Legislator Case Law & Legislation
381/2020 AI generated

381/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 381/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1336/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9854/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2018 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

381/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1336/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9854/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2018 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 381 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αριστείδη Κωνσταντάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ψαλτήρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1336/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9854/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς (ΑΠ 128/08) ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, μεταξύ των οποίων και της αοριστίας, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι, (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Κατ' ακολουθίαν αυτών οι υπό στοιχ. Α1 και Α2 λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα παραδεκτώς και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, έλαβε υπόψη τον απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο-εναγόμενο ισχυρισμό ότι η απ' αυτόν (αναιρεσείοντα-ενάγοντα) εισπραχθείσα εργολαβική αμοιβή δεν ανερχόταν στο ποσό των 100.000 ευρώ αλλά σε αυτό των 60.000 ευρώ κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος ενόψει του ότι ο κατά την αιτίαση απαραδέκτως προταθείς ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ως συνιστώσα άρνηση του θεμελιωτικού της αγωγής ισχυρισμού περί του ύψους της εισπραχθείσας εργολαβικής αμοιβής και επομένως δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης της διάταξης του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και τούτο διότι η συγκεκριμένη διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1897/2009) Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παραγρ. 1 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, επί πλέον δε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το οποίο διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ή αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 812/2011, Ολ.

ΑΠ 32/96). Με τους υπό στοιχ. Α3, Β1 και Β2 λόγους της αναιρέσεως υποβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, υπό την επίκληση ότι "οι παραδοχές της προσβαλλομένης σχετικά με το ποσό που έλαβε η εταιρεία ... και συνακολούθως τα ποσά που όφειλαν να λάβουν αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος είναι όλως αντιφατικές ... εφαρμόζει (η προσβαλλομένη) το άρθρο 707 ΑΚ δίχως όμως να διαλαμβάνει καμμιά απολύτως αιτιολογία για το λόγο αποδοχής της ενστάσεως ...

με την έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολογίας που να αιτιολογεί την ύπαρξη σχέσεως μεσιτείας (703 ΑΚ) καθώς και με την παραδοχή ότι η σχέση μεσιτείας που υφίστατο ήταν μεταξύ αναιρεσείοντος και εταιρείας, η προσβαλλομένη στερείται άλλως διαλαμβάνει όλως αντιφατικές αιτιολογίες", οι από το άρθρο 560 αρ. 1, 5 ΚΠολΔ αιτιάσεις υπό τη μορφή της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των, ουσιαστικών δικαίου, διατάξεων των άρθρων 703 και 707 ΑΚ.

Οι υπό την παραπάνω διατύπωση, προβαλλόμενες αιτιάσεις κρίνονται απορριπτέες λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς των πλήρων παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τις ως άνω αιτιάσεις και ειδικότερα με τους όρους καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων της επιδικιών συμβάσεως μεσιτείας (703 ΑΚ) και αποδοχής της προς απόκρουση αυτής προβληθείσας από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο ενστάσεως μειώσεως της συμφωνηθείσης αμοιβής στο προσήκον μέτρο (707 ΑΚ) καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στην οποία προέβη η προσβαλλομένη απόφαση με την αντίστοιχη αναφορά των, ως προς αυτές, παραδοχών της αποφάσεως, οι οποίες δεν μπορεί να αναπληρωθούν ούτε από την, κατά του αναιρεσείοντα, εκτιθεμένη στο αναιρετήριο περίληψη του αιτιολογικού αυτής ούτε από την επιλεκτική και αποσπασματική αναφορά μερικών εξ αυτών με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 4-1-18 και με αριθμ. καταθ. 4/18] αίτηση αναιρέσεως της 9854/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ