381/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated381/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Full text
Απόφαση 381 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (....), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Κασομένου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Π., 2Μ. Λ., 3Α. Σ., 4Ε. Π., 5Β. Κ., 6Γ. Α., 7Α. Π., 8.Μ. Ο., 9Α. Γ., 10Ε. Α., 11Π. Λ., 12Β. Κ., 13Α. Κ., 14Ε. Τ., 15.Αικατερίνης Μάτση, 16.Ε. Κ., 17Κ. Λ., 18 Β. Μ., 19Σ. Γ., 20Ι. Γ., 21.Ά. - Μ. Μ., 22Γ. Θ., 23Ι. Π., 24Δ. Σ. και 25Α. - Α. Γ.η, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε με εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 532/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 8/12/2004 αίτησή του και τους από 1/10/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 22/11/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων του κρινόμενου κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθ. …04/11.10.2018 και …05/11.10.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ζ. Α., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.12.2004 και με αριθ. κατάθεσης 169/9.12.2004 αίτησης αναίρεσης και των από 1.10.2018 και με αριθ.
κατάθ. 108/4.10.2018 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11.12.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς την δικηγόρο Αγγελική Καραμιχαλάκου, η οποία εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσίβλητους (25 τον αριθμό) ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθ. 128 παρ. 4 και 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 3994/2011 και η δεύτερη με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με την κρινόμενη από 8.12.2004 και με αριθ. κατάθεσης 169/9.12.2004 αίτηση αναίρεσης και τους από 1.10.2018 και με αριθ. κατάθ. 108/4.10.2018 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4961/11.8.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 9.6.2003 και με αριθ.
κατάθ. 976/11.6.2003 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ, κατά της υπ' αριθ. 532/30.4.2003 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της κατά την κυρία αυτής βάση ως βάσιμη κατ' ουσία η από 10.12.2002 και υπ' αριθ. κατάθ. 1482/16.12.2002 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (25 τον αριθμό) και είχε επιδικασθεί στον καθένα από αυτούς το χρηματικό ποσό των 2.641,32 ευρώ, ως επίδομα πληροφορικής, για το διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2002.
Με την εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η ως άνω αγωγή κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 9.11.2004, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση επί της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Ζ., η δε αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 9.12.2004 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 4 Οκτωβρίου 2018 (αρ.
κατ. 108/4.10.2018) και επίδοση αυτού στις 11 Οκτωβρίου 2018 στην ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, κατά τα ήδη ανωτέρω προεκτεθέντα, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 11ης Δεκεμβρίου 2018 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 306/2011). Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 968/2013).
Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι κατά συνέπεια απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 357/2016).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.
Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...].
Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ/μα 194/1988 (και ήδη Π.Δ/μα. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "..." με το άρθρο 7 του Π/Δ/τος 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών του ...." (ΦΕΚ Α 51), διαιρουμένη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα.
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ` ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ` ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.
Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής.
Ειδικότερα η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πλαίσιο της εργασίας τους (ΑΠ 41/2017, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 535/2014, ΑΠ 594/2011, ΑΠ 628/2006, ΣτΕ 1298/2018, ΣτΕ 4375/2012, ΣτΕ 3182/2002).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] συνδέονται με το εναγόμενο [και ήδη αναιρεσείον] με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό, ανήκοντες στους κλάδους ΠΕ, ΔΕ και ΤΕ, διεπόμενοι ως προς το μισθολογικό τους καθεστώς από τις διατάξεις του ν. 2470/1997.
Ότι αυτοί προσλήφθηκαν περί το έτος 1997 και μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2001 υπηρετούσαν με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2001 κατατάχθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2839/2000, με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου και ύστερα από γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου σε προσωρινές συνιστώμενες θέσεις, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι από το χρόνο αυτό έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με μόνιμους δημόσιους υπάλληλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, οι 1ος έως και 4ος εξ αυτών στον κλάδο ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού, οι 5η έως και 17η στον κλάδο ΤΕ βιβλιοθηκονομίας και οι 18ος έως και 25η στον κλάδο ΔΕ υπαλλήλων γραφείου. Ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2002 οι ενάγοντες προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές και συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της υπηρεσίας τους προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χειριστών Η/Υ, και ότι η ανάθεση στους ενάγοντες των πιο πάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις.
Ακολούθως η προσβαλλομένη απόφαση, εφαρμόζοντας τη συνταγματική αρχή της ισότητας, έκρινε ότι η ανωτέρω ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, με την οποία αποκλείσθηκε προσωπικό που προσφέρει την ίδια εργασία, εκτός του κλάδου της πληροφορικής, εισάγει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος του προσωπικού αυτού, χωρίς τούτο να επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και κατά συνέπεια οι ενάγοντες δικαιούνται το εν λόγω επίδομα πληροφορικής για το επίδικο χρονικό διάστημα, που χορηγείται στους χειριστές Η/Υ των κλάδων πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και συγκεκριμένα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 25.000 δραχμών ή 73,77 ευρώ μηνιαίως ο καθένας.
Τέλος η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι το επίδομα αυτό το δικαιούνται και για το διάστημα που υπηρέτησαν στο εναγόμενο με σύμβαση έργου, αφού από τη διάταξη του άρθρου 8 [ενν. 17 παρ.8] του ν. 2839/2000 που ορίζει ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ.
α λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προκύπτει ότι η μετατροπή των συμβάσεων μισθώσεως έργου σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον ανωτέρω νόμο περιορίζει τις συνέπειες μόνο στο συνυπολογισμό του χρόνου της διάρκειας των προηγουμένων συμβάσεων μισθώσεως έργου, ο οποίος κατά πλάσμα δικαίου λογίζεται ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και δεν αποκλείει ρητώς τη δημιουργία αξιώσεων άλλης μορφής των εργαζομένων, εφόσον εν προκειμένω και κατά το διάστημα αυτό οι ενάγοντες ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χειριστών Η/Υ.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την περί του αντιθέτου από 9.6.2003 έφεση του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα με αριθ. 532/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κατά παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής των εναγόντων ως βάσιμης κατ' ουσία είχε επιδικάσει στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.641,32 ευρώ, ως επίδομα πληροφορικής, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2002.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος περί ισότητας και του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 7, 17 και 18 του Π.Δ/τος 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά κύρια απασχόληση στο πλαίσιο της εργασίας των, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αριθμού 11 του αρθρ. 8, δηλαδή χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής, ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών.
Επομένως οι περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 [και όχι του άρθρου 559] του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου σε συνδυασμό με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων [και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου], οι οποίοι εκτιμώνται ενιαίως, είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου αναίρεσης σε συνδυασμό με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ότι σε κάθε περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται του πιο πάνω επιδόματος πληροφορικής για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξη αυτών σε οργανική θέση, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 2389/2000.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 9.6.2003 και με αριθ. κατάθ. 976/11.6.2003 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ., να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 532/2003 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την από 10.12.2002 και με αριθ.
κατάθ. 1482/16.12.2002 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά την κυρία αυτής βάση και είχε επιδικάσει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 2.641,32 ευρώ ως επίδομα πληροφορικής του διαστήματος από 1.1.2000 έως 31.12.2002 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση και ν' απορριφθεί η αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση, ως νομικά αβάσιμη, κατά παραδοχή του τελευταίου λόγου της ως άνω έφεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007).
Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 648/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, δηλαδή την προπαραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση.
Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθ. 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005).
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της κατά της τελευταίας έφεσης, κατέβαλε στις 28.1.2005 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, το συνολικό ποσό των 1.973,12 ευρώ στον καθένα, με εξαίρεση τους 1ο και 3ο των αναιρεσίβλητων Α.
Π. και Α. Σ. στους οποίους κατέβαλε το ποσό των 2.203 ευρώ στον καθένα, και ειδικότερα κατέβαλε για επιδικασθέν κεφάλαιο 2.641,32 ευρώ και για δεδουλευμένους τόκους από την επίδοση της αγωγής 330,25 ευρώ μετ' αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ, ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών (βλ.
από 29.12.2004 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. σε συνδυασμό με το από 7.12.2018 υπηρεσιακό σημείωμα). Επομένως, τα καταβληθέντα ως άνω ποσό των 2.203 ευρώ (οι 1ος και 3ος των αναιρεσίβλητων) και των 1.973,12 ευρώ (οι λοιποί) πρέπει ο κάθε αναιρεσίβλητος αντίστοιχα να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση , κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης. Τέλος πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθ. 22 παρ.3 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου και την παρ. 2 της με αριθ. 134423 οικ/16.2 - 31.3.1988 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης - ΦΕΚ Β 11 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 4961/11.8.2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται ως κατ' ουσία βάσιμη την από 9.6.2003 και με αριθ. κατ. 976/11.6.2003 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.
Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 532/30.4.2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση. Δικάζει την από 10 Δεκεμβρίου 2002 και με αριθμό κατάθεσης 1482/16.12.2002 αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση.
Απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της. Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει α) τον 1ο και 3ο των αναιρεσίβλητων Α. Π. και Α. Σ. να καταβάλουν στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων τριών ευρώ (2.203) ο καθένας και β) έκαστο των λοιπών αναιρεσίβλητων να καταβάλουν στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. το ποσό των χιλίων εννεακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και δώδεκα λεπτών (1.973,12) ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ