381/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/11/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated381/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 381 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελια Λουβερδή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/11/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 13/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορούν την αυθαίρετη κατασκευή της σοφίτας και την απόρριψη αυτών κατά τα λοιπά.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί οριζοντίου ιδιοκτησίας" και 1117 ΑΚ προκύπτει, ότι κοινόχρηστα μέρη οικοδομής αποτελούν μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή χρήση όλων των συγκυρίων όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή, οι φωταγωγοί κλπ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου προκύπτει περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δεν θα μειώνει την ασφάλεια του οικοδομήματος και δεν θα μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό τους.
Μπορεί όμως με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε ορισμένο ή ορισμένους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων. Όμως, το με τέτοια συμφωνία παρεχόμενο σε συνιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει και εξουσία άρσης του προβλεπόμενου προορισμού του.
Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας.
Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Έτσι, η "χρήση", με την οποία βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή και επέρχεται μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών, είναι αόριστη νομική έννοια, η εξειδίκευση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οικοδομής νοείται η βελτίωση, που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ' αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά ένα ή μερικούς μόνο από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών.
Το αν οι παραπάνω μεταβολές του κοινού μέρους είναι επιτρεπτές ή όχι, με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας.
Εξάλλου, οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις (Ολ ΑΠ 380/77, 827/2005).
Επίσης, στην έννοια της απόλυτης χρήσης των κοινών πραγμάτων της οικοδομής, που δικαιούται ο αποκλειστικός κύριος του διαιρεμένου μέρους και συγκύριος εξ αδιαιρέτου των κοινών πραγμάτων της οικοδομής εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και, συνεπώς, οποιαδήποτε προσθήκη σ' αυτό, παραβλάπτουσα την εμφάνιση αυτή, ως γενόμενη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εκ του λόγου τούτου ανεπίτρεπτη.
Αλλά και το υπέδαφος του ακινήτου, στο οποίο έχει ανεγερθεί η οροφοκτησία, όταν με την συστατική πράξη ή με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ όλων των οροφοκτητών δεν ορίστηκε, ότι αποτελεί χωριστή ιδιοκτησία, είναι κοινόκτητο, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται ο ιδιοκτήτης χωριστής ιδιοκτησίας να το ενσωματώσει αυθαιρέτως στην ιδιοκτησία του, ούτε εξ άλλου αποβάλλεται ο κοινόκτητος χαρακτήρας του άνω χώρου από το λόγο ότι δεν περιέχεται σχετικά ρύθμιση για τον χαρακτήρα του αυτό στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας, τούτο δε γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός υφίσταται εκ του νόμου.
Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν ή συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ή η μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής : "... Η εναγόμενη και η αδελφή της ΑΑ ήταν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά του με αριθμό ... αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.798,30 τ.μ., μετά της επ' αυτού ισόγειας οικοδομής με υπόγειο, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ...
στην παλαιά εθνική οδό ...-... . Οι παραπάνω συγκυρίες με το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κίτνη, που έχει μεταγραφεί, αφενός μεν συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία και υπήγαγαν την ανωτέρω οικοδομή στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, αφετέρου δε προέβησαν σε διανομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών που δημιουργήθηκαν.
Ειδικότερα, στη μεν εναγόμενη περιήλθαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή οι υπό στοιχεία Υ-1 και Υ-2 αποθήκες του υπογείου εμβαδού 50 τ.μ. η κάθε μια με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 95/1000 εξ αδιαιρέτου η κάθε μια, τα υπό στοιχεία ΙΚ-1 και ΙΚ-2 καταστήματα του , ισογείου, εμβαδού 50 τ.μ. το καθένα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 130/1000 εξ αδιαιρέτου το καθένα και το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τα καταστήματα ΙΚ-1 και ΙΚ-2 του ισογείου ορόφου, με ποσοστό συμμετοχής στο όλο οικόπεδο 50/1000 εξ αδιαιρέτου, στη δε ΑΑ οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι οι με στοιχεία Υ3, Υ4 αποθήκες, τα με στοιχεία ΙΚ-3 και ΙΚ-4 ισόγεια καταστήματα και το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τα ανωτέρου καταστήματα.
Στη συνέχεια, με το με αριθμό ... συμβόλαιο σύστασης περαιτέρω οροφοκτησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δημιουργήθηκαν δύο νέες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από το ΙΚ-1 ισόγειο κατάστημα και το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από το ΙΚ-2 ισόγειο κατάστημα.
Επίσης, με το με αριθμό ... συμφωνητικό χρήσης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι προαναφερόμενες μοναδικές ως τότε συνιδιοκτήτριες της ανωτέρω οικοδομής συμφώνησαν τα εξής αναφορικά με τη χρήση του ακαλύπτου χώρου του ανωτέρω ακινήτου: Οι εκάστοτε κύριοι των οριζόντιων ιδιοκτησιών με στοιχεία Υ-1, Υ-2, ΙΚ-1 και ΙΚ-2 και του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τα καταστήματα ΙΚ-1 και ΙΚ-2 θα χρησιμοποιούν μόνο αυτοί τμήμα του ακαλύπτου χώρου εκτάσεως 887,17 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με το γράμμα Α και με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από Ιανουάριο του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα, οι εκάστοτε κύριοι των οριζόντιων ιδοκτησιών με τα στοιχεία Υ3, Υ4, ΙΚ3, ΙΚ4 και του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τα καταστήματα ΙΚ3 και ΙΚ4 θα χρησιμοποιούν μόνο αυτοί τμήμα του ακαλύπτου χώρου εκτάσεως 887,20 τ.μ.
όπως αυτό αποτυπώνεται με το γράμμα Β και με τα στοιχεία Δ-Ζ-Η-Ε-Δ στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και στην κοινή όλων των κυρίων των ανωτέρω ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών θα ανήκει ο υπόλοιπος ακάλυπτος χώρος του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 933,63 τ.μ., όπως αυτός αποτυπώνεται με το γράμμα Γ και με τα στοιχεία Ζ-Κ-Θ-Ι-Λ-Η-Ζ στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την παραπάνω πράξη και προσκομίζεται στο Δικαστήριο.
Επίσης με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό συμφώνησαν ότι ο ανωτέρω καθορισμός της χρήσης του ακαλύπτου χώρου του εν λόγω ακινήτου θα δεσμεύει τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους τους και ότι καθεμιά από αυτές (συμβαλλόμενες) μπορεί με μονομερή πράξη, δηλαδή χωρίς τη σύμπραξη κυρίου της άλλης ιδιοκτησίας, να ρυθμίζει την επιμέρους χρήση του ακαλύπτου χώρου του οποίου έχει την αποκλειστική χρήση, ήτοι η μεν εναγόμενη του Α τμήματος, η δε ΑΑ του Β τμήματος.
Στη συνέχεια με το με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί, η εναγόμενη μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ανωτέρω με στοιχεία ΙΚ-1 ισόγειο κατάστημα και το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από αυτό. Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα:
α) ότι ο υπόγειος χώρος κάτω από το ανωτέρω κατάστημα (ΙΚ-1), που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγόμενης (πωλήτριας), θα χρησιμοποιείται από την τελευταία και κάθε τρίτο διακάτοχο, μόνο ως βοηθητικός αποθηκευτικός χώρος, στον οποίο όμως θα απαγορεύεται η αποθήκευση εύφλεκτων υλικών (πλαστικών, χημικών, τοξικών), δύσοσμων υλικών και υλικών των οποίων η χρήση επάγεται θορύβους, προκειμένου να είναι δυνατή και απρόσκοπτη η λειτουργία του πωλούμενου καταστήματος (ΙΚ-1) ως φαρμακείου, β) ότι ο ενάγων (αγοραστής), που έλαβε γνώση του ως άνω ...
συμφωνητικού αναφορικά με τη χρήση του ακαλύπτου χώρου του όλου ακινήτου, σύμφωνα με δήλωση του σ' αυτό (συμβόλαιο), θα χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο αυτός (και κάθε ειδικός ή καθολικός διάδοχος του ή τρίτος στον οποίο παραχωρείται το σχετικό δικαίωμα από τον εκάστοτε κύριο του ΙΚ-1 καταστήματος) από το τμήμα Α του ακαλύπτου χώρου, το τμήμα ανάμεσα στην παλιά εθνική οδό ...-...-...
και στο κατάστημα του (ΙΚ-1), που ορίζεται σε πλάτος όσο η πρόσοψη του καταστήματος, δηλαδή 6,60 μ., οι δε πλάγιες γραμμές θα αρχίζουν από τα άκρα της προσόψεως του καταστήματος και θα καταλήγουν στην παλιά εθνική οδό και θα είναι παράλληλες της γραμμής Δ-Ε του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος. Δηλαδή ο ενάγων έλαβε γνώση του παραπάνω συμφωνητικού (...), που ρυθμίζει τη χρήση του ακάλυπτου χώρου του όλου ακινήτου και συντάχθηκε την ίδια ημέρα με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (21-1-1995), προσχώρησε και αποδέχθηκε αυτό και συνεπώς αυτός έχει σύμφωνα με αυτό, ως κύριος του ΙΚ-1 καταστήματος και του δικαιώματος ανέγερσης ορόφων πάνω από αυτό, δικαίωμα σύγχρησης, μαζί με την εναγόμενη, στο κοινόχρηστο και κοινόκτητο τμήμα Α του ακαλύπτου χώρου, εκτός από το ανωτέρω περιγραφόμενο τμήμα, που βρίσκεται μπροστά από το κατάστημα του, που ανήκει, κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα, στην αποκλειστική του χρήση.
Τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύονται από τα προαναφερθέντα δημόσια έγγραφα (συμβόλαια). Με βάση τα προαποδειχθέντα ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - εφεσίβλητης - εναγόμενης ότι αυτή έχει την αποκλειστική χρήση του υπολοίπου τμήματος Α του ακάλυπτου χώρου είναι αβάσιμος και απορριπτέος αφού στο μεν παραπάνω συμφωνητικό χρήσης ρητά ορίζεται ότι "οι εκάστοτε κύριοι των ιδιοκτησιών Υ-1, Υ-2, ΙΚ-1, ΙΚ-2 και του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τα καταστήματα, θα χρησιμοποιούν μόνο εκείνοι από τον ακάλυπτο χώρο του ακινήτου το με γράμμα Α τμήμα αυτού", ενώ με το μεταβιβαστικό προς τον ενάγοντα συμβόλαιο συμφωνήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η αποκλειστική χρήση του έμπροσθεν του καταστήματος συγκεκριμένου τμήματος του ακάλυπτου χώρου και δεν περιλήφθηκε σχετική ρύθμιση για αποκλειστική χρήση του υπολοίπου αποκλειστικά από την εναγόμενη, οι δε περιεχόμενοι παραπάνω όροι των δικαιοπραξιών αυτών είναι σαφείς, δεν διαπιστώνεται δε έστω και έμμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς την βούληση των συμβαλλομένων και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 179 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην σχετική με το θέμα αυτό νομική σκέψη, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Β έφεσης της εκκαλούσας-εναγόμενης, με τον οποίο η τελευταία ισχυρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη και ο σύζυγος της από το έτος 1995 λειτουργούν στο με στοιχεία ΙΚ-2 ισόγειο κατάστημα, που εφάπτεται του φαρμακείου του ενάγοντος, επιχείρηση Σνακ Μπαρ, επ' ονόματι του συζύγου της όπως προκύπτει από την ... άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος και μάλιστα πέραν του εσωτερικού χώρου παρασχέθηκε η άδεια ανάπτυξης 16 καθισμάτων στον εξωτερικό χώρο αυτού.
Τότε η εναγόμενη φύτεψε στο χώρο που βρίσκεται μπροστά στην πρόσοψη του καταστήματός της, στον οποίο έχουν, όπως προαναφέρθηκε, δικαίωμα σύγχρησης οι διάδικοι, δύο ακακίες και ένα αγιόκλημα. Η ύπαρξη αυτών των δένδρων και φυτών δεν εμποδίζει, λόγω του μικρού αριθμού και μεγέθους τους, την ορατότητα του καταστήματος του ενάγοντος, ούτε τα κλαδιά τους εμποδίζουν την αποκλειστική χρήση του χώρου μπροστά από το φαρμακείο του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος, αντίθετα μάλιστα βελτιώνουν την αισθητική εικόνα του ακάλυπτου αυτού χώρου.
Συνεπώς, δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα σύγχρησης του ενάγοντος, ούτε το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του χώρου μπροστά από το φαρμακείο από την ύπαρξη των ανωτέρω δένδρων και, επομένως, το σχετικό επί μέρους αίτημα, υπό στοιχείο γ για κοπή αυτών, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσία. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά τα έτη 1996-1997 έκλεισε με τζαμαρία τον ημιυπαίθριο χώρο που βρισκόταν μπροστά από το κατάστημα της και σχημάτιζε εσοχή εμβαδού 13,30 τ.μ., ευθυγραμμίζοντας την πρόσοψη του (καταστήματος) με την πρόσοψη των με στοιχεία 1Κ-1, ΙΚ-3 και ΙΚ-4 καταστημάτων, καταλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό κοινόχρηστο χώρο, τον οποίο και ενσωμάτωσε στο κατάστημα της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια εσοχή υπήρχε και στην πρόσοψη του ΙΚ-3 καταστήματος, η οποία όμως είχε ήδη κλείσει. Στον τοίχο του φαρμακείου του ενάγοντος, που εφάπτεται του παραπάνω ημιυπαίθριου χώρου, υπήρχαν στο πάνω μέρος τζαμαρία και μεταλλικά ρολά ασφαλείας. Για να γίνει η ανωτέρω επέκταση, η εναγόμενη έκλεισε, με τη συναίνεση του ενάγοντος, τη τζαμαρία και τα μεταλλικά ρολά με γυψοσανίδα και τοποθέτησε στην πλευρά αυτή θερμαντικό σώμα, το οποίο συνδέθηκε με σωλήνες που διέρχονται από το φαρμακείο του ενάγοντος.
Επίσης τοποθέτησε στο δάπεδο της επέκτασης μάρμαρο, στην οροφή ξύλινη επένδυση και στην απέναντι πλευρά, που συνορεύει με το ΙΚ-3 κατάστημα, κατασκεύασε μερική τοιχοποία την οποία επένδυσε με ξύλο, πάνω από την οποία τοποθέτησε εσωτερική τζαμαρία με βάση αλουμινίου. Για τον χρόνο και το είδος των ως άνω κατασκευών ρητά καταθέτει ο μάρτυρας από την πλευρά της εναγόμενης, ενώ και ο ίδιος ο ενάγων προσδιορίζει τον χρόνο των εν λόγω μεταβολών προ έξι ετών από την σύνταξη της αγωγής του, δηλαδή κατά το έτος 1998, γεγονός που ενισχύει την κρίση αυτή του Δικαστηρίου αφού ο προσδιορισθείς από τον ίδιο χρόνος δεν αφίσταται κατά πολύ του αποδειχθέντος χρόνου των κατασκευών αυτών.
Έκτοτε (1996-1997) η εναγόμενη χρησιμοποιεί τον ανωτέρω ημιυπαίθριο χώρο, χωρίς ποτέ ο ενάγων να διαμαρτυρηθεί, αντίθετη δε κρίση περί προφορικών διαμαρτυριών του ενάγοντος δεν μπορεί να στηριχθεί στην κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάσθηκε με επιμέλεια του και η οποία εργάζεται στο φαρμακείο του, η οποία καταθέτει μεν για προφορικές του διαμαρτυρίες αλλά η κατάθεση της αυτή δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο έγγραφο στοιχείο (λ.χ.
εξώδικη δήλωση, καταγγελία στην Πολεοδομία κλπ.). Η ενέργεια αυτή της εναγόμενης ναι μεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό του ακαλύπτου αυτού χώρου ως κοινοκτήτου και κοινοχρήστου, αποκλείοντας τη χρησιμοποίηση του κατά οποιοδήποτε τρόπο από τον ενάγοντα, πλην όμως ενόψει του ότι αυτή έγινε με τη συναίνεση του, χωρίς ποτέ αυτός μέχρι τις 12 Ιουλίου του 2004, που κοινοποίησε στην εναγόμενη την από 5-7-2004 εξώδικη δήλωση, να διαμαρτυρηθεί, δημιουργήθηκε σ' αυτή η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει ποτέ το δικαίωμά του συγχρήσεως του χώρου αυτού.
Συνεπώς, η αξίωση που ασκεί ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή για καθαίρεση της ανωτέρω κατασκευής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινοτικός και οικονομικός σκοπός της και είναι γι' αυτό καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση της εναγόμενης και το σχετικό υπό στοιχείο ε αίτημά του είναι απορριπτέο.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι το ΙΚ-2 που ανήκει στην κυριότητα της εναγόμενης, ήταν μισθωμένο από τον Οκτώβριο του 1991 έως και τέλος του έτους 1995 στους αδερφούς ... και ... οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν ως κατάστημα πωλήσεων ετοίμων φαγητών, αναψυκτικών και συναφών ειδών (FAST- FOOD). Επίσης και ο ενάγων από το 1990 είχε μισθώσει το ΙΚ-1 κατάστημα της εναγόμενης, το οποίο στη συνέχεια το έτος 1995 το αγόρασε κατά τα προαναφερθέντα, και το χρησιμοποιούσε ως φαρμακείο.
Οι μισθωτές του ΙΚ-2 καταστήματος χρησιμοποιούσαν έκτοτε για τις ανάγκες του καταστήματος τους τον ακάλυπτο χώρο που υπήρχε μπροστά από την πρόσοψη του, στον οποίο μάλιστα είχαν τοποθετήσει και σιδερένια κατασκευή στην οποία τοποθετούσαν τέντες, κάτω από την οποία ανέπτυσσαν τραπεζοκαθίσματα για την εξυπηρέτηση των πελατών τους.
Μετά τη λήξη της μίσθωσης και τη χρήση του εν λόγω καταστήματος από την εναγόμενη, η τελευταία συνέχισε να χρησιμοποιεί τον ανωτέρω ακάλυπτο χώρο με ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων σ' αυτό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, χωρίς ποτέ ο ενάγων ο οποίος στο μεταξύ έγινε κύριος του ΙΚ-1 καταστήματος, να διαμαρτυρηθεί.
Η χρήση του ακαλύπτου χώρου αυτού από :την εναγόμενη για τις ανάγκες του καταστήματος της, όπως έχει δικαίωμα ως κυρία του ΙΚ-2 καταστήματος, δεν παραβλάπτει το δικαίωμα σύγχρησης του ενάγοντος στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο αυτό χώρο και συνεπώς το σχετικό επί μέρους υπό στοιχείο γ αίτημα του (ενάγοντος) για απομάκρυνση των τραπεζοκαθισμάτων είναι αβάσιμο και απορριπτέο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την ανέγερση της ανωτέρω ισογείου οικοδομής, που αποπερατώθηκε το έτος 1990, είχε κατασκευαστεί στο έδαφος κάτω από το κατάστημα του ενάγοντος και με πρόσοψη στο πλάγιο δεξιό και πίσω μέρος του Α τμήματος του ακαλύπτου χώρου, όπως φαίνεται από την εθνική οδό ...-..., αποθήκη εμβαδού 14,39 τ.μ., για την οποία ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας σύμβαση ούτε με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ όλων των οροφοκτητών ορίστηκε ότι αποτελεί χωριστή ιδιοκτησία, και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, αυτή είναι κοινόκτητη εκ του νόμου και ο αντίθετος ισχυρισμός της εναγόμενης, που ειδικότερα προβάλλεται με τον σχετικό λόγο της αντέφεσής της κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας απόφασης, ότι δηλαδή ανήκει στην αποκλειστική της χρήση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η ανωτέρω αποθήκη χρησιμοποιείται από το έτος 1995 από την εναγόμενη ως λεβητοστάσιο και δεν έχει καμιά επαφή και επικοινωνία με τον ανωτέρω περιγραφόμενο χώρο, που βρίσκεται μπροστά στην πρόσοψη του ΙΚ-1 καταστήματος (φαρμακείου) του ενάγοντος, στον οποίο αυτός έχει αποκλειστική χρήση, έτσι ώστε να εμποδίζεται αυτός στη χρήση.
Συνεπώς, το αίτημα του τελευταίου υπό στοιχείο δ για επιχωμάτωση της ανωτέρω αποθήκης για τον λόγο ότι παραβιάζει το δικαίωμά του αποκλειστικής χρήσης του χώρου αυτού, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, περιστατικά που εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν.
Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη το έτος 1995 και όχι το έτος 1999 όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, μετέτρεψε αυθαίρετα την υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη, που υπάρχει κάτω από το ΙΚ-1 κατάστημα (φαρμακείο) της κυριότητας του ενάγοντος και έχει πρόσοψη στο πίσω ακάλυπτο χώρο του με στοιχεία Α τμήματος, σε κύρια κατοικία, στην οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένεια της από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, κατά παράβαση της συμφωνίας της με τον τελευταίο (ενάγοντα) να χρησιμοποιεί αυτή μόνο ως "βοηθητικό αποθηκευτικό χώρο".
Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το χρόνο της μετατροπής της εν λόγω αποθήκης σε κατοικία της εναγόμενης στηρίζεται κυρίως στη με αριθμ. Πρωτ. ... βεβαίωση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων, η οποία κλήθηκε μετά από πλημμύρα στον ανωτέρω διαμέρισμα λόγω ισχυρής βροχόπτωσης και διαπίστωσε ότι από τα νερά βράχηκαν σ' αυτό "είδη ρουχισμού, βιβλιοθήκη, βιβλία, τηλεόραση, η κρεβατοκάμαρα, ντουλάπα και επιχρίσματα" και στην αποθήκη, ήτοι την Υ-2, που βρίσκεται κάτω από το ΙΚ-2 κατάστημα της εναγόμενης "δύο καταψύκτες με είδη τροφίμων, ένα επαγγελματικό ψυγείο, μια ηλεκτρική κουζίνα, ένας φούρνος επαγγελματικός και ένα πλατό".
Στη συνέχεια κατά το έτος 1999 η εναγόμενη μετέτρεψε αυθαίρετα σε δύο μικρά διαμερίσματα και την Υ-2 αποθήκη που υπήρχε κάτω από το ΙΚ-2 κατάστημά της, ενώ το 2000 χώρισε το ανωτέρω διαμέρισμα στο οποίο διέμενε σε δύο μικρότερα και στο ένα, που βρίσκεται εξ ολοκλήρου κάτω από το ΙΚ-1 κατάστημα του ενάγοντος συνέχισε να διαμένει με την οικογένεια της, ενώ το άλλο το μίσθωσε μαζί με τα ανωτέρω δύο διαμερίσματα τα έτη 2001 και 2002.
Για την αποπεράτωση των ανωτέρω διαμερισμάτων η εναγόμενη έλαβε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στις 23-4-2001 δάνειο ύψους 29.347 ευρώ και στις 17-4-2002 δάνειο ύψους 44.000 ευρώ. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη σε διαμόρφωση του ακαλύπτου χώρου που βρίσκεται στο πίσω μέρος του υπό στοιχείο Α τμήματος και στην πρόσοψη των ανωτέρω διαμερισμάτων και συγκεκριμένα κατασκεύασε σιδερένια κατασκευή για τη στήριξη κληματαριάς, έστρωσε τμήμα αυτού με σχιστόπλακες, έκανε πλακόστρωτους διαδρόμους και τσιμεντένια παρτέρια, φύτεψε καλλωπιστικά και οπωροφόρα δένδρα.
Επίσης κατασκεύασε και δύο στέγαστρα με ξύλινη στέγη για την κάλυψη των διαμερισμάτων της. Όλες οι παραπάνω εργασίες, για τις οποίες η εναγόμενη δαπάνησε σημαντικά ποσά, γινόταν μπροστά στα μάτια του ενάγοντος, χωρίς ποτέ αυτός να διαμαρτυρηθεί, δημιουργώντας έτσι την εύλογη πεποίθηση σ' αυτή ότι δεν θα ασκήσει ποτέ το δικαίωμά του από την ανωτέρω συμφωνία τους για χρήση της εν λόγω αποθήκης, που ανήκει στην αποκλειστική της κυριότητα, μόνο ως αποθηκευτικού χώρου.
Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι η χρήση της ανωτέρω αποθήκης από την εναγόμενη ως κύρια κατοικία όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, δημιούργησε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του φαρμακείου, προς εξασφάλιση της οποίας (ομαλής λειτουργίας) είχε γίνει η ανωτέρω συμφωνία. Υπό τα δεδομένα αυτά η αξίωση που ο ενάγων ασκεί με την κρινομένη αγωγή και ειδικότερα με το υπό στοιχείο ζ αίτημά του να υποχρεωθεί η εναγόμενη στην επαναφορά της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας Υ-1 αποθήκης στη συμφωνημένη χρήση της ως βοηθητικού αποθηκευτικού χώρου, δεν δικαιολογείται από την ως άνω συμπεριφορά του που προηγήθηκε της άσκησης της εν λόγω αξιώσεως του, καθώς και από την πραγματική ως άνω κατάσταση που υπάρχει σήμερα, η ανατροπή της οποίας θα είχε επαχθείς οικονομικές συνέπειες για την εναγόμενη και θα προκαλούσε σ' αυτή εύλογο αίσθημα αδικίας, και συνεπώς, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός της και είναι γι' αυτό καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση της εναγόμενης.
Αναφορικά δε με την σιδερένια κατασκευή που στηρίζει την κληματαριά πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν παραβλάπτει τη χρήση του ενάγοντος στο κοινόχρηστο αυτό μέρος του ακινήτου, αλλά αντίθετα βελτιώνει το χώρο αυτό και εξυπηρετεί τις ανάγκες διαβίωσης της εναγόμενης που διαμένει μόνιμα σε διαμέρισμα του υπογείου και ως εκ τούτου το σχετικό υπό στοιχείο β επί μέρους αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, που είναι κυρία του δικαιώματος ανεγέρσεως μελλοντικών ορόφων πάνω από το κατάστημα ΙΚ-2, κατασκεύασε αυθαίρετα ακριβώς πάνω σ αυτό πριν τρία χρόνια περίπου σοφίτα, η οποία δεν έχει αποπερατωθεί μέχρι σήμερα. Για το λόγο αυτό γκρέμισε την υπάρχουσα στέγη με κεραμίδια που κάλυπτε το ΙΚ-2 κατάστημα της, χωρίς να πειράξει τη στέγη που κάλυπτε το φαρμακείο του ενάγοντος, και κατασκεύασε νέα στέγη με κεραμίδια στην οροφή της σοφίτας, η οποία (στέγη) είναι υπερυψωμένη σε σχέση με τη στέγη που καλύπτει το 1Κ-1 κατάστημα (φαρμακείο) του ενάγοντος.
Η νέα αυτή υπερυψωμένη στέγη δεν παραβλάπτει την αισθητική και αρχιτεκτονική εμφάνιση της όλης οικοδομής γιατί έχει κατασκευαστεί με τα ίδια υλικά (κόκκινα κεραμίδια) με την ήδη υπάρχουσα στέγη, που καλύπτει το ΙΚ-1 κατάστημα του ενάγοντος και παρουσιάζει με αυτή μια αισθητική ομοιομορφία. Εξάλλου, σε όλη την πρόσοψη των ΙΚ-3 και ΙΚ-4 ισόγειων καταστημάτων, τα οποία λειτουργούν ως κατάστημα της Τράπεζας "..." και ως κατάστημα με ορθοπεδικά είδη, υπάρχει μετώπη λαμαρινοειδής, η οποία καλύπτει όλη την πρόσοψη και τη στέγη των καταστημάτων αυτών και αλλοιώνει την αισθητική της όλης οικοδομής.
Επίσης, η υπερυψωμένη αυτή στέγη καθώς και η σοφίτα, δεν εμποδίζουν τον ενάγοντα να κάνει χρήση των οριζόντων ιδιοκτησιών του και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής και η κατασκευή τους, ναι μεν είναι αυθαίρετη, δεν αποδείχθηκε όμως ότι με αυτές προκλήθηκε ή υπάρχει κίνδυνος για τη λειτουργία και στατική γενικά επάρκεια της όλης οικοδομής.
Το γεγονός ότι οι ανωτέρω προσθήκες έγιναν χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, έχουν τεθεί χάριν του δημοσίου και μόνο συμφέροντος και όχι για την προστασία των συμφερόντων των ιδιωτών, και η μη τήρηση τους, συνεπάγεται τις κατά την σχετική αυτή νομοθεσία προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις, χωρίς να θίγεται το κύρος των μεταξύ των συνιδιοκτητών συναπτομένων δικαιοπραξιών, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην σχετική προηγούμενη νομική σκέψη.
Ενόψει των ανωτέρω το αίτημα του ενάγοντος για κατεδάφιση του διαμερίσματος (σοφίτας) που έκτισε η εναγόμενη πάνω στο ΙΚ-2 κατάστημα της και κατασκευή του τμήματος της κεραμοσκεπής στο τμήμα που καθαίρεσε, για το λόγο ότι παραβλάπτουν την αισθητική της οικοδομής και το δικαίωμα του στη σύγχρηση της στέγης, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη τοποθέτησε στο κιγκλίδωμα που βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο μπροστά στο κατάστημα του ενάγοντος, του οποίου ο τελευταίος, με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία, έχει την αποκλειστική χρήση, πινακίδα διαστάσεων 3 μ. Χ 0,60 μ. δίπλα ακριβώς από την πινακίδα με την ένδειξη "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ".
Η πινακίδα αυτή, που είναι κενή χωρίς καμιά ένδειξη, παραβλάπτει πράγματι το δικαίωμα του ενάγοντος για αποκλειστική χρήση του χώρου αυτού και πρέπει συνεπώς να αφαιρεθεί, κατά το βάσιμο περί τούτου υπό στοιχείο α αίτημα του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι αυτή (πινακίδα) έχει τοποθετηθεί σε εδαφικό τμήμα, που έχει απαλλοτριωθεί με βάση την υπ' αριθμ. 1041936/4068/0010/10-5-1999 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργούν Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ, και συνεπώς ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, που επαναφέρεται με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης της, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντελέστηκε η εν λόγω απαλλοτρίωση με την καταβολή της αποζημίωσης στους δικαιούχους ή με τη δημοσίευση στην ΕτΚ της γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, έτσι ώστε να απέκτησε την κυριότητα το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο και ορθά με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατασκεύασε σε εδαφική λωρίδα του ακαλύπτου χώρου του Α τμήματος, που βρίσκεται στα δεξιά του φαρμακείου του ενάγοντος, όπως αυτό φαίνεται από την εθνική οδό ...-..., και οδηγεί (εδαφική λωρίδα) στα ανωτέρω διαμερίσματα (γκαρσονιέρες) δύο κολώνες διαστάσεων 0,20 μ. Χ 0,40 μ. με σιδερόπορτα διαστάσεων 5,65 μ.
Χ 1,40 μ. και με τον τρόπο αυτό απέκλεισε την πρόσβαση του τελευταίου (ενάγοντος) σε κοινόχρηστο χώρο 216 τ.μ., που βρίσκεται στα δεξιά του καταστήματος του και στον πίσω ακάλυπτο χώρο του Α τμήματος, όπου μάλιστα βρίσκονται οι μετρητές του ηλεκτρικού ρεύματος και οι μονάδες των κλιματιστικών μηχανημάτων που εξυπηρετούν το φαρμακείο του, του οποίου κοινόχρηστου χώρου και αυτός δικαιούται να κάνει χρήση.
Ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αξίωσης του ενάγοντος για καθαίρεση των ανωτέρω κατασκευών, που επαναφέρεται με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού μόνο η αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα από το χρόνο κατασκευή τους δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του και ορθά με την ίδια αιτιολογία απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση.
Συνεπώς ο αποκλεισμός του ενάγοντος από την πρόσβαση στο τμήμα αυτό του ακάλυπτου χώρου, του οποίου αυτός δικαιούται να κάνει χρήση που προσιδιάζει στον προορισμό του και ειδικότερα να εισέρχεται σ' αυτόν και γενικά να απολαμβάνει κάθε ωφέλεια που προκύπτει, είναι παράνομος και ως εκ τούτου έχει αξίωση προς αποκατάσταση της κοινοχρησίας και η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να αφαιρέσει τις ανωτέρω κατασκευές, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό επί μέρους υπό στοιχείο β αίτημα του ενάγοντος.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του δέχθηκε τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να αφαιρέσει την περιγραφόμενη παραπάνω πινακίδα και να κατεδαφίσει τις δύο κολώνες και την σιδερόπορτα, διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της επέτρεψε στον ενάγοντα να προβεί στις παραπάνω ενέργειες με δαπάνες της εναγόμενης, επ' απειλή χρηματικής ποινής χιλίων (1000) ευρώ και προσωπικής κράτησης δύο (2) μηνών για την περίπτωση αρνήσεώς της ή παρεμποδίσεως, ορθά εφαρμόζοντας το νόμο προέβη στη συνέχεια σε συνετή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και όλοι οι αντίθετοι λόγοι των υπό κρίση εφέσεων και της δια των προτάσεων αντέφεσης, που συνοψίζονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και για τους οποίους δεν έγινε ειδικότερα μνεία παραπάνω, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης 44/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αναφορικά με την καθαίρεση της κληματαριάς, την κοπή των δένδρων που βρίσκονται μπροστά από το κατάστημα ΙΚ-2, την επιχωμάτωση της υπόγειας αποθήκης, την καθαίρεση της κατασκευής στον ημιυπαίθριο χώρο μπροστά από το ΙΚ-2 κατάστημα και την επαναφορά της οριζόντιας ιδιοκτησίας Υ1 στη παλιά και συμφωνημένη χρήση της ως βοηθητικού αποθηκευτικού χώρου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, αναφορικά με τα ως άνω κεφάλαια αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αντίθετα, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που αφορά τη μη απομάκρυνση των τραπεζοκαθισμάτων και την μη καθαίρεση του διαμερίσματος (σοφίτας) που η αναιρεσίβλητη έκτισε πάνω από το ΙΚ-2 κατάστημά της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Πιο συγκεκριμένα: α) ενώ βεβαιώνει ότι η ανέγερση της σοφίτας δεν αποτελεί νέο νόμιμο όροφο, αλλά είναι αυθαίρετη και έγινε χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσείοντος, αφού καθαιρέθηκε η στέγη με κεραμίδια που κάλυπτε το ΙΚ-2 κατάστημα της αναιρεσίβλητης και ότι κατασκευάστηκε, σε αντίθεση με τα αρχιτεκτονικά σχέδια, νέα στέγη με κεραμίδια στην οροφή της σοφίτας, η οποία (στέγη) είναι υπερυψωμένη σε σχέση με τη στέγη που καλύπτει το ΙΚ-1 κατάστημα (φαρμακείο) του αναιρεσείοντος, παρά ταύτα, δέχεται ότι δεν παραβλάπεται η αισθητική και αρχιτεκτονική εμφάνιση της όλης οικοδομής χωρίς ειδικότερη εξήγηση για την κρίση της αυτής ενόψει μάλιστα της ανομοιομορφίας της επίδικης νέας στέγης προς την υφιστάμενη.
Β) Παρότι βεβαιώνει ότι στον ακάλυπτο χώρο που βρίσκεται μπροστά από το ΙΚ-2 κατάστημα της αναιρεσίβλητης, αυτή δεν έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και ότι στον εν λόγω χώρο τοποθετεί τραπεζοκαθίσματα για την εξυπηρέτηση των πελατών της, δέχεται αντιφατικώς ότι δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα σύγχρησης του αναιρεσείοντος στον ανωτέρω κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για τα ως άνω ζητήματα πλημμέλειες κατ' ορθή από το δικαστήριο εκτίμηση, από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και, συγκεκριμένα, μόνο κατά το μέρος που αφορά την τοποθέτηση από την αναιρεσίβλητη τραπεζοκαθισμάτων στο κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο που βρίσκεται μπροστά από το ΙΚ-2 κατάστημά της και την επάνω απ' αυτό αυθαίρετη κατασκευή της σοφίτας.
Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 289/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο στο σκεπτικό μέρος της, για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ