382/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ελένη Παναγιωτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated382/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Στην απλή μορφή της, που υπάρχει όταν συντρέξουν τα υπό του νόμου απαιτούμενα στοιχεία για τη συγκρότηση της ειδικής της υπόστασης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 382 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 382/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Ελένη Παναγιωτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 180/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Π. Σ. του Ι., κάτοικο ..., 2. Δ. Κ. του Μ., κάτοικο .... Και πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Γ. του Γ., κάτοικο .... Και πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Γ. του Γ., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1138/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 396/21-9-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ., την 52/27-4-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά του 180/005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψεν κατ' ουσία την 476/04 έφεσή του, καθώς και τις όμοιες των συγκατηγορουμένων του Π. Σ. του Ι., κατοίκου ... και Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., κατά του 3423/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το επικύρωσε και διέταξε την εκτέλεσή του, που τον παραπέμπει, μαζί με τους ανωτέρω δυο συγκατηγορουμένους του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [για κακουργήματα] Αθηνών για διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία, [άρθρα,60,45,386 ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου από το δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Παϊπέτη, ειδικά εξουσιοδοτημένο για τούτο με την επισυναπτόμενη από 26-4-05 έγγραφη και επικυρωμένη εξουσιοδότησή του, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το αναιρεσειβαλόμενο βούλευμα, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση αυτού στον ίδιο, που έλαβε χώρα στις 18-4-05 [βλ. επιδοτήριο του αστυφύλακα Δ. Ζ.. Η σχετική έκθεση του γραμματέα συντάχθηκε με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει το λόγο για τον οποίο ασκείται, που είναι η έλλειψη της αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα.[άρθρο 484 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ]. Συνεπώς, η αίτηση είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, αφού ασκείται δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο, στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτή και ασκείται για προβλεπόμενο από το νόμο λόγο, σύμφωνα με τα άρθρα 482,484 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ. Γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.3-Έλεγχος των λόγων αναίρεσης.
α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ'είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ'αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693].
β-Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστ. με τα άρθρα 1 παρ.11 του Ν.2.408 της 31-5/4-6-96 (ΦΕΚ-Α/104) και στη συνέχεια με το 14 παρ.4 του Ν. 2.721 της 3/3-6-99, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων [5.000.000] δρχ. ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων [25.000.000] δρχ.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απάτη τιμωρείται υπό τις εξής τρεις μορφές.
α) Στην απλή μορφή της, που υπάρχει όταν συντρέξουν τα υπό του νόμου απαιτούμενα στοιχεία για τη συγκρότηση της ειδικής της υπόστασης.
β) Στην απλά διακεκριμένη μορφή της, που υπάρχει όταν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση κατά την οποία η ζημία που προξενήθηκε χαρακτηρίζεται ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.Και γ) στην ιδιαίτερα διακεκριμένη μορφή της, την κακουργηματική, που υπάρχει στις εξής δυο επιβαρυντικές περιπτώσεις: 1) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων [5.000.000] δρχ. ή 15.000 Ε],και 2) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων [25.000.000 δρχ. ή τα 73.000 Ε].
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 Π.Κ. η οποία αναφέρεται στο ζήτημα της επίδρασης του επιεικέστερου νόμου προκύπτει ότι ο ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο νόμος έχει αναδρομική ισχύ μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του. [Α.Π. 53/98 Ποιν. Δικ. 1998/291, 1241/98 Ποιν. Νομολ. Α.Π. 1998/422, 1258/98 Ποιν. Νομολ. Α.Π. 1998/427, Α.Π. 1696/98 Ποιν. Νομολ. Α.Π. 1998/520]. Πριν από την τροποποίηση της παρ.3 από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/99,δεν υπήρχε η επιβαρυντική περίσταση κατά την οποία η απάτη χαρακτηρίζεται κακούργημα εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ, οπότε κάθε πράξη απάτης που υπερέβαινε αυτό το ποσό είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα. Συνεπώς η νέα αυτή διάταξη είναι αυστηρότερη και εφαρμόζεται μόνο για τις τελεσθείσες πράξεις μετά το Ν.2721/3-6-99 και όχι και σ' αυτές που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του. Κατ'επάγγελμα, τέλος, τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για το χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος αρκεί η συνδρομή μιας από της ανωτέρω περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, ενώ η ύπαρξη αμφοτέρων των περιπτώσεων ασκεί επιρροή μόνο στην επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ. 1046/95 Π.ΧΡ. ΜΣΤ/74).
γ-Στην προκειμένη περίπτωση, το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, τα οποία απαριθμεί κατ' είδος, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων μαζί με τους συγκατηγορουμένους του 1) Π. Σ. και Δ. Κ., κατόπιν συναπόφασης που έλαβαν μεταξύ τους στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 2-10-96 έως 9-6-98, παρέστησαν στον παθόντα Θ.
Γ., κάτοικο ..., ότι η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία τους υπό την επωνυμία GENERAL ACTIVITIES SA είχε μεγάλη οικονομική ευρωστία, και δη πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών, είχε εγκριθεί σχετική αίτησή της απ' αυτό και είχε αναπτύξει οικονομική συνεργασία με μεγάλου μεγέθους εταιρία του εξωτερικού και με την Τράπεζα Πειραιώς, και ως εκ τούτου με τη συμμετοχή του στην αύξηση του κεφαλαίου της θα εξασφάλιζε βέβαιο κέρδος τουλάχιστον 25% ετησίως.
Με τις παραστάσεις τους αυτές τον έπεισαν να τους καταβάλει για αγορά μετοχών της διαδοχικά μέσω των τραπεζικών λογαριασμών των τελευταίων κατηγορουμένων το συνολικό ποσό των 110.315,488 Ε. (37.590.000 δρχ.).Οι παραστάσεις τους όμως αυτές ήσαν ψευδείς και αυτοί προέβησαν σ' αυτές εν γνώσει της αναλήθειας τους, καθόσον αληθινό ήταν ότι η ανώνυμη εταιρία που εκπροσωπούσαν δεν είχε καθόλου οικονομική ευρωστία, αφού ούτε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αθηνών πληρούσε, ούτε είχε εγκριθεί σχετική αίτησή της απ' αυτό και ούτε είχεν αναπτύξει καμία οικονομική δραστηριότητα με μεγάλης οικονομικής επιφάνειας εταιρία του εξωτερικού ή με την Τράπεζα Πειραιώς.
Έτσι, με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις τους ζημίωσαν την περιουσία του παθόντος με το ανωτέρω ποσό που τους κατέβαλε με αντίστοιχο το παράνομο περιουσιακό τους όφελος, το οποίο εξαρχής επιδίωκαν.
Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο ότι στοιχειοθετείται σε βάρος των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο αναιρεσείων, το έγκλημα της απάτης, κατά συναυτουργία, το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τελέσθηκε απ' αυτούς με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κακουργηματικής μορφής του, καθόσον αφενός μεν τελέσθηκε από τους υπαίτιους κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της απάτης, δοθέντος ότι τέλεσαν απάτες με τον ίδιο τρόπο και σε βάρος των Κ.
Α., Π. Λ. και Π. Κ., προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος, αφετέρου δε το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδίωξαν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ ή τα 15.000 Ε, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45,60 και 366 παρ.1 και 3 περ. α' ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, ο τρόπος που ενήργησαν από κοινού οι κατηγορούμενοι για την τέλεση της πράξεως, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο για να δικασθούν για την ανωτέρω πράξη, όπως αυτή προβλέπεται από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
3-Kατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.[άρθρα 485 παρ.1, 515 παρ. 3 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η 52/27-4-05 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά του 180/005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε." Αθήνα 19 Σεπτεμβρίου 2005 Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της.
Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και όταν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Η τελευταία αυτή διάταξη, μετά την κατά τα προεκτεθέντα τροποποίησή της, είναι, ενόψει του οριζόμενου πλέον ελάχιστου ποσού του επιδιωκόμενου οφέλους ή της προξενηθείσας ζημίας, επιεικέστερη και εφαρμόζεται αναδρομικά σύμφωνα με το άρθρο 2 Π.Κ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, μετά από μήνυση του Θ.
Γ., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, και των Π. Σ. και Δ. Κ. για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία και διεξήχθη κύρια ανάκριση. Σχετικά εκδόθηκαν το 3423/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για το κακούργημα της απάτης από κοινού κατ' επάγγελμα με συνολική ζημία, και αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων, άνω των 5.000.000 δραχμών, και μετά από έφεσή τους, το προσβαλλόμενο 180/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, για να δικαιολογήσει την άνω κρίση του, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων [μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα της δικογραφίας, απολογίες των κατηγορουμένων, και υπομνήματά τους] ότι στις αρχές Οκτωβρίου του 1996, ο μηνυτής, κάτοικος ..., κατόπιν προτροπής του γνωστού σ' αυτόν Δ.
Κ., συνάντησε στην Αθήνα τον τελευταίο, τον αναιρεσείοντα, διευθύνοντα σύμβουλο της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL ACTIVITIES SA", και τον Π. Σ., μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρείας, και ότι αυτοί, και οι τρεις, έχοντας συναποφασίσει να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του, παρέστησαν σ' αυτόν, ότι η άνω, εδρεύουσα στην Αθήνα, ανώνυμη εταιρία είχε μεγάλη οικονομική ευρωστία, είχε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είχε μάλιστα εγκριθεί σχετική αίτησή της, και είχε αναπτύξει οικονομική συνεργασία με μεγάλου μεγέθους εταιρία του εξωτερικού και με την Τράπεζα Πειραιώς, και ως εκ τούτου, σε περίπτωση συμμετοχής του στην αύξηση του κεφαλαίου της, θα εξασφάλιζε βέβαιο κέρδος τουλάχιστον 25% ετησίως.
Ότι με τις παραστάσεις τους αυτές οι κατηγορούμενοι τον έπεισαν να τους καταβάλει τμηματικά, κατά το από 2.10.1996 έως 9.6.1998 χρονικό διάστημα για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας, μέσω των τραπεζικών λογαριασμών των εκ των κατηγορουμένων Δ. Κ. και Π. Σ., το συνολικό ποσό των 110.315,488 Ε. (37.590.000 δρχ.), καταρτίστηκαν δε παραλλήλως μεταξύ του μηνυτή και του αναιρεσείοντος τα από 20.8.97, 27.9.97, 10.10.97 και 19.1.98 προσύμφωνα πώλησης μετοχών, δυνάμει των οποίων ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στον μηνυτή τις αναφερόμενες στα συμφωνητικά αυτά μετοχές.
Οι παραστάσεις τους όμως αυτές ήταν ψευδείς και αυτοί προέβησαν σ' αυτές εν γνώσει της αναλήθειάς τους, καθόσον αληθινό ήταν ότι η άνω ανώνυμη εταιρία δεν είχε καθόλου οικονομική ευρωστία, αφού ούτε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αθηνών πληρούσε, ούτε είχε εγκριθεί σχετική αίτησή της από αυτό και δεν είχε αναπτύξει καμία οικονομική δραστηριότητα με μεγάλης οικονομικής επιφάνειας εταιρία του εξωτερικού ή με την Τράπεζα Πειραιώς.
Έτσι, με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις τους, ζημίωσαν την περιουσία του παθόντος κατά το παραπάνω ποσό που τους κατέβαλε, αποκόμισαν δε αυτοί αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο εξαρχής επεδίωκαν, αφού ούτε μετοχές της άνω εταιρείας, η οποία μάλιστα από το 1988 έχει αδρανοποιηθεί, παραδόθηκαν ποτέ σ' αυτόν, ούτε τα χρήματα που είχε καταβάλει του επέστρεψαν.
Δέχθηκε επίσης το Συμβούλιο Εφετών, ότι ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα, διότι θύματα τους υπήρξαν, εκτός άλλων, και οι Π. Λ., Κ. Α. και Π. Κ., στους δύο τελευταίους μάλιστα με τις 212/2003 και 211/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης έχουν υποχρεωθεί να καταβάλουν προς αποζημίωσή τους τα ποσά των 4.538,88 και 4.538,84 ευρώ αντιστοίχως, και ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, και μετά από λεπτομερή έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την ανωτέρω σε βαθμό κακουργήματος αξιόποινη πράξη.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' επάγγελμα από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ.
στ', 45 και 386 παρ. 1, 3 περ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος και των φερόμενων ως συναυτουργών του [μεγάλη επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας που εκπροσωπούσε, οικονομική επιφάνεια και υποδομή για την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο] με τις οποίες πέτυχαν να δημιουργήσουν στο μηνυτή την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης όσων είχαν συμφωνηθεί [χρηματική επένδυση με κέρδη τουλάχιστον 25% ετησίως] με βάση την ψευδή κατάσταση που είχαν εμφανίσει, έχοντας ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσουν τα όσα είχαν συμφωνηθεί, και προσδιορίζεται η βλάβη του μηνυτή η οποία επήλθε στην περιουσία του εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών ενεργειών και παραστάσεων, και η οποία συνίσταται στην παράδοση και στην απώλεια του ποσού των 37.590.000 δραχμών, το οποίο παράνομα αυτοί προσπορίστηκαν.
Η βλάβη δε αυτή βρίσκεται σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές τους και προς την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αυτοί αποσκοπούσαν και πράγματι πέτυχαν. Ακόμη, ως προς την επιβαρυντική περίσταση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης, το Συμβούλιο Εφετών, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του στην επανειλημμένη τέλεση της πράξης από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Επομένως, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' του ΚΠΔ, όπως εκτιμώνται, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, στα πλαίσια του παραπάνω λόγων αναίρεσης πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [ άρθ. 515 παρ. 3 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 52/27.4.2005 αίτηση του Χ. Λ. του Κ. για αναίρεση του 180/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ