Legislator Case Law & Legislation
381/2012 AI generated

381/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 381/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 381 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381 /2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 381 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Δ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 8) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2η, 3ος, 4η, 6ος, 7ος και 8ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λουκέρη και ο 5ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ Κτηματικών Οικοδομικών και συναφών επιχειρήσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία διορίσθηκε δυνάμει της 2808/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ειδική εκκαθαρίστρια της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "COPY PRINT AE - Ανώνυμη τυπογραφική, εκδοτική, διαφημιστική εταιρία". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2972/2010 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 10-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 683/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 2972/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η από 8-2-2008 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 683/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομίμως απευθυνόταν κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας ως νομίμως εκπροσωπούσα την εναγομένη εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία "COPY PRINT AE", διορισθείσα ως ειδική εκκαθαρίστρια αυτής δυνάμει της 2808/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επομένως και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται κατ' αυτής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ, 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δε συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της συμβάσεως και, σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δε συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθησαν από την αναιρεσίβλητη εταιρία (COPY PRINT AE) ως υπάλληλοι της. Ότι η κακή διαχείριση αυτής την οδήγησε σε δημιουργία μεγάλων χρεών και παύση πληρωμών της από τον Ιούλιο του 2005, οπότε μη δυναμένη να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της σταμάτησε να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της, ενώ τον Αύγουστο του 2005 ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναχώρησε στο εξωτερικό αφήνοντας την επιχείρηση χωρίς διεύθυνση, με αποτέλεσμα να περιέλθει έκτοτε σε πλήρη διακοπή των συναλλαγών της και αδυναμία παραγωγής. Ότι κατόπιν αυτών οι αναιρεσείοντες στις 23-8-2005 αναγκάστηκαν να προβούν σε επίσχεση εργασίας, ενώ την 1-10-2005 θεώρησαν ότι οι συμβάσεις τους καταγγέλθηκαν με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης με μοναδικό σκοπό να τους αναγκάσει να αποχωρήσουν χωρίς να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση απολύσεως. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής ως αόριστο. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση παραπονούμενοι με τον πρώτο λόγο αυτής για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου σχετικά με την απόρριψη του εν λόγω κονδυλίου της αγωγής τους. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλούμενη απέρριψε το κονδύλιο καταβολής στον καθένα εξ αυτών της νόμιμης αποζημίωσής τους, λόγω άτακτης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, που θεώρησαν ότι επήλθε την 01/10/2005, μετά από σχετική εξώδικη δήλωσή τους, από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία δεν τους κατέβαλε τους δεδουλευμένους μισθούς τους, με μοναδικό σκοπό να τους αναγκάσει ν' αποχωρήσουν, χωρίς να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωσή τους. Με βάση όμως τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτουν στην αγωγή τους οι ενάγοντες η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους οφείλεται στα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτή, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να παύσει τις πληρωμές της από τον Ιούλιο του 2005 και από τον Αύγουστο του ίδιου έτους να διακοπούν πλήρως οι συναλλαγές της και η παραγωγή της.

Συνεπώς μόνο η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, και αληθής υποτιθέμενη, δεν αρκεί να θεμελιώσει τη έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεων εργασίας τους. Η βλαπτικότητα της μη καταβολής του μισθού πρέπει να συνδέεται με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει το μισθωτό να παραιτηθεί, αποφεύγοντας μ' αυτόν τον τρόπο την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως. Εφόσον τέτοια πρόθεση δεν διαπιστώνεται, ακόμη και αν η μη καταβολή του μισθού είναι μακρόχρονη δεν θεμελιώνει βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, αλλά μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργοδότη. Οι ενάγοντες δεν εκθέτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά δόλιας και μεθοδευμένης ενέργειας της εναγομένης ως προς την καθυστέρηση καταβολής των μισθών τους, προκειμένου να τους εξαναγκάσει να παραιτηθούν για να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως. Επικαλούνται τις άνω οικονομικές δυσχέρειες που τελικά οδήγησαν στην παύση λειτουργίας της επιχειρήσεως. Και ναι μεν οι οικονομικές δυσχέρειες του εργοδότη αδυνατούν να πληρώσουν την έννοια της ανώτερης βίας [του παρέχουν απλώς το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας], πλην όμως δεν πρέπει να συγχέεται η άνω υπαιτιότητα του εργοδότη με την ανυπαρξία ανώτερης βίας, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους. Επομένως εφόσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να θεμελιώσουν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους με την προαναφερθείσα έννοια [δόλια μη καταβολή του μισθού προκειμένου να εξαναγκαστούν σε παραίτηση αποφεύγοντας μ' αυτό τον τρόπο η εναγόμενη την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως] δεν μπορούν να θεωρούν ότι οι συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν με υπαιτιότητα της εναγομένης και να αξιώνουν καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ορθώς δε έκρινε ότι με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή τους οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται αποζημίωση απολύσεως, απορρίπτοντας τον ως άνω πρώτο λόγο της εφέσεως τους και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του, χωρίς να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη την από 1-10-2005 εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων με την οποία κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τους θεώρησαν καταγγελθείσες τις συμβάσεις εργασία τους από αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης με μοναδικό σκοπό να τους αναγκάσει να αποχωρήσουν χωρίς να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση τους, άλλως ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας αυτής ως απαράδεκτη χωρίς να προβεί στην έρευνα των πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου δεν προέβη σε εκτίμηση των επικληθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ως άνω έγγραφο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-2-2011 αίτηση των: 1) Κ. Σ., 2) Μ. Α., 3) Κ. Χ., 4) Κ. Ε., 5) Φ. Δ., 6) Κ. Θ., 7) Μ. Ν. και 8) Κ. Ι., για αναίρεση της 2972/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 683/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6

Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ