Legislator Case Law & Legislation
381/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague legal grounds and failure to specify procedural violations.

Case Number 381/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Iris AE against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding moral damages and violated procedural rules, but the court found these arguments vague and unsupported by concrete facts. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paras. 14 and 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on vague allegations of procedural violation without specific facts or evidence of the lower court's failure to consider them is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal grounds procedural violation moral damages claim contract for work

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 559 paras. 14 and 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 381 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού , Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΡΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ΒΙΠΕ Δράμας και εκπροσωπείται νόμιμα, συγχωνευθείσας στην Εταιρεία "PTOLEMEO AE", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γκλαβίνη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Β. ΑΕ", που εδρεύει στην Επανομή Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17194/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1918/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-3-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1918/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 17194/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 27-9-2011 αγωγή αυτής περί καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της ιστορούμενης αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι, με τη σύμβαση έργου, ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης και να παραδώσει τούτο, εκπληρώνοντας την κύρια συμβατική υποχρέωσή του και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, ήτοι την περιέλευση του έργου στη δική του σφαίρα εξουσίασης.

Ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, έχει, έναντι του κυρίου του έργου, υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση, η οποία, βάσει συμβατικού όρου (άρθρο 361 ΑΚ), ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, δηλαδή υποχρεούται σε προεκπλήρωση.

Μόλις δε προβεί σε εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του, δικαιούται να ζητήσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 778/2013, ΑΠ 1788/2013). Ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 700 ΑΚ, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε, από την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση έργου και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Η καταγγελία, συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης έργου για το μέλλον και δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη οι αμοιβαίες υποχρεώσεις, για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνηθείσα αμοιβή, εφόσον δεν συντρέχουν, λόγοι περιορισμού αυτής, που προβλέπονται στην ως άνω διάταξη, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου, που τυχόν κατασκεύασε, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του.

Η αμοιβή, η οποία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο στη σύμβαση έργου, οφείλεται ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση αυτού και μπορεί, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, το ύψος αυτής να ορισθεί κατ' αποκοπή (ΑΠ 1367/2000), κατά μονάδα εργασίας (ΑΠ 314/2009), επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της.

Κατά το σύστημα καθορισμού της αμοιβής απολογιστικώς, η αμοιβή του εργολάβου υπολογίζεται σε ποσοστό επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων του έργου (ΑΠ 682/2010, ΑΠ 257/2009). Στην περίπτωση που η αμοιβή καταλείπεται ακαθόριστη, ο καθορισμός αυτής θα γίνει είτε κατά τα άρθρα 371 έως 373 ΑΚ, είτε με αντικειμενικά στοιχεία, όπως με τις τυχόν ισχύουσες διατιμήσεις ή θα καταβληθεί η ειθισμένη αμοιβή, δηλαδή θα καθοριστεί ως εύλογη αμοιβή εκείνη που καταβάλλεται σε άλλους εργοδότες για όμοιες εργασίες (ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 1383/2010).

Αόριστη είναι η αμοιβή όταν στη σύμβαση δεν ορίζεται τίποτα για το ύψος της ή έστω για τον τρόπο υπολογισμού της, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της με ακρίβεια, πριν αποπερατωθούν οι εργασίες εκτέλεσης, όπως όταν είναι ενδεικτικός ο προϋπολογισμός του έργου. Τέτοια αοριστία δεν θίγει το κύρος της σύμβασης έργου, εφόσον είναι δυνατός ο τελικός καθορισμός του ύψους της αμοιβής.

Αν ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για καταβολή της αμοιβής του, στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, θα πρέπει να ισχυρισθεί με την αγωγή του, και στη συνέχεια να αποδείξει, την καταρτισθείσα σύμβαση έργου, την συμφωνηθείσα, είτε σε μέγεθος, είτε στον τρόπο και τα στοιχεία υπολογισμού του ύψους της, αμοιβή του και την καταγγελία της σύμβασης πριν από την περάτωση του έργου (ΑΠ 778/2013).

Από την παραδεκτή (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετά την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα της συμφωνίας των συμβαλλόμενων διαδίκων για τον προσδιορισμό του μεγέθους της αμοιβής, για την εκτέλεση του επίδικου έργου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ακολούθως, στις 23-4-2007 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων μερών η σύμβαση ανάθεσης του έργου για την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου εγκατεστημένης ισχύος 5 MW" της εφεσίβλητης...Περαιτέρω όμως, οι όροι της ως άνω συμβάσεως, που αναφέρονται στην αμοιβή της εκκαλούσας και στη χρονική διάρκεια ισχύος της ως άνω συμβάσεως παρουσιάζουν ασάφεια.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 2 αυτής υπό τον τίτλο "Αμοιβή αναδόχου" ορίζεται "Ο συνολικός ενδεικτικός προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται στο ποσό των 31 εκατομμυρίων ευρώ σύμφωνα με τον προϋπολογισμό που φαίνεται στο παράρτημα. Το τελικό κόστος θα διαμορφωθεί κατά τη φάση της υλοποίησης του έργου, αναλόγως με τις συνθήκες της αγοράς". ...Από τις ως άνω προβλέψεις του συμφωνητικού, ερμηνευόμενες λόγω της ασάφειάς τους κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνάφθηκε η ως άνω σύμβαση, προκύπτει ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων επί των ανωτέρω ζητημάτων ήταν η ακόλουθη:

Κατ' αρχήν, ως προς την αμοιβή της εφεσίβλητης, στο ως άνω άρθρο, αφού ορίστηκε ότι ο προϋπολογισμός του έργου ύψους 31 εκατομμυρίων ευρώ (για την ακρίβεια 31.800.000 ευρώ), που αναφερόταν στο παράρτημα, ήτοι στην από 10-4-2007 αίτηση προς την ΡΑΕ, ήταν ενδεικτικός, αναφέρθηκε ότι το τελικό κόστος του έργου θα διαμορφωνόταν κατά τη φάση της υλοποίησής του, σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς, ενόψει ειδικότερα της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας στο συγκεκριμένο τομέα και της αντίστοιχης μείωσης των τιμών του σχετικού τεχνολογικού εξοπλισμού.

Δηλαδή, με το ανωτέρω άρθρο ορίστηκε μεν ότι θα υπήρχε αμοιβή της εφεσίβλητης, πλην όμως αυτή δεν προσδιορίστηκε κατά τη σύναψη του συμφωνητικού. Κατά τη βούληση δε των μερών, ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της αμοιβής της εφεσίβλητης επιτρεπτώς (βλ. ΟλΑΠ 1381/1983 ΝοΒ 32/1193, ΑΠ 543/2007 ΝοΒ 2007/2065) θα γινόταν με μεταγενέστερη συμφωνία αμφοτέρων κατά το χρόνο που επρόκειτο να υλοποιηθεί το έργο, λαμβάνοντας υπόψη τα μέρη προς τούτο το τελικό (πραγματικό) κόστος του έργου.

Προδήλως, το ύψος του κόστους αυτού θα καθόριζε το ποσοστό επ' αυτού (μικρότερο επί υψηλού κόστους και μεγαλύτερο επί χαμηλού κόστους) της αμοιβής της εφεσίβλητης. Η εφεσίβλητη αποδέχεται ότι πράγματι δεν υπήρξε συγκεκριμένος προσδιορισμός της αμοιβής της αντιδίκου της κατά τη σύναψη της σύμβασης και ότι αυτό θα γινόταν μεταγενέστερα με συμφωνία των μερών όταν επρόκειτο να υλοποιηθεί το έργο.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι κατ' αρχήν από το ανωτέρω άρθρο του συμφωνητικού προκύπτει η αμοιβή που η ίδια θα ελάμβανε ως ακολούθως: ενόψει της χρηματοδότησης του έργου από την Τράπεζα Κύπρου, που ανήλθε σε 17.000.000 ευρώ, εφόσον το κόστος υλοποίησης του έργου ανήλθε σε 11.500.000 ευρώ, το κέρδος της θα ανερχόταν σε 5.500.000 ευρώ (17.000.000 - 11.500.000).

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το 2009, με νεότερη προφορική συμφωνία των μερών, περιορίσθηκε η αμοιβή της και ορίσθηκε σε σταθερό ύψος και συγκεκριμένα σε 0,5 ευρώ ανά Watt εγκατεστημένης ισχύος, δηλαδή συνολικά σε 2.500.00 ευρώ. Ασφαλώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας περί συμφωνημένης αμοιβής της βάσει του από 23-4-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που θα ανερχόταν σε 5.500.000 ευρώ είναι παντελώς αυθαίρετος και αβάσιμος.

Αβάσιμος επίσης ως αναπόδεικτος είναι και ο έτερος ισχυρισμός της περί δήθεν προφορικής της συμφωνίας με την αντίδικό της για σταθερή αμοιβή ύψους 2.500.000 ευρώ. Εάν πράγματι συναπτόταν τέτοια συμφωνία μεταξύ των μερών, ασφαλώς λόγω της σοβαρότητάς της θα γινόταν γραπτώς. Όμως, η αλήθεια του ισχυρισμού αυτού προκύπτει και από την ίδια τη συμπεριφορά της εκκαλούσας, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, χωρίς να υπάρχει κάποια σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών, η εκκαλούσα, πέραν της αμοιβής της για την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, που δεν καθοριζόταν κατά τα ανωτέρω, κατόπιν συμφωνίας της με την εφεσίβλητη, προσέβλεπε και σε σημαντικό κέρδος που θα αποκόμιζε ως (αθέμιτη) προμήθεια από τη μεσολάβησής της στην αγορά από την εφεσίβλητη του υποδεικνυόμενου από την ίδια (εκκαλούσα) τεχνικού εξοπλισμού.

Βεβαίως, αυτό θα επιβάρυνε την εφεσίβλητη προς όφελος της εκκαλούσας. Έτσι εξηγείται η αντίδραση της τελευταίας όταν πληροφορήθηκε ότι η εφεσίβλητη θα αγόραζε απευθείας το βασικό τεχνικό εξοπλισμό, που σημαίνει ότι θα τον αγόραζε σε φθηνότερες τιμές, μη επιβαρυνόμενη με την προμήθεια, που αθεμίτως επιδίωκε να λάβει η εκκαλούσα σε συνεννόηση με τον προμηθευτή του εξοπλισμού.

Αυτό προκύπτει σαφώς και από την ίδια την αγωγή, όπου η εκκαλούσα αναφερόμενη στην απευθείας αγορά υπό της αντιδίκου της, του τεχνικού εξοπλισμού, εκθέτει "Τα πάνελ και οι ινβέρτερ αποτελούν το βασικό εξοπλισμό κατά την εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού σταθμού και το μέγιστο κομμάτι του κόστους αυτού. Κατά συνέπεια, η εναγομένη μου αφαίρεσε μονομερώς και αντισυμβατικά το μεγαλύτερο μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος της συμφωνίας".

Η αναλήθεια δε του ισχυρισμού της εκκαλούσας, περί συμφωνίας της με την εφεσίβλητη για λήψη σταθερής αμοιβής της ύψους 2.500.000 ευρώ, βάσει της εγκατεστημένης ισχύος του φωτοβολταϊκού πάρκου, καθίσταται πρόδηλη από το γεγονός ότι, εάν αυτό ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ασφαλώς η εκκαλούσα δια του νομίμου εκπροσώπου της δεν θα είχε κανένα λόγο να αντιδράσει και μάλιστα με έντονο τρόπο, κατά τα προαναφερόμενα, όταν πληροφορήθηκε την πρόθεση της εφεσίβλητης για απευθείας αγορά του κυριότερου μέρους του τεχνικού εξοπλισμού.

Πράγματι, εάν η αμοιβή της ήταν καθορισμένη βάσει της εγκατεστημένης ισχύος και συμφωνημένη, ουδόλως θα επηρεαζόταν αυτή από την ενδεχόμενη αγορά του εξοπλισμού απευθείας από την εφεσίβλητη.... Με την από 29-4-2010 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε στην εκκαλούσα την 6-5-2010, η εφεσίβλητη νομίμως προέβη σε υπαναχώρηση από την γνήσια σύμβαση ακριβόχρονης εκτελέσεως της 23-4-2007.

Συνεπώς επήλθε άμεση λύση της συμβάσεως με αναδρομική ενέργεια (άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ)... Όμως ακόμη περαιτέρω, και σε περίπτωση που εθεωρείτο ότι πρόκειται για καταγγελία, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι έγινε προφορική συμφωνία για αμοιβή της εκκαλούσας, ύψους 2.500.000 ευρώ, εφόσον δεν έγινε και έναρξη των εργασιών εκ μέρους της, δεν δικαιούται αυτή να αξιώνει το ως άνω αιτούμενο ποσό>>. Υπό τις παρατιθέμενες αιτιολογίες το Εφετείο, απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της προσβαλλόμενης με αυτήν πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, αφού αντικατέστησε την κριθείσα εν μέρει εσφαλμένη και ελλιπή αιτιολογία. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, υπό την επίκληση των διατάξεων των αρ. 19, 10, 8, 20, 11 περ. γ' και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κρίση του Εφετείου, κατά την οποία δεν αποδείχθηκε η συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής που θα λάμβανε η αναιρεσείουσα εργολάβος ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου και ότι, συνεπώς, ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αγωγή της αναιρεσείουσας περί καταβολής της αμοιβής λόγω καταγγελίας της σύμβασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό αυτής, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αντιφάσκουν μεταξύ τους, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Ιδρύεται, δε, με τις πλημμέλειες αυτές ο προβλεπόμενος στην προαναφερόμενη διάταξη λόγος αναίρεσης, επειδή συνεπεία αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι οι ειδικά αναφερόμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατικές μεταξύ τους και, επιπλέον, η αιτιολογία αναφορικά με τη μη απόδειξη της συμφωνίας περί καθορισμού της αμοιβής στο συγκεκριμένο ποσό των 2.500.000 ευρώ για την εκτέλεση του έργου, είναι ελλιπής.

Με τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε σαφή και πλήρη αιτιολογία αναφορικά με την κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε προφορική συμφωνία των συμβληθέντων στη σύμβαση έργου διαδίκων, για τον προσδιορισμό κατ' αποκοπή της αμοιβής της αναιρεσείουσας για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, σε ποσό 0,5 ευρώ ανά Watt εγκατεστημένης ισχύος και συνολικά σε 2.500.000 ευρώ.

Την κρίση αυτή στήριξε στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αξιολόγησε, καθώς και στα συναγόμενα επιχειρήματα, αφενός από τη μη κατάρτιση εγγράφως της σχετικής συμφωνίας, ενώ, ενόψει της σοβαρότητας του ζητήματος, αν ήταν αληθινός ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, η συμφωνία αυτή θα είχε περιβληθεί τον έγγραφο τύπο, αφετέρου, από την περιγραφόμενη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνιστάμενης στην, με έντονο τρόπο, αντίδρασή της όταν πληροφορήθηκε την πρόθεση της αναιρεσίβλητης για την απευθείας και χωρίς τη δική της μεσολάβηση, αγορά του κυριότερου μέρους του τεχνικού εξοπλισμού, με την παραδοχή ότι δεν θα εκδήλωνε τέτοια αντίδραση, εάν ήταν αληθής ο άνω ισχυρισμός, αφού σ' αυτή την περίπτωση το ύψος της συμφωνημένης αμοιβής δεν θα επηρεαζόταν από τέτοια ενδεχόμενη ενέργεια.

Με την ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, για ελλιπή αιτιολογία αυτής της κρίσης, προσβάλλεται η απόφαση για τις αιτιολογίες της σχετικά με τα επιχειρήματα που συνάγει το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως, κατά τα προαναφερόμενα, δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης.

Επομένως, κατά το αντίστοιχο μέρος, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες παρίστανται λυσιτελείς, μόνο κατά το μέρος που αφορούν, ύστερα από εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετικού λόγου, την παραδοχή του Εφετείου ότι οι συμβαλλόμενοι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει με την έγγραφη σύμβασή τους για το μέγεθος της αμοιβής, που έπρεπε να καταβληθεί στην αναιρεσείουσα για την εκτέλεση του έργου, αλλά την είχαν αφήσει αόριστη, ώστε να προσδιοριστεί απ' αυτούς μετά την περάτωση της κατασκευής, είναι αβάσιμες.

Το Δικαστήριο της ουσίας, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, κατέληξε στις ως άνω παραδοχές του, περί ενδεικτικής αναφοράς στη σύμβαση του ύψους του προϋπολογισμού σε 31.800.000 ευρώ, και στην, σύμφωνα με τον όρο 2 αυτής, διαμόρφωση του τελικού κόστους του έργου κατά τη φάση της υλοποίησης αυτού, σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς, καθώς και ότι με βάση το ύψος του τελικού αυτού κόστους με συμφωνία τους οι συμβαλλόμενοι θα καθόριζαν ανάλογα το ποσό της αμοιβής της αναιρεσείουσας.

Σε συνέπεια, δε, με τις άνω παραδοχές του, βρίσκεται το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, ότι δεν υπήρξε συμφωνία για τον τρόπο υπολογισμού του ύψους, στο οποίο θα ανέρχονταν το ποσό της αμοιβής, με βάση το τελικό κόστος του προϋπολογισμού του έργου, καθόσον δεν εκτελέστηκε το έργο, ώστε να καταστεί συγκεκριμένο το τελικό κόστος του προϋπολογισμού αυτού και τα μέρη να συμφωνήσουν στον προσδιορισμό της ακαθόριστης αμοιβής.

Δεν ενέχει αντίφαση η παραδοχή περί μη συμφωνίας για την αμοιβή, με εκείνη που διατυπώνεται ότι "το ύψος του κόστους αυτού (ήτοι το τελικό κόστος του προϋπολογισμού) θα καθόριζε το ποσοστό επ' αυτού (μικρότερο επί υψηλού κόστους και μεγαλύτερο επί χαμηλού κόστους) της αμοιβής της εφεσίβλητης", αφού το Εφετείο, κρίνει ως παντελώς αυθαίρετο και αβάσιμο τον υπολογισμό της αμοιβής από την αναιρεσείουσα, η οποία, από το ποσό των 17.000.000 ευρώ, της χρηματοδότησης του έργου από την Τράπεζα Κύπρου, αφαιρεί το, κατ' αυτήν, κόστος υλοποίησης του έργου, από 11.500.000 ευρώ και στο υπόλοιπο ποσό των 5.500.000 ευρώ προσδιορίζει τη συμφωνηθείσα συμβατικά αμοιβή της, και επί πλέον δεν δέχεται συγκεκριμένο ποσοστό επί του προϋπολογισμού, στο οποίο να προσδιορίστηκε η αμοιβή, είτε αρχικά με τη σύμβαση είτε με μεταγενέστερη συμφωνία των συμβληθέντων.

Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου, οι οποίες αφορούν την, πλεοναστικώς, ενόψει της άνω παραδοχής περί μη συμφωνίας για το ποσό της αμοιβής ή του τρόπου, με τον οποίο αυτή θα μπορούσε να υπολογιστεί, διατυπωθείσας κρίσης ότι, στο αντικείμενο του έργου δεν περιλαμβάνονταν η προμήθεια από την αναιρεσείουσα του απαιτούμενου, για την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, τεχνικού εξοπλισμού, και ότι "αθέμιτα" προσέβλεπε στην απόκτηση προμήθειας από τη μεσολάβησή της στην αγορά του, δεν αφορούν την στηρίζουσα το απορριπτικό διατακτικό αιτιολογία.

Συνεπώς, κατά το μέρος τούτο, οι αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς, καθόσον, και αν ακόμη είναι βάσιμες, δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια που του αποδίδεται με τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 15/2019, ΑΠ 116/2016).

Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι επί του ζητήματος ότι η αναιρεσείουσα απέβλεπε, χωρίς να υπάρχει συμφωνία σχετική με την αναιρεσίβλητη, πέρα από την αμοιβή της για εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου η οποία θα καθορίζονταν με μεταγενέστερη συμφωνία τους και σε σημαντικό κέρδος που θα αποκόμιζε ως (αθέμιτη) προμήθεια από τη μεσολάβησή της για την αγορά του τεχνικού εξοπλισμού, το Εφετείο, δέχθηκε ως αληθινά, πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ειδικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες έχουν ληφθεί νόμιμα, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.

Δεν ήταν, δε, αναγκαίο να μνημονεύει το Εφετείο από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε, ούτε η μη αναφορά του ιδρύει τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης. Επίσης, ο σχηματισμός από το Εφετείο, μετά την επανεκτίμηση των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του, διαφορετικής κρίσης, ως προς την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, από εκείνη την οποία θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα, δεν καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Εξάλλου, για την πληρότητα του άνω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται:

α) Το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν τούτο ήταν κρίσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη του κρίσιμου αυτού ισχυρισμού (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 868/2015).

Η αναιρεσείουσα, με το τέταρτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της "την γραπτή συμφωνία μας με την αντίδικο και τα δημόσια έγγραφα που προσκομίσαμε τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου". Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, η οποία θεμελιώνει τον, στο άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, στηριζόμενο αναιρετικό λόγο, είναι εντελώς αόριστος, και κατ' ακολουθία απαράδεκτος, αφού δεν εξειδικεύονται και μάλιστα κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα αυτών, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Εφετείο, αν και προσκομίστηκαν παραδεκτά, δεν έλαβε υπόψη του, αλλά απλώς αναφέρεται σε γραπτή συμφωνία και δημόσια έγγραφα που προσκομίστηκαν, και επί πλέον διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι είχε γίνει επίκληση αυτών των εγγράφων.

Ανεξάρτητα δε της αοριστίας του, και εάν η αποδιδόμενη πλημμέλεια αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη της από 23-4-2007 έγγραφης σύμβασης των διαδίκων και της από 10-4-2007 αίτησης της αναιρεσίβλητης προς τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, περί των οποίων γίνεται γενική αναφορά στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση προκύπτει ότι, τα έγγραφα αυτά έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του, με ρητή αναφορά τούτων στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε ο άνω αναιρετικός λόγος να είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Εξάλλου, για το ορισμένο του, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται από όλα όσα αναφέρονται σ' αυτόν, ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον "εσφαλμένα και αποδίδοντας άλλο περιεχόμενο" στην από 23-4-2007 γραπτή συμφωνία αυτής και της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι δεν προβλέπονταν με την έγγραφη σύμβαση η αμοιβή, αν και ρητά παρέπεμπε στον προϋπολογισμό, και "θεώρησε "αθέμιτη" τη διεκδίκηση από αυτήν τη συμπερίληψη στο αντικείμενο του έργου, της αγοράς του εξοπλισμού από την ίδια".

Ο λόγος αυτός είναι εντελώς αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία της επικαλούμενης πλημμέλειας, ήτοι δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι, το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, και ότι, λόγω του διαγνωστικού αυτού σφάλματος, κατέληξε σε παραδοχή ότι η σύμβαση περιέχει διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται στο έγγραφό της, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενό αυτής.

Η αιτίαση ότι το Εφετείο απέδωσε άλλο περιεχόμενο στη γραπτή συμφωνία τους, από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, αναφερόμενη στην εκτίμηση του εγγράφου και όχι σε εσφαλμένη ανάγνωση αυτού, δεν ιδρύει τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, αναφορικά με την πρόβλεψη περί της αμοιβής, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι με την άνω έγγραφη σύμβαση συμφωνήθηκε αμοιβή και μάλιστα ότι το ποσοστό της θα εξαρτηθεί από το τελικό ποσό του προϋπολογισμού, πλην, όμως, ότι οι συμβαλλόμενοι θα συμφωνούσαν για τον προσδιορισμό του ύψους της, κατά την περάτωση του έργου.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλονται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/2013).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου, στην περίπτωση, που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται, και ούτε προκύπτει, αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 1093/2011), όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και όταν το δικαστήριο έσφαλε στην υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 846/2008, ΑΠ 168/2006), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), δηλαδή αν, παρά τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στη δήλωση βούλησης, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011), ή ότι αν και δέχεται ότι η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, προσφεύγει στους ανωτέρω κανόνες (ΑΠ 1000/2017), ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ανάγκη εφαρμογής των κανόνων αυτών ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δήλωσης βούλησης κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 343/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πέμπτο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αμοιβής της για την εκτέλεση του έργου, καθόσον, όπως συγκεκριμένα αναφέρει, "Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την αληθινή βούληση των μερών ως προς την αμοιβή μου, ο προϋπολογισμός ήταν μεν ενδεικτικός, αλλά η αμοιβή μου τελούσε σε αλληλένδετη σχέση με αυτόν.

Επομένως και το κόστος του εξοπλισμού τελούσε σε σχέση με την αμοιβή μου. Στην εξέλιξη όμως περιορίσαμε προφορικά με την αντίδικο την αμοιβή μου σε σταθερό ποσό των 2.500.000 ευρώ. Η προσβαλλόμενη απόφαση με την ανωτέρω ανεπαρκή αιτιολογία επί ουσιώδους ζητήματος για την έκβαση της δίκης, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου".

Με 'το περιεχόμενο τούτο, ο προβαλλόμενος λόγος, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Τούτο διότι, η αναιρεσείουσα αποδίδει μεν εκ πλαγίου παράβαση των αρχών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όμως, ουδόλως αναφέρεται σε διαπίστωση ή μη από το Δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη σχετική δικαιοπρακτική δήλωση των συμβληθέντων, και προσφυγή (παρά τη μη διαπίστωση) ή μη προσφυγή (παρά τη διαπίστωση της ύπαρξης) στους κανόνες αυτούς, ούτε προσδιορίζει με σαφήνεια το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται η παράβαση, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικού κανόνων διατάξεων των μνημονευόμενων άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε αναφέρεται σε εσφαλμένη υπαγωγή στην έννοια αυτών, των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο ή σε κακή εφαρμογή τους με το σχηματισμό πορίσματος που αντιτίθεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Για το ορισμένο του, εκ του αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων, προς αυτά που τον συγκροτούν, τούτο δε συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το τελευταίο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι "επειδή στην ένδικη διαφορά η αναιρεσιβαλλομένη αποφανθείσα ότι τα μεμονωμένα περιστατικά που έλαβε υπόψη ως αληθινά και παραλείποντας να σταθμίσει όλα τα παραδεκτώς και εμπροθέσμως από εμάς προταθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση, εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν στοιχειοθετούν το αίτημά μου για αμοιβή μου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8".

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αναίρεσης, είναι εντελώς αόριστος και συνεπώς, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται οι πραγματικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής της, αναφορικά με το ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της αμοιβής και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αυτής, τους οποίους αυτή νόμιμα είχε προτείνει και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.

Υπό τη εκδοχή, δε, ότι αναφέρεται σε όλα όσα αναπτύσσει στο σχετικό λόγο της αναίρεσης, σχετικά με τη συμφωνία περί της αμοιβής, και ειδικότερα, του προσδιορισμού της κατ' αποκοπή ή ακόμη βάσει προϋπολογισμού, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας, αναφορικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες ισχυρισμούς, πλην όμως κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα και κατ' ακολουθία, δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος.

Όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, και συνακόλουθα απαράδεκτοι, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι το διατακτικό δεν στηρίζεται σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια από αυτές και αρκεί για τη στήριξή του η μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία, οι, δε, προβαλλόμενες πλημμέλειες που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 1190/2017).

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλει αιτιάσεις, εκ των αρ. 8, 19, 1, 11 περ. γ' και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες αφορούν σφάλματα του Εφετείου για την εξέταση του ισχυρισμού περί αναστολής της διάρκειας της επίδικης σύμβασης έργου, λόγω απρόβλεπτων γεγονότων ή οφειλόμενων σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, καθώς και του χαρακτήρα της σύμβασης έργου, ως γνήσιας σύμβασης ακριβόχρονης εκτέλεσης και των παραδοχών του για τα ζητήματα αυτά, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, εκ των αρ. 19, 11 περ.

γ' και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε κάνει έναρξη της εκτέλεσης του έργου, και με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, μέμφεται το Εφετείο, με αιτιάσεις εκ των αρ. 1, 19, 10, 20 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με την εξέταση του ισχυρισμού περί υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης από την επίδικη σύμβαση έργου, τις παραδοχές του περί του χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης ως γνήσιας ακριβόχρονης εκτέλεσης και λήξης αυτής και απόσβεσης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για καταβολή της συμφωνηθείσας για την εκτέλεση του έργου αμοιβής.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι, το Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αγωγή, διότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ιστορική και νομική βάση αυτής, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για καταβολή της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση έργου αμοιβής, θεμελιώνονταν σε καταγγελία της σύμβασης, καθόσον δέχθηκε ότι η εργοδότης-αναιρεσίβλητη, με την από 29-4-2010 εξώδικη δήλωση που κοινοποίησε στην εργολάβο-αναιρεσείουσα, στις 6-6-2010, υπαναχώρησε νόμιμα από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτών ένδικη σύμβαση έργου, ότι συνεπεία της υπαναχώρησης επήλθε άμεση λύση της σύμβασης με αναδρομική ενέργεια και, συνεπώς, απόσβεση της υποχρέωσης για καταβολή της, από τη σύμβαση, οφειλόμενης αμοιβής.

Με επάλληλη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε την ένδικη σύμβαση έργου, πάλι δεν μπορεί η αναιρεσείουσα να αξιώσει την καταβολή του ποσού που αιτείται με την αγωγή, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έγινε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα προφορική συμφωνία των διαδίκων για την αμοιβή ποσού 2.500.000 ευρώ για την εκτέλεση αυτού και ότι δεν είχε γίνει έναρξη των εργασιών εκτέλεσής του, ούτε με τη σύμβαση είχε προσδιοριστεί το ύψος της αμοιβής.

Εφόσον, δε, η ως άνω επάλληλη αιτιολογία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο της αναίρεσης, αφού οι κατ' αυτής αιτιάσεις, που προβάλλονται με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες, οι εξεταζόμενοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά τα ενδιαφέροντα μέρη τους, με τους οποίους πλήττεται η ως άνω κύρια αιτιολογία απόρριψης της αγωγής, είναι, ως προς όλες τις επικαλούμενες πλημμέλειες, απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, καθόσον και εάν ακόμη είναι βάσιμοι, δεν οδηγούν σε αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας το διατακτικό στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη αιτιολογία της.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, μολονότι, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, έπρεπε να κριθεί νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998).

Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004).

Αν, όμως, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα και εκτίθενται στην αγωγή, και, συνεπεία αυτής της παράλειψής του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, τότε ιδρύεται ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1734/2009, ΑΠ 38/2006). Κατά την τελευταία διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται και οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή άλλη αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 173/2017).

Από το συνδυασμό δε αυτής της διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 566 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα στην εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής, με τη λήψη των οποίων η αγωγή θα κρινόταν ως θεμελιούμενη στη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στην οποία στηρίζεται η ένδικη αξίωση, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ειδικά και με πληρότητα, ποιο είναι το περιεχόμενο της αγωγής ως προς τη συγκεκριμένη αξίωση, ως προς την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, και αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής, να παρατίθενται τα "πράγματα" που, μολονότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας, αν και ήταν υποχρεωμένο, ως παραδεκτά προτεινόμενα, αφού αποτελούν περιεχόμενο αυτής, δεν έλαβε υπόψη και να εκτίθεται ποια επίδραση θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ότι αν λαμβάνονταν υπόψη, θα κρίνονταν νόμιμη η αγωγή και θα επηρεάζονταν ευνοϊκά το διατακτικό της απόφασης για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 367/2009), ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να προκύπτει από το αναιρετήριο η προβαλλόμενη παραβίαση της διάταξης.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και η αοριστία του δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 2100/2007). Με το δικόγραφο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι λόγω της επικαλούμενης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έργου από την αναιρεσίβλητη εργοδότη, άσκησε κατ' αυτής την με αριθ.

καταθ. 37635/2011 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η 17194/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ότι κατά της άνω απόφασης άσκησε την 917/12-3-2015 έφεση και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1918/2017 απόφαση απέρριψε την έφεση. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο ότι εσφαλμένα απέρριψε την αξίωσή της για ηθική βλάβη ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη νόμιμα υπαναχώρησε από τη σύμβαση έργου και δεν υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής.

Για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου, διατείνεται ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ κατάγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, εμφανιζόταν στους εμπλεκόμενους παράγοντες του έργου ως δυσαρεστημένη με τη συνεργασία μαζί της, ότι άρχισε τις διαπραγματεύσεις με άλλη εταιρεία για την ανάθεση της κατασκευής του έργου πριν από τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης και γενικά εκδήλωσε συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη και καταχρηστική, όπως περιγράφεται στο παρατιθέμενο, στο αναιρετήριο, περιεχόμενο των αναφερόμενων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφου, με την οποία έβλαψε την επαγγελματική της υπόληψη, την εμπορική πίστη και το εμπορικό μέλλον αυτής, με την αρνητική εντύπωση που προκαλούσε γι' αυτήν στην κοινωνία του τόπου εκτέλεσης του έργου και την αδυναμία της να επιτύχει την ανάληψη της εκτέλεσης άλλων έργων, παρά την υποβολή προσφορών σε επόμενους διαγωνισμούς, λόγω της μη επίδειξης εμπειρίας στην κατασκευή, με πλήρη γνώση ότι, με τη συμπεριφορά της αυτή, θα προκαλέσει βλάβη στην εμπορική πίστη αυτής.

Με το περιεχόμενο τούτο, ισχυρίζεται ότι, εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι η επικαλούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, συνιστά μόνο αθέτηση της σύμβασης έργου και όχι αδικοπραξία και δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που προέβαλε, τόσο πρωτοδίκως όσο και στο δεύτερο βαθμό, παραβιάζοντας, τις διατάξεις των αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Έτσι όπως διατυπώνεται ο αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγο της αοριστίας του. Τούτο διότι, η αναιρεσείουσα, ενώ αιτιάται για το ότι η αγωγή της, ως προς την αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία διαλάμβανε στο δικόγραφο της αγωγής και στήριζαν την ιστορική βάση αυτής ως προς την αξίωσή της για την ηθική βλάβη και με βάση τα οποία κρίθηκε η νομιμότητα της αγωγής της από το Εφετείο, ούτε ποιους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θεμελίωναν αυτή την αξίωση, δεν έλαβε το Δικαστήριο υπόψη του, ώστε να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αξίωσης και με τη λήψη των οποίων θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα, ήτοι ότι η αγωγή ήταν, και ως προς αυτή την αξίωση, νόμιμη.

Στον αναιρετικό λόγο που ερευνάται, εκτίθενται ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που αφορούν προσβολή αυτής από την αναιρεσίβλητη ως προς την εμπορική της πίστη, την επαγγελματική υπόληψη και το εμπορικό της μέλλον, εν πολλοίς και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η, κατ' αυτήν, αλήθεια τούτων, όμως, δεν ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούσαν περιεχόμενο της αγωγής της.

Εντελώς αόριστα επικαλείται ότι προέβαλε τα ισχυριζόμενα τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, χωρίς να προκύπτει ο τρόπος προβολής τους, ούτε ποιοι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, για να μπορεί να ελεγχθεί εάν το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη παράβαση.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που στηρίζεται στη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον παρατίθεται μόνο αριθμητικά η φερόμενη ως παραβιασθείσα ως άνω διάταξη, χωρίς να αναφέρεται ότι το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτο ή ακυρότητα παρά το νόμο, ούτε να εκτίθενται στοιχεία που να στηρίζουν τέτοια πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-3-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΡΙΣ ΑΕ", για αναίρεση της 1918/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ