Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of company's claim regarding misappropriation of funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim. The appellant argued the second-instance court failed to consider specific evidence regarding the misappropriation of funds for company needs. The court ruled that the appellate judgment explicitly stated all submitted evidence was considered, rendering the appeal's claim of non-consideration baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18 §§1 and 2, 22 of Law 2190/1920; Article 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if the appealed judgment explicitly states that all submitted evidence was taken into account and evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 381 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 381/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Δ. Ε. Ι. Α. «Ε., με το διακριτικό τίτλο «Α. Ι. Α. «Ε., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαννακουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Ο., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κράια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15018/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 955/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/9/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 955/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρ. 18§§1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68, 70, 211, 216, 229, 232 και 713 του ΑΚ, συνάγεται ότι το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει μεν στο διοικητικό συμβούλιό της που ενεργεί είτε συλλογικώς είτε με υποκατάστατα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τρίτα πρόσωπα, στα οποία, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, αναθέτει, ολικά ή μερικά, την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της και τα οποία εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας, ως όργανα της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό, όμως δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί κατά περίπτωση να είναι άτυπη και να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων πράξεων σε υπάλληλο της εταιρείας ή σε άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρείας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος).
Μάλιστα τα πρόσωπα αυτά συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 1324/2014, ΑΠ 1789/2013).
Παρέπεται έτσι ότι όταν προβάλλεται έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης της εταιρείας κατά τη σύναψη δικαιοπραξίας, με συνέπεια να αμφισβητείται τότε το κύρος της, εκείνος μεν που επικαλείται τη δικαιοπραξία πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι καταρτίστηκε από αυτόν που εκπροσωπεί νόμιμα την εταιρεία, το δε δικαστήριο υποχρεούται, αντίστοιχα, να προσδιορίσει με την απόφασή του το πρόσωπο που ενήργησε στο όνομα ή για λογαριασμό της (ΑΠ 473/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 38/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1445/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, καθόσον με παντελή έλλειψη αιτιολογίας ενώ δέχθηκε ότι οι επίδικες συμβάσεις δανείου καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας δια του Σ.
Γ. που είχε αναλάβει την επιστημονική υποστήριξη της τελευταίας, δεν αναφέρει την ιδιότητα, με την οποία ο Σ. Γ. ενήργησε κατά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, δηλαδή ως όργανο που εκπροσωπεί νόμιμα το νομικό πρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και δη μέσα στα όρια της εξουσίας αυτής. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Ο ενάγων ήδη εφεσίβλητος, συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός και εργολάβος οικοδομών, από το έτος 1992 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Σ.
Γ., βιοπαθολόγο, στρατιωτικό ιατρό, μέχρι το έτος 2008, που συνταξιοδοτήθηκε. Ο. τελευταίος, Σ. Γ., το έτος 2001 μαζί με τον Ι. Π., επίσης στρατιωτικό ιατρό, ίδρυσαν την εναγόμενη εταιρεία, (ήδη εκκαλούσα), της οποίας η δραστηριότητα ήταν ιατρικό διαγνωστικό κέντρο (μικροβιολογικό, ουρολογικό και αιματολογικό διαγνωστικό κέντρο).
Ο Σ. Γ., νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας, (βλ. ΦΕΚ τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 1148/15.02.2013) κατείχε το 49% των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο 51% κατείχε ο συνεταίρος του, Ι. Π., επίσης στρατιωτικός ιατρός. Ε., δεν επιτρεπόταν στους στρατιωτικούς ιατρούς να συμμετέχουν σε ανώνυμες εταιρείες, γι αυτό, από την ίδρυση της εναγόμενης εταιρείας, το έτος 1991, φαίνονταν τυπικά κατέχοντες μετοχές της, σε ποσοστό 49% αυτών, η μητέρα του Σ.
Γ., Π. Γ. του Σ., και σε ποσοστό 51%, ο πατέρας του Ι. Π., Π. Π., ιατρός καρδιολόγος ώστε να πληρούται και η επιβαλλόμενη από το νόμο (π.δ. 84/2001) προϋπόθεση κατοχής του 51% του μετοχικού κεφαλαίου των ιατρικών ανωνύμων εταιριών από ιατρό. Περαιτέρω, το έτος 2007, ο ενάγων, μετά από παραινέσεις και του φίλου του Σ. Γ., εξέφρασε την επιθυμία, να συμμετέχει στην εναγόμενη εταιρία, δεδομένου ότι ήδη από το έτος 2006 ο Ι.
Π. είχε εκφράσει τη βούληση να αποχωρήσει από αυτήν. Γι αυτό, όλοι οι ενδιαφερόμενοι, συμφώνησαν ώστε ο ενάγων να αγοράσει το 51% των μετοχών του Ι. Π., από τις οποίες στην συνέχεια ποσοστό 2% αυτών, θα μεταβίβαζε στον Σ. Γ., ο οποίος ήδη θα είχε συνταξιοδοτηθεί, και δεν θα υπήρχε το κώλυμα της στρατιωτικής ιδιότητας ενώ αντιθέτως θα υπήρχε η προαναφερόμενη επιβαλλόμενη από το π.δ. 84/2001 προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας της εταιρίας τους, της ιατρικής ιδιότητας.
Έτσι στις 19.10.2007 υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του Ι. Π. (φερομένου ως πληρεξουσίου του τυπικά μετόχου πατέρα του Π. Π.) ιδιωτικό συμφωνητικό (προσύμφωνο) μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών της εναγομένης, ιατρικής εταιρίας, δυνάμει του οποίου οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν την πώληση και τη μελλοντική (στις 31.10.2009) μεταβίβαση από τον Ι.
Π. προς τον ενάγοντα, των 1.020 ονομαστικών μετοχών που κατείχε, και που αντιστοιχούσαν στο 51% του κεφαλαίου της εταιρίας, έναντι τιμήματος ποσού 500.004 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 50.000 ευρώ, κατέβαλε ο ενάγων στον Ι. Π. με την υπογραφή του προσυμφώνου, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 450.004 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την υπογραφή του σχετικού οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης στις 31-10-2009.
Με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό (όρος 8 αυτού) ο ενάγων, ανέλαβε την υποχρέωση, ταυτόχρονα, με τη μεταβίβαση σ' αυτόν του 51% των μετοχών της εναγομένης, να μεταβιβάσει μετοχές που θα αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 2% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, σε πρόσωπο που θα του υποδείκνυε η ετέρα μέτοχος Π. Γ., ήτοι στον Σ.
Γ., ο οποίος θα πληρούσε τότε, την επιβαλλόμενη από το π.δ. 84/2001 προϋπόθεση της ιδιότητας μόνο του ιατρού. Ακολούθως, στις 19-10-2007 τροποποιήθηκε (καταχώρηση στο Μ.Α.Ε. στις 17.12.2007 και δημοσίευση στο ΦΕΚ στις 07.01.2008), και η σύνθεση του Δ.Σ. της εναγομένης, με τη συμμετοχή πλέον και του ενάγοντα. Έτσι το ΔΣ της εναγομένης, αποτελούνταν από τον Α.
Μ., ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, με μέλη τον ενάγοντα, την Α. Π. και τον Σ. Γ.. Ε., βάσει της ανωτέρω τροποποίησης, ανατέθηκε στον Α. Μ. και, σε περίπτωση κωλύματός του, στον ενάγοντα, η ενάσκηση του συνόλου των δικαιωμάτων του Δ.Σ. της εταιρίας και επιπλέον παρασχέθηκε σ' αυτούς το δικαίωμα "όπως με την εταιρική υπογραφή, που αποτελείται από τη σφραγίδα της εταιρίας "Α.
Ι. Α..Ε.. και με μια από τις υπογραφές (αυτών), να αναλαμβάνουν χρήματα, χρηματόγραφα, μερισματαποδείξεις, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν, αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια και εκδίδουν και οπισθογραφούν επιταγές ... και γενικά διαχειρίζονται και συμβάλλονται για λογαριασμό της εταιρίας και συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις σε ανοικτό λογαριασμό και να κάνουν χρήση αυτών" (βλ.
ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 121/07.01.2008 που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση από τον ενάγοντα). Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, ο ενάγων με τον Σ. Γ., ο οποίος ακόμη δεν είχε αποστρατευθεί και υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιατρός, και είχε αναλάβει την επιστημονική υποστήριξη της εναγομένης, ενώ ο ενάγων τη χρηματοοικονομική υποστήριξη αυτής, συμφώνησαν να δανειοδοτήσει ο ενάγων την εναγόμενη εταιρεία, με το ποσό των 200.000 ευρώ, λόγω προβλημάτων ρευστότητας που αυτή αντιμετώπιζε, εξαιτίας, της καθυστέρησης των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης να εξοφλούν τις οφειλές τους από τις δαπάνες εξετάσεων των ασφαλισμένων τους.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας τους, στις 29.10.2007 ανοίχθηκε από τον ενάγοντα ο με αριθμό 5256-034132-316 λογαριασμός ταμιευτηρίου, στην Τράπεζα Πειραιώς, με συνδικαιούχους τον ίδιο και τον Σ. Γ., στον οποίο (λογαριασμό) ο ενάγων κατέθεσε αυθημερόν το συμφωνηθέν ποσό δανείου (200.000 ευρώ), το οποίο κατά την ατύπως καταρτισθείσα συμφωνία τους θα αποδίδονταν στον ενάγοντα άτοκα και σταδιακά, όποτε η εναγόμενη εταιρία θα είχε τη δυνατότητα να το πράξει.
Όπως αποδεικνύεται, η κατάθεση του ανωτέρω ποσού δανείου έγινε σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων και όχι σε λογαριασμό της δανειζόμενης εταιρίας γιατί με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε καθένας εκ των Χ. και Γ. - οι οποίοι είχαν αποκλειστικά πλέον την ουσιαστική διαχείριση της εναγομένης - να κινεί τον παραπάνω λογαριασμό χωρίς τη διαδικασία σύγκλησης του Δ.Σ.
της για τη λήψη σχετικής απόφασης. Εξάλλου, την ίδια ημέρα της κατάθεσης, ήτοι την 29-10-2007, ο ενάγων, χορήγησε πάγια εντολή και πληρεξουσιότητα στην Τράπεζα Πειραιώς, να αναλαμβάνει από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό, μη καθορισμένα εξ αρχής ποσά και να τα πιστώνει στον με αριθμό 5236- 014548- 272 λογαριασμό, που τηρούσε στην ίδια τράπεζα η εναγομένη (όπως προκύπτει από την από 29.10.2007 πάγια εντολή και εξουσιοδότηση μεταφοράς σταθερού ποσού από λογαριασμό σε λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, που νόμιμα προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων).
Όπως προαναφέρθηκε δεν είχε συμφωνηθεί κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία επιστροφής του δανεισθέντος ποσού στον ενάγοντα, είχε όμως συμφωνηθεί μεταξύ του ενάγοντα και του Σ.. Γ., εάν ήταν δυνατόν να επιστρέφεται ένα ποσό της τάξης των 2.000 ευρώ το μήνα, αρχής γενομένης από τον επόμενο μήνα της κατάθεσης, τον Νοέμβριο του 2007.
Έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-2007 μέχρι 15-01-2009, επιστράφηκε στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές ύψους 2.000 ευρώ. Ακολούθως και αρχές Φεβρουαρίου 2008, παρουσιάστηκε η ανάγκη εκ νέου χρηματοδότησης της εναγομένης, δεδομένου ότι είχε αποφασιστεί η επέκταση των δραστηριοτήτων της, με την ίδρυση ενός νέου τμήματος, (κυτταρογεννετική).
Για το λόγο αυτό ο ενάγων, δάνεισε εκ νέου την εναγόμενη εταιρεία, με το ποσό των 90.000 ευρώ, καταθέτοντας τούτο στις 19-02-2008 στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, Ε. Μ. του Ν., στην τράπεζα "EFG Eurobank-Ergasias". Η εναγομένη, δεν αμφισβητεί ότι ο ενάγων προέβη στις καταθέσεις των ως άνω χρηματικών ποσών, ισχυρίζεται όμως περαιτέρω, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο, ότι από τα χρήματα αυτά, λίγα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών της, ενώ τα περισσότερα χρησιμοποιήθηκαν από τον ενάγοντα μέσω του Σ..
Γ.. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο ενάγων απαιτούσε από τον εκ των μετόχων Σ.. Γ., να πληρώνει από τον κοινό τους λογαριασμό, είτε πιστωτές της εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Α..Ε.. («G.), της οποίας κατείχε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, (το υπόλοιπο 50% κατείχε ο Η. Β. και ήδη εξετασθείς ως μάρτυρας από τον ενάγοντα) είτε να συμμετέχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ανωτέρω εταιρείας, που έλαβε χώρα δύο φορές κατά το έτος 2008.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι τελείως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται, α) πόσα χρήματα από τον κοινό καταθετικό λογαριασμό χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση πιστωτών της εταιρείας «Κ. «Α., β) ποιοι είναι αυτοί οι πιστωτές και πόσα ποσά κατατέθηκαν στον καθένα, και γ) πόσα χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής.
Εκτός αυτού δεν αποδείχθηκε ότι είναι και ουσιαστικά βάσιμος, αφού, η εναγομένη, δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο, που να αποδεικνύει ότι όντως πραγματοποιήθηκαν από τον Σ.. Γ., πληρωμές σε πιστωτές της εταιρείας "Κ. Α..Ε.. ή έστω καταθέσεις σε λογαριασμό της εταιρείας αυτής, για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ αντίθετα ο ενάγων προσκομίζει έγγραφα από τα οποία προκύπτουν μεταφορές ποσών από τον κοινό λογαριασμό του ιδίου και του Σπυρίδωνα Γέρου προς την εναγομένη.
Εάν ήθελε ο ενάγων, να εξοφλήσει πιστωτές της εταιρείας του, ή να συμμετέχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, θα μπορούσε να το κάνει ο ίδιος δεδομένου ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός και μπορούσε και αυτός να προβεί σε αναλήψεις από αυτόν. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της «Κ.
Α..Ε.. με καταβολές από τον ίδιο, και όχι μέσω του Σ.. Γ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, και αυτό προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αυτόν, αποδεικτικά κατάθεσης από τον ίδιο προς την ανωτέρω εταιρεία (στα πλαίσια της αύξησης μετοχικού της κεφαλαίου) με ημερομηνίες 07.08.2008 (με κατάθεση ποσού 150.000 ευρώ), 05-12-2008 (με κατάθεση ποσού 65.000 + 35.000 + 35.000 ευρώ) και 05.01.2009 (με κατάθεση ποσού 20.000 ευρώ) στην δε τελευταία κατάθεση υπάρχει και σαφώς η αιτιολογία "για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου").
Εξάλλου, το ότι ο ενάγων δάνεισε την εναγομένη με τα ανωτέρω ποσά, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι κατά το διάστημα από 20.11.2007 έως 15.01.2009 του επεστράφη συνολικά, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 30.000 ευρώ σε μηνιαίες δόσεις των 2.000 ευρώ, με καταθέσεις στον με αριθμό 5256- 004209-136 προσωπικό καταθετικό του λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, ποσό το οποίο και δεν διεκδικεί ο ενάγων με την αγωγή του.
Βέβαια δεν προκύπτει η ταυτότητα του καταθέτη, αυτό όμως δεν αναιρεί τον ως άνω ισχυρισμό του ενάγοντας περί ύπαρξης συμφωνίας για μηνιαίες καταβολές προς αποπληρωμή του καταρτισθέντος επίδικου δανείου. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του συνεταίρου του ενάγοντα στην εταιρεία "Κ. «Α. Η. Β., ο οποίος εξετασθείς, στο πρωτοβάθμιο Δ., κατέθεσε ότι ουδέποτε προέβη σε καταβολή χρημάτων η εναγομένη, για λογαριασμό του ενάγοντα, στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής και ότι ο ενάγων συμμετείχε στην αύξηση με δικά του χρήματα.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, Α. Μ., ο οποίος ήταν μέλος του Δ..Σ. και των δύο εταιρειών, και της εναγομένης και της «Κ. «Α., ο οποίος με πλήρη γνώση κατέθεσε ότι υπήρχε ένας κοινός λογαριασμός μεταξύ του ενάγοντα και του Σ.. Γ., και ότι από αυτόν πληρώνονταν οι υποχρεώσεις της εναγομένης, και ότι ο Γ., αυτά τα χρήματα τα χρησιμοποίησε βάζοντάς τα στην εταιρεία, πλήρωνε δηλαδή υποχρεώσεις της εταιρείας.
«Ε.», τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα της «Κ. «Α. Γ. Χ., ενώπιον του Π. Π. Θ., κατά τη συζήτηση της 51714/2009 αγωγής, που είχε ασκήσει ο Σ.. Γ. κατά της ανωτέρω εταιρείας, για επιστροφή ποσού δανείου, ούτε από τις προτάσεις της εν λόγω εταιρείας στο ίδιο Δικαστήριο, όπου υποστήριξαν, ότι η "Κ.
«Α., επέστρεψε στον Σ.. Γ., τα χρήματα που είχε δανειστεί από αυτόν, με τη μορφή της συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατόπιν εντολής που έλαβε αυτός (Γ.) από τον ενάγοντα, και με καταβολές από τον κοινό τους λογαριασμό, καθόσον τους ισχυρισμούς αυτούς δεν τους δέχτηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, που με την με αριθμό 6602/2013 οριστική του απόφαση δέχθηκε την αγωγή του Σ..
Γ. ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης εκεί Κ. «Α..>>. Έ. που έκρινε το Ε. δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.
Και τούτο διότι κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε αναλάβει την χρηματοοικονομική υποστήριξη της αναιρεσείουσας και ο Σ. Γ., ο οποίος είχε αναλάβει την επιστημονική υποστήριξη αυτής, συμφώνησαν όπως ο αναιρεσίβλητος δανειοδοτήσει την αναιρεσείουσα με το ποσό των 200.000 ευρώ λόγω των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε, ο οποίος πράγματι κατέθεσε το ως άνω ποσό στον κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι ανωτέρω, καθόσον αυτοί είχαν αποκλειστικά την ουσιαστική διαχείριση της αναιρεσείουσας, δίνοντας πάγια εντολή στην Τράπεζα Πειραιώς να αναλαμβάνει από αυτόν τον λογαριασμό ποσά και να τα πιστώνει στον λογαριασμό της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια για τον ίδιο ως άνω λόγο ο αναιρεσίβλητος δανειοδότησε την αναιρεσείουσα και με το ποσό των 90.000 ευρώ, καταθέτοντας αυτό στο λογαριασμό που τηρούσε η σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας.
Τις ως άνω δε άτυπες συμβάσεις δανείου τις κατήρτισε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, με τον αναιρεσίβλητο ο Σ. Γ., ο οποίος είχε από κοινού με τον αναιρεσίβλητο αποκλειστικά την ουσιαστική διαχείριση της αναιρεσείουσας εταιρείας. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικό λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1001/2022, ). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον ισχυρισμό της ότι τα χρηματικά ποσά που είχε καταθέσει ο αναιρεσίβλητος στον λογαριασμό της αναλώθηκαν απ' αυτόν για την κάλυψη των αναγκών της εταιρείας «Κ.
Α." και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, που αποτελούσε ανεπτυγμένη (αιτιολογημένη) άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο αναιρεσίβλητος κατήρτισε με αυτή (αναιρεσείουσα) τις επίδικες συμβάσεις δανείου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην περίπτωση απορρίψεως της αιτιολογημένης αρνήσεως της αγωγής, παρά μόνον επί απορρίψεως της αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κλπ.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 38/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το σύνολο των χρημάτων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στον τραπεζικό λογαριασμό της διοχετεύτηκε κατόπιν υπόδειξής του για την κάλυψη αναγκών της εταιρείας ¨.
Α..Ε.. και ειδικότερα: α) την κατάθεση του μάρτυρα «Γ. Χ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση της υπ' αριθμ. 51714/2009 αγωγής του Σ. Γ. κατά της εταιρείας «.. Α...Ε... και β) τις προτάσεις της εταιρείας «.. Α...Ε... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση της υπ' αριθμ. 51714/2009 αγωγής του Σ.
Γ. κατά της εταιρείας «.. Α...Ε.... Α. τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας στην απόφαση των ως άνω επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 955/2021 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ