Legislator Case Law & Legislation
381/2007 AI generated

381/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 381/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 381 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

381/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 381 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
accident insurance coverage accident victim claim for insurance benefits motor vehicle liability insurance damages from traffic accident cessation of accident benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 381 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 381/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERICAN A.E.G.A.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πρωτοπαπά - Καμπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2082/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5980/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Κατά το άρθρο 559 εδ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ'αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αν από το διατακτικό προκύπτει, ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, λ.χ. η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2-6-2003 αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που έχει ασφαλίσει το ζημιογόνο .... ΙΧΕ αυτοκίνητο της υπαίτιας οδηγού..., να του καταβάλει, εκτός από άλλα, το συνολικό ποσό των 71.000 ευρώ, τω διαφυγόντα κέρδη για ανικανότητα προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2002 έως 14-4-2007, το οποίο χρηματικό ποσό, αν δεν τραυματιζόταν, θα κέρδιζε ως τεχνίτης διαφημιστικών κατασκευών με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθόσον θα είχε 900 ευρώ ως βασικό μισθό το μήνα και ανά 400 ευρώ ως πριμ τετράκις του έτους. Το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με την 2082/2004 απόφασή του δέχτηκε στο σύνολό του το κονδύλι αυτό ως βάσιμο στην ουσία του (έκρινε ότι απώλεσε βασικό μισθό 54.000 ευρώ + επιδόματα 9.000 ευρώ +πριμ 8.000 ευρώ). 'Ομως το Εφετείο, που συνεκδίκασε την από 27-9-2004 έφεση της αναιρεσίβλητης και την από 19-1-2005 αντέφεση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα εξής σε σχέση με το κονδύλι αυτό: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη παντελώς ανίκανος για την εργασία του τεχνίτη διαφημιστικών κατασκευών, για το χρονικό διάστημα από 15-4-2002 έως 14-4-2007 και απώλεσε τον με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκώμενο μηνιαίο μισθό του, που ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 600 ευρώ και ετήσιο πρίμ από 1000 ευρώ και συνολικά απώλεσε 41.000 ευρώ, ήτοι 60 μήνες Χ 600 ευρώ=36.000 +5.000 ευρώ (1000 ευρώ Χ 5 έτη)= 41.000 ευρώ". Με βάση αυτά η αναιρεσιβαλλομένη, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό τους, δέχτηκε κατά ουσίαν την έφεση και απέρριψε την αντέφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό, κράτησε και δίκασε στην ουσία της την αγωγή, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή, επιδικάζοντας για απώλεια εισοδημάτων το συνολικό ως άνω ποσό των 41.000 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα το Εφετείο δεν άφησε αίτηση αδίκαστη και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαία κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). 'Ομως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης να επικαλεστεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιοριστεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαία με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την Α.Κ. 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται καταρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την Α.Κ. 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΠ 670/2006). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την ένδικη από 2-6-2003 αγωγή, του, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15-1-2001 οδηγούσε την .... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που συγκρούστηκε με το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η ...., από αποκλειστική υπαιτιότητα της τελευταίας. Τραυματίστηκε ο ίδιος βαρύτατα. Υπέστη κάκωση δεξιού γόνατος, ρήξη έσω μηνίσκου αριστερού γόνατος και ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου αυτού, συνεπεία των οποίων εγένετο αρθροσκόπηση και μηνισκεκτομή και νεκροποίηση κολοβώματος του χιαστού του αριστερού γόνατος. Παρουσιάζει αστάθεια επί εδάφους αμφοτέρων των γονάτων και σημεία χαλάρωσης της βίδας του κνημιαίου τμήματος του μοσχεύματος του πρόσθιου χιαστού, ως και μετεγχειρητικές και μετατραυματικές αλλαγές πρόσθιου χιαστού και έσω μηνίσκου του δεξιού γόνατος, παραμόρφωση ανατομικώς οπίσθιου κέρατος του έσω μηνίσκου με περιοχές παθολογικού σήματος σε εκφυλιστικές αλλαγές, ακινητοποιηθέντος του δεξιού γόνατος με τοπικό κηδεμόνα, κάκωση δεξιού άκρου ποδός και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής,μετά ζάλης, ιλίγγων, αστάθειας, αμνησίας (αυχενικό σύνδρομο). Ο πραγματογνώμων ιατρός ...., που διορίστηκε με την 3161/2002 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, ύστερα από συζήτηση προηγούμενης άλλης από 21-9-2001 αγωγής για αποζημίωση, εξέτασε τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και διαπίστωσε: "ατροφία αμφοτέρων των τετρακεφάλων μυών, κάμψη του δεξιού γόνατος υπολειπομένη κατά 15ο, κίνηση αμφοτέρων των γονάτων, ιδία του δεξιού, επώδυνη και με κριγμό κατά την τροχιά της κίνησης, επώδυνες στροφικές κινήσεις της κνήμης επί των μηριαίων κονδύλων (σημείο APLEY) του δεξιού γόνατος, ακραία επώδυνη κάμψη του αριστερού γόνατος, επώδυνη πίεση επ'αμφοτέρων των γονάτων των επιγονατίδων επί των μηριαίων κονδύλων με το γόνυ σε κάμψη και στένωση του μεσαρθρίου διαστήματος του δεξιού γόνατος, κυρίως με σκλήρυνση του υποχονδρίου οστού και δημιουργία οστεοφύτων επί του έξω μηριαίου και έξω κνημιαίου κονδύλου, μόνιμη βλάβη αμφοτέρων των γονάτων, συνδεσμική αστάθεια του δεξιού γόνατος, πόνο των γονάτων λόγω χονδροπάθειας (επώδυνης) 2ου και 3ου βαθμού του αριστερού γόνατος εκ της ρήξεως του μηνίσκου, της μηνισκεκτομής και της συνδεσμικής αστάθειας από τη ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, εκ των οποίων το δεξιό γόνυ παρουσιάζει ακτινολογικώς σημεία αρχόμενης οστεοαρθρίτιδας (επώδυνης), με αναμενόμενη περαιτέρω επιδείνωση μελλοντικά της δημιουργηθείσας μόνιμης αναπηρίας σε ποσοστό 25%, με αναμενόμενη επιδείνωση αυτής". Νοσηλεύθηκε στο γενικό νοσοκομείο Μελισσίων "Αμαλία Φλέμιγκ" : α) από 11-3-2002 έως 19-3-2002, λόγω ρήξεως πρόσθιου χιαστού αριστερού γόνατος και ρήξης έσω μηνίσκου αριστερού γόνατος, όπου έγινε αρθροσκοπική πλήρης έσω μηνισκεκτομή και αντικατάσταση του χιαστού με συνθετικό μόσχευμα, β) από 5-12-2002, έως 7-12-2002, λόγω ρήξεως έσω μηνίσκου δεξιού γόνατος και έγινε αρθροσκοπική πλήρης έσω μηνισκεκτομή, όταν βρέθηκε χονδροπάθεια 2ου βαθμού δεξιού γόνατος και ρήξη του επιγονατιδικού μοσχεύματος και γ) από 19-2-2003 έως και 27-2-2003, όταν υποβλήθηκε σε αποκατάσταση του πρόσθιου χιαστού δεξιού γόνατος με συνθετικό μόσχευμα. Λόγω της προπεριγραφείσας αναπηρίας του, συνεπεία της χονδροπάθειας 2ου και 3ου βαθμού του αριστερού γόνατος και της αρχόμενης οστεοαρθρίτιδας του δεξιού γόνατός του, που στις 2-6-2003 ανερχόταν σε ποσοστό 40% και βαίνει επιδεινούμενη, καθώς και των διενεργηθεισών πολλαπλών επώδυνων χειρουργικών επεμβάσεων σε αμφότερα τα γόνατα και της αφαίρεσης των μηνίσκων, από τα οποία "παραμορφώθηκε από ηλικία 23 ετών" δικαιούται να λάβει μία εύλογη εφάπαξ αποζημίωση, πέραν της αποδεικνυόμενης κατά την 929 ΑΚ, καθόσον η ως άνω αναπηρία και παραμόρφωσή του μειώνει την προσωπικότητά του και αποτελεί σοβαρό κώλυμα στην άσκηση του επαγγέλματός του (τεχνίτη διαφημιστικών κατασκευών και εφαρμογών), δοθέντος ότι δεν πρέπει να μετακινείται με φόρτιση των πασχόντων γονάτων, για αποφυγή επιδείνωσης της ήδη κάκιστης κατάστασης αυτών και παντελούς αχρήστευσής του. Ακόμη η μόνιμη μερική ως άνω αναπηρία του και παραμόρφωσή του, επιδρά δυσμενώς στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο και ανέλιξή του, καθώς και στη δημιουργία δικής του οικογένειας, διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της κοινωνικής εξέλιξης και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον μειονεκτεί και συνεπώς κινδυνεύει περισσότερο, έναντι των υγιών συναδέλφων του να καταστεί άνεργος. Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα ζήτησε ο αναιρεσείων να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει ποσό 60.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την αξίωση αυτή, είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στην πιο πάνω διάταξη (931 ΑΚ) και εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ. 'Ομως η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή, αναφορικά με το κονδύλι αυτό, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι "ο ενάγων δεν ανέφερε τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η στο μέλλον επίδραση της μερικής αναπηρίας του στην περιουσία του, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με βάση την 929 ΑΚ, και ποια θα είναι η ζημία του στο μέλλον, ούτε επικαλέστηκε ειδικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι τρόποι και λόγοι, εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής του ζωής, αλλά ούτε και στην κοινωνική πλευρά της μελλοντικής του ζωής, αφού αυτός θα λάβει τα διαφυγόντα κέρδη λόγω απωλείας των μισθών του, χωρίς να υφίσταται υπό τα εκτιθέμενα περίπτωση, από τη κατάσταση της υγείας του, δυσμενούς επίδρασης στη δημιουργία δικής του οικογένειας", δεχθείσα έτσι βάσιμο σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε με τον τρόπο αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι το δικαστήριο για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα κατά νόμο απαιτούνται, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν. Συνακόλουθα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος σχετικός λόγος αναίρεσης που απορρέει από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'εκτίμηση. Μετά απ΄αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα αναφορικά με το ως άνω αγωγικό κονδύλι των 60.000 ευρώ (αποζημίωση από την ΑΚ 931), το οποίο με σχετική διάταξή της απέρριψε ως αόριστο, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό, την 5980/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ