381/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated381/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν απόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 381 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., για τον εαυτό του και υπό την ιδιότητα του ως δικαιοδόχου του αρχικού διαδίκου Ν. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κοντογιώργο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Ε. Γ., το γένος Β. και Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παυλίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2007 του ίδιου Δικαστηρίου 50/2009 μη οριστική και 91/2012 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 4-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, τέλος, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν απόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης.
Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεων του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί δικαστικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1952 που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ (ΑΠ 50/2014).
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο και δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, και πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 περ.
β', και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη, αντίστοιχα, πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αποδεικτικών μέσων που ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση ενώπιόν του, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά δε το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βούλησης των μερών που δηλώθηκε. Αν δε το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, παραλείψει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές, η απόφασή του ελέγχεται για παραβίαση των παραπάνω άρθρων του ΑΚ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι, για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1991 ο (αποβιώσας ήδη στις 6.7.2011) πρώτος εναγόμενος (πατέρας του ήδη αναιρεσείοντος) τότε κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα τον επίδικο αγρό και τον καλλιεργεί, προφανώς διότι έτσι μεγαλώνει την περιουσία του ...
κατά την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη το επίδικο εμπίπτει και στον αρχικό τίτλο κτήσης του απώτερου δικαιοπαρόχου της (ήδη αναιρεσίβλητης) ενάγουσας και πατέρα της Β. Τ. του έτους 1960 (υπ' αριθμ. .../22-7-1960 πωλητήριου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελευθέριου Καραλέτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα), με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είναι κυρία του επίδικου αγρού, την οποία κυριότητα απέκτησε με παράγωγο τρόπο (από κληρονομιά του πατέρα της κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου που αποδέχτηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../1987 πράξη της συμβολαιογράφου Ξάνθης Θεοδώρας Μπουζαλά και από δωρεά των 13/16 των λοιπών συγκληρονόμων με το .../1987 συμβόλαιο δωρεάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα).
Αντίθετα ο ήδη θανών πρώτος εναγόμενος δεν είχε αποκτήσει ποτέ κυριότητα του επιδίκου, ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτός δεν είχε ποτέ τίτλο (παρά μόνο ισχυρίστηκε άτυπη αγορά κατά το έτος 1969 από την Α. Α. Ο.), ούτε αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες πράξεις νομής απ' αυτόν πριν το έτος 1991.
Έτσι, με το .../2004 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελένης Κουμουλίδου δεν απέκτησε αυτήν (ψιλή κυριότητα) ούτε ο (ήδη αναιρεσείων) δεύτερος εναγόμενος και γιός του πρώτου (ήδη θανόντος) εναγομένου, αφού ο μεταβιβάζων πατέρας του δεν ήταν κύριος αυτού. Μετά δε από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα η επανακρινόμενη αγωγή ετύγχανε όντως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τη βάση της που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης, και ορθώς έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε, επικυρώνοντας, έτσι, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200 και 1045 του ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους.
Μάλιστα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βούλησης των μερών που δηλώθηκε με τα πιο πάνω συμβόλαια, ώστε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υπό την αιτίαση αυτή υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσείων αποδίδει στο Δικαστήριο της ουσίας ότι εσφαλμένα δέχτηκε την αγωγή, αφού "κατά τα επικρατούντα ειδικά στην περιοχή της Θράκης, κατά τον περασμένο αιώνα, συναλλακτικά ήθη, ο δικαιοπάροχος πατέρας (τ) ου, απέκτησε κατά το έτος 1969, το επίδικο αγροτεμάχιο ατύπως, λόγω της αδυναμίας σύναψης εγκύρων συμβολαιογραφικών πράξεων αγοραπωλησίας εξαιτίας της άρνησης χορήγησης των απαιτούμενων αδειών από τις τότε αρμόδιες διοικητικές αρχές και αφετέρου, ότι, ασκώντας πράξεις νομής έκτοτε και πάντως, τουλάχιστον από το έτος 1983, κατέστη κύριος του επίδικου αγρού, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1045 επ.
ΑΚ, ήτοι δι' εκτάκτου χρησικτησίας", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2012 αίτηση του Σ. Σ. Ο. του Ν. για αναίρεση της 91/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ