Legislator Case Law & Legislation
381/2010 AI generated

381/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 381/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

381/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
repeated non-compliance agricultural law previous legal status inconsistent persecution account breach of loyalty duty agricultural succession law
AI generated
691/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
10/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
383/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
811/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
1197/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 381 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ... . Ο 1ος και 2η παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγή Γεράκη και Αντώνιο Δρακονταειδή και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, , 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, κατοίκων ..., 7. Ψ7, κατοίκου ..., 8. Ψ8, κατοίκου ..., 9. Ψ9, κατοίκου ..., 10. Ψ10, κατοίκου ..., 11. Ψ11, φερόμενης ως χας ΒΒ, κατοίκου ... και 12. Ψ12 θυγ. Χ1, κατοίκου ... . O 1ος, 2η, 3ος και 8ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρμπούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Οι 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοτοκάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Ο 10ος (Ψ10) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μανέα. Οι 6ος, 7η, 9ος, 11η και 12η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1994 αγωγή της 11ης αναιρεσίβλητης (Ψ11), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλλονιάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 866/2005 του Εφετείου Πατρών. Κατά της άνω αποφάσεως ασκήθηκε η από 15-6-2007 τριτανακοπή, των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών. Παράλληλα ασκήθηκε: α) η από 10-1-2006 ανακοπή, των ήδη αναιρεσειόντων, β) η από 4-2-2006 αγωγή των ήδη 1 έως και 8 αναιρεσιβλήτων και γ) η από 4-9-2006 πρόσθετη παρέμβαση των 9ου και 10ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 219/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-4-2008 αίτησή τους και με τους από 30-9-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του 10ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις .../12-1-2009 και .../29-4-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την άγνωστης διαμονής ενδέκατη των αναιρεσιβλήτων Ψ11, συγχρόνως δε δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, όπως προκύπτει από τα φύλλα της 30-4-2009 των εφημερίδων ΕΣΤΙΑ και ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ, σύμφωνα προς τα συνδυασμένα άρθρα 134 παρ. 1, 135 παρ.1 και 136 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, από τις .../13-7-2009 και .../31-7-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ... και της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πάτρας ..., αντίστοιχα, με τις κάτω από αυτές από 13-7-2009, 14-7-2009 και 31-7-2009, 31-7-2009 αποδείξεις παραλαβής εγγράφου και βεβαιώσεις, αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, καθώς και από την 6436/31-7-2009 έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στους έκτο, δωδέκατη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων Ψ6, Ψ12 θυγατέρα Χ1 και Ψ7, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως, καθώς και από τις ..., .../13-7-2009 και .../14-7-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ... ο απολιπόμενος ένατος αναιρεσίβλητος Ψ9 είναι μεταξύ αυτών που επισπεύδουν εγκύρως τη συζήτηση. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω πέντε αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 866/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του αναφερόμενου ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους με έκτακτη χρησικτησία, την ένδικη αναγνωριστική αγωγή των 1ου έως 8ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ως άνω εναγόντων εκ μέρους των ένατου και δέκατου των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο είναι αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.248 τμ ευρισκόμενο στη θέση "..." της περιοχής ... του Δήμου ... . Αρχικός κύριος του ακινήτου αυτού ήταν ο ΒΒ, ο οποίος κατοικούσε στην Αυστραλία μαζί με τη σύζυγό του Ψ11. Ο ΒΒ διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια του 2ου εναγομένου Χ1 και το 1980 με την .../1981 πράξη του Συμβ/φου Αργοστολίου Παντελή Μοντεσάντου τον διόρισε πληρεξούσιο, του παρείχε δε και την ειδική εντολή "...

όπως επιβλέπει και επιστατεί το χωράφιόν του (επίδικο) μετά των εντός αυτού υπαρχόντων ελαιοδένδρων ... και με το δικαίωμα να συλλέγει τον καρπόν των εντός αυτού υπαρχόντων ελαιοδένδρων ...". Το 1981 με το .../1981 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου Αργοστολίου Ν. Ρασσιά - Κυριακάτου, που μετεγράφη νομίμως, ο ΒΒ μεταβίβασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στη θυγατέρα του Χ1, Ψ12 (1η εναγομένη), η οποία έτσι κατέστη συγκυρία αυτού κατά το ως άνω ποσοστό.

Οι 2ος, 3η και 4ος εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το 1982 ο ΒΒ τους πώλησε άτυπα το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου αντί τιμήματος 2.000.000 δρχ., έναντι του οποίου του κατέβαλαν το ποσό των 1.000.000 δρχ. και το υπόλοιπο εξοφλήθηκε τμηματικά μέχρι τα μέσα του 1985 και ότι έκτοτε νέμονται και κατέχουν το επίδικο κατά το ποσοστό συγκυριότητας τους (1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) γενόμενοι συγκύριοι αυτού κατά το ποσοστό αυτό με έκτακτη χρησικτησία.

Τον ισχυρισμό αυτό συνομολογεί και η 1η εναγομένη καθής η τριτανακοπή, που είναι κόρη των 1ου και 2ης και αδελφή του 3ου τριτανακόπτοντος. Οι εναγόντες αρνούνται τον ως άνω ισχυρισμό των 2ου, 3ης και 4ου των εναγομένων επικαλούμενοι ιδίαν συγκυριότητα επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου κατά τααναφερόμενα ποσοστά εκ της κληρονομικής διαδοχής του ΒΒ και εξ αγοράς ο 10ς ενάγων.

Ο ΒΒ είχε συμφωνήσει τον Σεπτέμβριο 1982 με τον 2° εναγόμενο προφορικά την εκμίσθωση για αόριστο χρόνο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, έναντι συνολικού μισθώματος 120, 000 δρχ. για δύο χρόνια, από 1-12-1982 μέχρι 1-12-1984. Στη συνέχεια όμως δημιουργήθηκαν προβλήματα στις σχέσεις των ανωτέρω, με συνέπεια το 1984 ο ΒΒ να διορίσει πληρεξούσιό του τον ΑΑ με το .../22-3-1984 πληρεξούσιο του Διευθύνοντος το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην ...

της Αυστραλίας, ανακαλώντας το προηγούμενο ως άνω πληρεξούσιο προς τον 2° εναγόμενο. Ειδικότερα, το 1984 οι 1η (συγκυρία του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου) και ο 2ος εναγόμενος άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου την από 13-9-1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία, αφού εξέθεταν ότι ο ΒΒ είναι συγκύριος του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ζητούσαν να αναγνωρισθεί προσωρινά η 1η εναγομένη συννομέας του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ο 2ος προσωρινά νομέας και κάτοχος κινητών πραγμάτων που ευρίσκοντο μέσα στην οικία του επιδίκου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 100/1984 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την επικαλούμενη από τους αιτούντες ύπαρξη μισθώσεως του ποσοστού του ΒΒ στον 2° εναγόμενο και τον ανεγνώρισε προσωρινό νομέα και κάτοχο των κινητών πραγμάτων. Στην συνέχεια οι αιτούντες (ήδη 1η και 2ος εναγόμενοι) άσκησαν την από 4.1.1985 έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 82/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία δέχθηκε τα περί υπάρξεως σχέσεως μισθώσεως μεταξύ των τότε διαδίκων όσον αφορά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση (ως προς τα κινητά). Περαιτέρω, ο 2ος εναγόμενος άσκησε κατά του ΒΒ την από 7-1-1985 αγωγή παραδόσεως μισθίου, με την οποία, αφού εκθέτει τη σύναψη της ως άνω συμβάσεως μισθώσεως του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του εκμισθωτή επί του επιδίκου, την καταβολή του μισθώματος για την προαναφερθείσα διετία (120.000 δρχ.) καθώς και την καταβολή ποσού 40.175 δρχ.

που αφορά την επόμενη διετία και την αντισυμβατική εκμίσθωση ολοκλήρου του επιδίκου από τον ΒΒ στον ΓΓ, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι τυγχάνει μισθωτής του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (ΒΒ) να του παραδώσει τη χρήση του μισθίου. Τα αναφερόμενα στα ανωτέρω δικόγραφα αποτελούν εξώδικη ομολογία του 2ου εναγομένου περί του ότι κατά τον ως άνω χρόνο (Σεπτέμβριος 1982 -Ιανουάριος 1985) υπήρχε ενεργός σύμβαση μισθώσεως του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου μεταξύ αυτού ως μισθωτή και του ΒΒ ως εκμισθωτή, καθώς επίσης και ρητή άρνηση του ότι ήταν συννομέας (μαζί με την 1η εναγομένη) αυτού.

Στην .../1985 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερασίμου Αυγερινού, που δόθηκε από τον ΔΔ, ύστερα από αίτηση του 2ου εναγομένου, αναφέρεται ότι ο τελευταίος είχε ανακοινώσει στον ενόρκως βεβαιώσαντα ότι είχε μισθώσει από τον ΒΒ το άλλο μισό οικόπεδο σπίτι για να το εκμεταλλεύεται με τουρίστες.

Στις 28-5-1986 η 3η εναγομένη ενεργώντας ως πληρεξούσια της κόρης της 1ης εναγομένης, που είχε διορισθεί προσωρινή διαχειρίστρια του κοινού επιδίκου ακινήτου με την 198/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, εκμίσθωσε στον ΕΕ το ποσοστό εξ αδιαιρέτου της θυγατέρας της. Στο με την ως άνω ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται "...

του κοινού ακινήτου, ανήκοντος κατά συγκυριότητα, σύννομη και συγκατοχή κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου στους Ψ12 και ΒΒ ...". Ύστερα από αίτηση του ΒΒ εκδόθηκε η 312/1986 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Κεφαλληνίας, με την οποία αντικαταστάθηκε η 1η εναγομένη από προσωρινή διαχειρίστρια του κοινού ακινήτου και διορίσθηκε προσωρινός διαχειριστής ο μη διάδικος ΣΤ.

Ο τελευταίος και ο ΒΒ άσκησαν κατά της προηγούμενης προσωρινής διαχειρίστριας 1ης εναγομένης την από 7-7-1987 αγωγή λογοδοσίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 26/1988 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου που την έκαμε δεκτή και υποχρέωσε σε λογοδοσία την πρώτη εναγομένη. Στις 1-12-1987 κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, εξετασθείσα ως μάρτυρας η ήδη 3η εναγομένη (μητέρα της 1ης εναγομένης) κατέθεσε "Υπάρχει εντολή στην κόρη μου να νοικιάσει το σπίτι και να δίνει το 1/2 νοίκι στον ΒΒ.

Η Ψ12 είναι ιδιοκτήτρια στο 1/2 σπίτι και στο άλλο 1/2 είναι ιδιοκτήτης ο Νεόφυτος ...". Στις 29 - 3 - 1989 ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κεφαλληνίας, όπου εκδικαζόταν κατηγορία επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εξυβρίσεως, βλασφημίας κλπ. κατά του ΣΤ (πληρεξουσίου του ΒΒ), του προαναφερθέντος ΓΓ κ.ά, ο 2ος εναγόμενος παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων κατέθεσε "...

Το μισό σπίτι ανήκει στην κόρη μου και το άλλο μισό στον ΒΒ", ενώ και η 3η εναγομένη κατέθεσε "... Εμείς είμαστε μέσα στις 31/8 (1984) γιατί το είχαμε νοικιάσει εμείς το μισό που ανήκει στον ΒΒ. Το άλλο μισό ανήκει στην κόρη μου". Η 1η εναγομένη λαμβάνοντας θέση επί της από 11-11-1994 αγωγής διανομής που άσκησε η σύζυγος του ΒΒ, Ψ11, και κατ' αυτής, δεν αρνήθηκε με τις προτάσεις της ειδικά την συγκυριότητα του ανωτέρω, ούτε επικαλέσθηκε συγκυριότητα επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου των εναγομένων γονέων της και του αδελφού της (2ου, 3ης και 4ου εναγομένων.

Μάλιστα η αυτή 1η εναγομένη με τις από 13-2-2001 προτάσεις της επί της ιδίας δίκης ισχυρίσθηκε ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτ/κείου Κεφαλληνίας ότι με βάση το από 16-2-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και του ΒΒ και τη νομή ολοκλήρου του επιδίκου για διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας κατέστη αυτή αποκλειστική κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ήδη ισχυρίζεται, εντελώς αντιφατικά, ότι συγκύριοι του επιδίκου είναι οι λοιποί εναγόμενοι.

Η 3η εναγομένη στην 13/2000 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αργοστολίου κατέθεσε "Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του αιτούντος (Χ1- 2ου εναγομένου) με την Ψ11 ... στην ... Αυστραλίας μας δήλωσε ότι παραιτείται από το μερίδιο που της ανήκει από το ακίνητο στον ... στη θέση "..." ... και δέχθηκε να υπογράψει επίσημο έγγραφο στην Αυστραλία το οποίο και θα στείλει στον αιτούντα (2° εναγόμενο) και το παραχωρεί από εδώ και στο εξής στην Ψ12 με όλα τα δικαιώματα του όσο ζει και μετά τον θάνατο της ...." Από την κατάθεση αυτή προκύπτει ότι οι 2ος (αιτών) και η 3η εναγόμενη συνομολογούν την ύπαρξη δικαιώματος επί του επιδίκου της χήρας του ΒΒ.

Αν είχε μεσολαβήσει η επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου το 1982 στους 2°, 3η και 4° των εναγομένων, αλλά και η ύπαρξη του κατωτέρω αναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού από 16-2 -1986 περί πωλήσεως του επιδίκου, δεν θα υπήρχε λόγος να ζητήσουν από την χήρα του ΒΒ να παραιτηθεί από το μερίδιο της και μάλιστα όχι υπέρ των εναγομένων αυτών, φερομένων ως αγοραστών, αλλά υπέρ της κόρης τους Ψ12 (1ης εναγομένης).

Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι έτσι αποδεικνύεται πλήρως ότι οι 2ος, 3η και 4°ς εναγόμενοι ουδέποτε υπήρξαν συννομείς του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, αφού οι ίδιοι (ειδικότερα ο 20ς και η 3η) συνομολογούν ότι συγκύριος και συννομέας του επιδίκου κατά το ποσοστό αυτό ήταν ο ΒΒ και ότι μόνο δικαίωμα κατοχής από την μισθωτική σχέση είχε ο 2ος εναγόμενος, ενώ και η 1η εναγομένη ουδέποτε μέχρι το 2001 αμφισβήτησε την συγκυριότητα του ΒΒ επί του επιδίκου.

Οι εναγόμενοι για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους επικαλούνται και προσκομίζουν ένα ιδιωτικό έγγραφο με ημερομηνία 16-2-1986 που φέρεται ότι καταρτίσθηκε μεταξύ του ΒΒ και των εναγομένων, το δε γνήσιο της υπογραφής του ΒΒ φέρεται να έχει θεωρηθεί από τον Πρόξενο της Ελλάδας στην ... την 13-3-1987. Με το έγγραφο αυτό ο ανωτέρω φέρεται να μεταβιβάζει στους ως άνω εναγομένους το ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίδικο "...

με αντάλλαγμα την εξόφληση του χρηματικού ποσού ως δάνειο που του δόθηκε και την κατά διαστήματα δωρεάν φιλοξενία που του παρασχέθηκε στην οικία του Χ1 και τον δωρεάν σιτισμό του στο μαγειρείο του στη ..., καθώς επίσης μεταβιβάζεται εκτός των παραπάνω διότι κατείχαν και την χρησικτησία από παλαιοτέρων χρόνων ... ".

Το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, του οποίου την γνησιότητα αμφισβητούν οι ενάγοντες, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από τα προαναφερθέντα στοιχεία, αλλά αντίθετα έρχεται σε πλήρη διάσταση με αυτά. Η διάσταση αυτή αφορά τόσο την ύπαρξη της επικαλούμενης συμφωνίας καθ' εαυτήν, όσο και την άσκηση νομής και συνακόλουθα κτήση της κυριότητας με χρησικτησία.

Τούτο διότι είναι δεδομένο, που προκύπτει από τα ανωτέρω έγγραφα, ότι, μεταξύ των φερομένων ως συμβληθέντων στην συμφωνία, από το 1983 μέχρι την φερομένη ως ημερομηνία συντάξεως του συμφωνητικού (16-2-1986), αλλά και μέχρι την ημερομηνία της φερομένης θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής του ΒΒ (13- 3- 1987), υπήρχε συνεχής δικαστική διαμάχη, αφού είχαν ασκηθεί οι προαναφερθείσες από 13- 9 -1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, από 4-1-1985 έφεση, η από 7-1-1985 αγωγή και η από 28- 5- 1986 αγωγή, ενώ εκκρεμούσε σε βάρος του ΒΒ μήνυση των 2ου και 3ης των εναγομένων για ηθική αυτουργία σε αυτοδικία, πράξη που εφέρετο ότι την διέπραξε το 1984, μετά δε από μικρό χρονικό διάστημα ασκήθηκε η από 7 -7-1987 αγωγή.

Σημειώνεται ότι και κατά την εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως την 29-3- 1989, τόσο ο 2ος όσο και η 3η εναγομένη κατέθεσαν ότι ο ΒΒ διέπραξε τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας για τις οποίες κατηγορείτο. Η σχέση αυτή των ανωτέρω οπωσδήποτε δεν συνάδει με σχέση ανθρώπων που έχουν προέλθει σε συμφωνία πωλήσεως ακινήτου και μάλιστα άτυπης, για το οποίο έχουν την οξεία αυτή δικαστική διαμάχη, η οποία συνεχίσθηκε και μετά την φερομένη άτυπη πώληση (δύο αγωγές, ποινική δίκη).

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αυτό που κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων ... ότι το καλοκαίρι του 1980 ή 1981 ήταν παρών, όταν ο 2ος εναγόμενος έδωσε προκαταβολή στον ΒΒ 400.000 δρχ. για την αγορά του (ετέρου) 1/2 του επιδίκου οφείλεται σε σύγχυση του μάρτυρα . Συγκεκριμένα, και πέραν από το ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η άτυπη συμφωνία έγινε τις αρχές του 1982, οπότε δόθηκε και η προκαταβολή και όχι τον χρόνο που αναφέρει ο μάρτυρας.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω είναι σαφές ότι όλοι οι μάρτυρες αναφέρονται στην συμφωνία και καταβολή προκαταβολής για την αγορά του 1/2 του επιδίκου στο όνομα της 1ης εναγομένης Ψ12, η οποία πράγματι έγινε το 1981 και όχι στην αγορά του άλλου ημίσεως του επιδίκου. Τούτο έγινε δεκτό και με την 491/1994 απόφαση του Εφετείου Πατρών η οποία έκρινε, μετά από έφεση κατά της 128/1990 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας επί της από 19-9-1983 αγωγής του ΒΒ περί ακυρώσεως της πωλήσεως του 1/2 του επιδίκου προς την 1η εναγομένη.

Μάλιστα οι μεν 2ος και 3η εναγόμενοι συνομολογούν την συγκυριότητα του ΒΒ σε όλα τα δικόγραφα, στις ένορκες καταθέσεις τους, μισθωτήριο κλπ., χωρίς ποτέ, μέχρι τουλάχιστον το 1989, να κάνουν λόγο για ύπαρξη άτυπης πωλήσεως και σύννομης στο επίδικο εκ μέρους τους από το 1982, ενώ και το έτος 2000 ακόμη η 3η εναγομένη στην ένορκη κατάθεση της δεν κάνει λόγο για άτυπη πώληση ή συννομή στο επίδικο, αλλά για παραίτηση της Ψ11 από το μερίδιο της και μάλιστα όχι υπέρ των 2ου, 3ης και 4ου των εναγομένων, που διεκδικούν την συγκυριότητα του 1/2 του επιδίκου, αλλά υπέρ της 1ης εναγομένης.

Αλλά και η τελευταία στην .../1992 δήλωση της ενώπιον του Συμβ/φου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη δήλωσε ότι είναι συγκυρία του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενώ και μέχρι το 2001 στα δικόγραφα της, που προαναφέρθηκαν, ουδέποτε έκαμε λόγο για συννομή των λοιπών εναγομένων -συγγενών της, η οποία αν υπήρχε είχε κάθε συμφέρον να την επικαλεσθεί.

Ακόμη όμως και το 2001 η 1η εναγομένη κάνει λόγο για νομή και χρησικτησία εκ μέρους της και όχι εκ μέρους των άλλων εναγομένων. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, η ενέργεια από τους 2ο και 3η, κυρίως, των εναγομένων υλικών πράξεων στο επίδικο (εκμίσθωση σε τρίτους, καθαρισμός, φύτευση δένδρων, μικροεπισκευές κλπ) αφ' ενός μεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο 2ος εναγόμενος ήταν μισθωτής του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και ότι τις ενεργούσαν για λογαριασμό της συγκυρίας - κόρης τους, η οποία για ένα διάστημα μάλιστα είχε διορισθεί προσωρινή διαχειρίστρια του κοινού ακινήτου και της οποίας πληρεξούσια ήταν η 3η εναγομένη, αφετέρου δε δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση της συννομής, αφού από τους εναγομένους έλειπε το βουλητικό στοιχείο (animus), ήτοι η ενέργεια των πράξεων αυτών με διάνοια συγκυρίου.

Και αν ακόμη όμως ενεργούσαν τις υλικές αυτές πράξεις με διάνοια συγκυρίου μετά το 1989 (μέχρι τότε συνομολογούν στα δικόγραφα και στις καταθέσεις τους την συγκυριότητα του ΒΒ), τότε και πάλιν δεν θα μπορούσαν να γίνουν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το 1989 μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής (2006) δεν είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας.

Ο ΒΒ απεβίωσε στις 2-11-1990 και κληρονομήθηκε από την σύζυγο του κατά ποσοστό 18/36, από την αδελφή του ΖΖ κατά τα 6/36, τους 4ο και 5ο των εναγόντων, ανηψιούς του -τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής του ΘΘ κατά ποσοστό 3/36 από τον καθένα και τους 6ο, 7η και 8ο των εναγόντων ανηψιούς του - τέκνα του προ αποβιώσαντος αδελφού του ΗΗ κατά ποσοστό 2/36 από τον καθένα.

Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομιά, η μεν σύζυγος του με την .../1994 πράξη της Συμβ/φου Αργοστολίου Ελβιρας - Μαρίας Καλογεράτου, που μετεγράφη νόμιμα και οι λοιποί συγκληρονόμοι με την μεταγραφή του .../1994 πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών μαζί με την από 11-11-1994 έκθεση περιγραφής του κληρονομιαίου ακινήτου (επιδίκου) και έτσι κατέστησαν συγκύριοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου κατά τα ως άνω ποσοστά όλου δε του ακινήτου κατά 18/72 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος του, κατά 6/72 εξ αδιαιρέτου η ΖΖ, κατά 3/72 εξ αδιαιρέτου οι 4ος και 5ος των εναγόντων και κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου οι 6ος, 7η και 8ος των εναγόντων.

Στις 5-10-2003 απεβίωσε η ΖΖ που κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους 2η και 3η των εναγόντων, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της με την .../2004 πράξη της ιδίας ως άνω Συμβ/φου που μεταγράφηκε νομίμως και κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 3/72 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Στην συνέχεια η Ψ11 μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον 1ο ενάγοντα το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου με το .../2005 συμβόλαιο της αυτής Συμβ/φου που μετεγράφη νομίμως και έτσι ο 1ος ενάγων κατέστη συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 18/72 εξ αδιαιρέτου.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι τριτανακόπτοντες-αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους δεν άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου και συνακόλουθα δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων Ψ12 κατέστη κυρία του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου το έτος 1981 με αγορά από τον αρχικό κύριο αυτού ΒΒ και ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του υπόλοιπου 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, από κληρονομική διαδοχή του ως άνω αρχικού κυρίου, κατόπιν δε τούτου απέρριψε την τριτανακοπή και επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι οι τριτανακόπτοντες δεν άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1982 και αν ακόμη ενεργούσαν υλικές πράξεις νομής με διάνοια συγκυρίου μετά το έτος 1989 "και πάλι δεν θα μπορούσαν να γίνουν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, διότι από το 1989 μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2006 δεν είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας".

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045, 974 και 1051 ΑΚ, που εφάρμοσε. Επομένως, οι τέταρτος και έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της κύριας αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή Εφετεία), όταν δικάζουν κατά την τακτική διαδικασία που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο, λαμβάνουν υπόψη τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου ή του προξένου μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.

Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο.

Κατά δε το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτόδικη δίκη θεωρείται κατά το νόμο αντίκλητος μόνο για τις αναγόμενες στην πρωτοβάθμια δίκη επιδόσεις εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ως τελευταίο η οριστική απόφαση (ΑΠ 205/2008).

Εξάλλου, σε περίπτωση πλειόνων αντιδίκων, με υπάρχουσα μεταξύ τους σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να καλούνται άπαντες πριν από την πιο πάνω προθεσμία, εκτός αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένων εκ των ομοδίκων, εφόσον και επί απλής ομοδικίας, η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως (ΑΠ 1093/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο λόγο της κύριας αναίρεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τις .../2007, .../2007 και .../2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Ληξουρίου Ιωάννη Λουκέρη, τις οποίες με επίκληση προσκόμισαν προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία τη συγκυριότητά τους επί του επίδικου ακινήτου.

Από τα διαδικαστικά όμως έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, καθώς και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, κατά τη λήψη των οποίων δεν παρέστησαν οι εφεσίβλητοι-καθών η κλήση, δεν δόθηκαν νομότυπα, διότι η από 30-10-2007 κλήση δεν επιδόθηκε στους εφεσίβλητους-καθών η κλήση, αλλά στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, που τους είχαν εκπροσωπήσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η δε επίδοση της κλήσεως αυτής έγινε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως και μετά την κατάθεση της εφέσεως των καλούντων, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο είχε παύσει η πληρεξουσιότητα που είχε δοθεί από τους καθών η κλήση για την πρωτοβάθμια δίκη στους παραλαβόντες την κλήση δικηγόρους Ιωάννη Μπουρμπούλη (για τους 1ο, 2ο, 3ο, 6ο και 9ο των καθών), Γεράσιμο Θεοδωράτο (για τους 4ο, 5ο, 7ο και 8ο των καθών) και Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη (για τους 11ο και 12ο των καθών), δεν είχαν δε διοριστεί νομίνως πληρεξούσιοι των ανωτέρω διαδίκων και αντίκλητοι αυτών.

Επομένως, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο στη δίκη ενώπιον του Εφετείου. Ως προς δε τη νομότυπη επίδοση της κλήσης μόνο ως προς τη δέκατη των καθών η κλήση, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ότι τα αναφερόμενα στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις πραγματικά περιστατικά αφορούν στοιχεία της ένδικης υπόθεσης μόνο για τη κλητευθείσα και όχι και για τους μη κλητευθέντες αναιρεσιβλήτους.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος δεύτερος λόγος της κύριας αναίρεσης υπό την ίδια αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή για παράβαση όχι ουσιαστικού νόμου είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 818/2009). Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, έκτο και έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της κύριας αναίρεσης και δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη της συγκυριότητάς τους επί του επίδικου ακινήτου και δη: 1) την 107/24-3-2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ...

ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αργοστολίου, η οποία είχε ληφθεί προγενεστέρως σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων, 2) το .../13-8-1999 έγγραφο της ΔΕΗ, 3) την από 10-9-2003 ένορκη κατάθεση της εκ των εναγόντων Ψ5, 4) το .../18-9-2003 έγγραφο της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης Κεφαλληνίας και Ιθάκης, 5) το .../26-8-1994 έγγραφο της Δ/νσης Γεωργίας Κεφαλληνίας, 6) την .../4-1-2005 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ..., 7) το .../22-11-2000 τιμολόγιο του ελαιοτριβείου Μερόπης Κοσμετάτου, 8) το από 16-2-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως που συντάχθηκε από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ΒΒ ενώπιον του Ελληνικού Προξενείου στη ...

Αυστραλίας και από το οποίο προκύπτει εξώδικη ομολογία αυτού ως προς την άτυπη αγορά από τους αναιρεσείοντες του ημίσεος εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και 9) τις επτά (7) πρωτότυπες επιστολές του ανωτέρω ΒΒ προς τους δύο πρώτους των αναιρεσειόντων. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης εκείνης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα παραπάνω έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την .../24-3-2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ...

ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αργοστολίου, που είχε ληφθεί προγενεστέρως σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων και για την οποία δεν απαιτείται να κάνει ειδική μνεία, ενώ έκανε ειδική μνεία του πιο πάνω από 16-2-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού από το οποίο συνάγεται κατά τους λόγους αναίρεσης εξώδικη ομολογία. Επομένως, οι λόγοι αυτοί από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, ΑΠ 442/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πέμπτο και έβδομο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγους της κύριας αναίρεσης και τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των με επίκληση προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες εγγράφων, που αναφέρονται ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι τριτανακόπτοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων και των λοιπών άλλων αποδεικτικών μέσων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τους παρόντες λόγους αναιρέσεως.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της κύριας αναίρεσης και τελευταίο εξεταζόμενο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους α) ότι δεν υπήρξε ποτέ νόμιμος γάμος της ενδέκατης αναιρεσίβλητης Ψ11 και έτσι δεν ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικού κυρίου ΒΒ και β) ότι οι ενάγοντες επίσης δεν ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πιο πάνω δικαιοπαρόχου τους.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι πραγματικοί αυτοί ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτωνν (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2008 αίτηση και τους από 29-9-2009 πρόσθετους λόγους των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 219/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ