμού του ποσοστού συνυπαιτιότητας μεταξύ των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Ζ1 και δη κατά ποσοστό 98% και 2% αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο σχετικός ισχυρισμός τους ήταν μη νόμιμος για το λόγο ότι στη δίκη αυτή οι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα.

IV. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντος κρίση του να σχηματίσει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και κατά το από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. τμήμα του προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) της ιατροδικαστικής εκθέσεως θανάτου του Ζ1 , 2) της εκθέσεως αυτοψίας της τροχαίας Λαμίας σε συνδυασμό 3) με την έκθεση επιθεωρήσεως οχημάτων του ΚΤΕΟ Λαμίας ενόψει του ότι 1) η ιατροδικαστική έκθεση αναφέρει ότι ο θάνατος του ως άνω επήλθε από την σύνθλιψη του κρανίου και την έξοδο εγκεφαλικής ουσίας 2) η έκθεση αυτοψίας ότι το αυτοκίνητο όπου επέβαινε ο ως άνω έπαθε βλάβες στην εμπρόσθια και δεξιά πλευρά και 3) η έκθεση επιθεωρήσεως ότι το ανωτέρω όχημα φέρει κτύπημα σε όλη την εμπρόσθια πλευρά του καθώς και σε όλη την δεξιά πλευρά μέχρι την πίσω δεξιά πόρτα και έχει καταστραφεί ο ουρανός του, τα οποία οι αναιρεσείοντες επεκαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο θάνατος του ως άνω δεν επήλθε από την πρόσκρουση του φορτηγού αυτοκινήτου επί του αυτοκινήτου που επέβαινε ο ως άνω θανασίμως τραυματισθείς.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ότι ο θάνατος του επιβαίνοντος Ζ1 οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, ήτοι του Ψ1 και του Χ1 από τη συνεκτίμηση όλων των αναφερθέντων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων και εγγράφων) και όχι αποκλειστικά ή κυρίως από το περιεχόμενο των προαναφερθεισών τριών (3) εκθέσεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1 κλπ για αναίρεση της 170/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ