381/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated381/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία απαιτείται η πρόκληση με πρόθεση της απόφασης σε άλλον να εκτελέσει την άδικη αυτή πράξη, να καταθέσει δηλαδή εν γνώσει ψευδή περιστατικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 381 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 381/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Σ. Γ. του Δ. και 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στριμπέρη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3919/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Μ. σύζ. Χ. Χ. και 2) Χ. Χ. του Ι., ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Πιτσάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.10.2004 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1762/2004.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Αρμόδια για ένορκη εξέταση αρχή είναι και ο συμβολαιογράφος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται, μεταξύ άλλων, και η σύνταξη ενόρκων βεβαιώσεων, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται η χρησιμοποίησή των ως νόμιμων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
Δ του "Κώδικα Συμβολαιογράφων"), ως τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, και στις δίκες που διεξάγονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του 28 παρ. 1 του Ν. 2882/2004 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" που είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο (προβλέπει μόνον ποινή φυλάκισης ενώ η αντίστοιχη, προγενέστερη, του άρθρου 30 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" προέβλεπε φυλάκιση και χρηματική ποινή μέχρις εκατόν χιλιάδων (100.000) δρχ.), "όποιος από πρόθεση υποδεικνύει ψευδή όρια και προσάγει εικονικούς τίτλους ή παρεμβαίνει σε σχετική δίκη με οποιαδήποτε ιδιότητα, για να υποστηρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα σε απαλλοτριωτέο ακίνητο, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, επιφυλασσομένων των τυχόν βαρυτέρων ποινών του Ποινικού Κώδικα".
Τέλος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία απαιτείται η πρόκληση με πρόθεση της απόφασης σε άλλον να εκτελέσει την άδικη αυτή πράξη, να καταθέσει δηλαδή εν γνώσει ψευδή περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχτηκε, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των στην απόφασή του αυτή αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: Με την υπ' αριθ. 2178/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αποδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της από 15.1.1997 αιτήσεως της κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσειούσης) Α.
Κ., αναγνωρίστηκε αυτή δικαιούχος της οφειλόμενης αποζημίωσης για τα αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα με στοιχεία 56-57 ακίνητα (αμπέλι) που βρίσκονται στη θέση "..." του Δήμου Κρωπίας. Στη δίκη αυτή, προς απόδειξη του ψευδούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης ότι κυρία του όλου ακινήτου ήταν αυτή, λόγω της από το έτος 1964 νομής αυτού με διάνοια κυρίου, προσήλθε κατόπιν προτάσεώς της και εξετάσθηκε ενόρκως (στο ακροατήριο) ο ήδη αποβιώσας (αρχικός συγκατηγορούμενός της) Γ.
Γ., ο οποίος κατέθεσε ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην κατηγορουμένη το έτος 1964 με άτυπη δωρεά από τη μητέρα της Κ. Β.. Τον ίδιο ψευδή ισχυρισμό επιβεβαίωσε, κατόπιν προτροπής της ανωτέρω κατηγορουμένης, ο έτερος κατηγορούμενος Σ. Γ. (πρώτος των αναιρεσειόντων), κατά την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγιώτη Κωτσόβολου κατά την οποία, εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς, μεταξύ άλλων, τα εξής: "γνωρίζουμε ότι το έτος 1964 η Κ.
χήρα Γ. Β., το γένος Γ. Δ., μεταβίβασε στην κόρη της Α. σύζυγο Κ. Κ., το γένος Γ. Β., με προφορική και άτυπη δωρεά έναν αγρό - αμπέλι, που βρίσκεται στη θέση "..." και είναι εκτάσεως χιλίων διακοσίων (1200) τ.μ. περίπου. Η Α. Κ. από το έτος 1964 μέχρι σήμερα κατέχει και νέμεται το παραπάνω ακίνητο διανοία κυρίου και με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς να οχληθεί ποτέ από κανέναν.
Μάλιστα, ο δεύτερος από εμάς Σ. Γ. καλλιεργούσε το παραπάνω ακίνητο για λογαριασμό της συνεχώς όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η ιδιοκτησία της Α. Κ. από κανέναν. Γνωρίζουμε ακόμη ότι η Κ. χήρα Γ. Β. είχε το ακίνητο αυτό από τον πατέρα της Γ. Δ., δυνάμει συμβολαίου που έγινε κατά το έτος 1939, το οποίο συμβόλαιο όμως καταστράφηκε το έτος 1944 από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, τα οποία κατέστρεψαν την πόλη του Κορωπίου ολοσχερώς, κατείχε δε και ενέμετο το παραπάνω ακίνητο μέχρι το έτος 1964, που το μεταβίβασε στην κόρη της ως ιδιοκτήτρια και με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς επίσης να οχληθεί ποτέ από κανέναν......".
Τα ανωτέρω όμως περιστατικά ήσαν ψευδή, αφού το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στους εγκαλούντες και τα τέκνα τους με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπατιούνη, από την κυρία αυτού Β. Λ., γνώριζαν δε οι ανωτέρω καταθέσαντες τα περιστατικά αυτά την αναλήθεια των ισχυρισμών των.
Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Χ. Π. και Δ. Τ., εκ των οποίων ο πρώτος, γαμβρός από θυγατέρα της πωλήτριας Β. Λ. με βεβαιότητα καταθέτει ότι το κτήμα αυτό το καλλιεργούσε πάντα ο πενθερός του και ότι ο κατηγορούμενος Σ. Γ. ουδέποτε το καλλιέργησε, αλλά και από το αποτέλεσμα της διαταχθείσας από το Δικαστήριο, δυνάμει της υπ' αριθ. 1060/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνωμοσύνης κατά το οποίο ο διορισθείς πραγματογνώμων Ν.
Α. βεβαιώνει ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας των εγκαλούντων. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά για μεν τον κατηγορούμενο Σ. Γ. το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, για δε την κατηγορουμένη Α. Κ. το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του ανωτέρω και επιπλέον το αδίκημα του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, καθόσον με πρόθεση χρησιμοποίησε στην προαναφερθείσα δίκη αναγνώρισης δικαιούχων προς υποστήριξη του ανύπαρκτου δικαιώματος κυριότητάς της την προαναφερθείσα ψευδή κατάθεση του μάρτυρα Γ.
Γ. και παραπλάνησε με τον τρόπο αυτό τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος έκανε δεκτή την αίτησή της και την αναγνώρισε δικαιούχο της αποζημίωσης. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών του αυτών, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών: α) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Σ. Γ. ψευδορκίας μάρτυρος για τα κατατεθέντα ενόρκως εκ μέρους του περί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στην υπ' αριθ. ...
ένορκη βεβαίωση του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγιώτη Κωτσόβολου, η οποία συντάχθηκε για να μπορέσει η κατηγορουμένη Α. Κ. (ήδη αναιρεσείουσα) να αντικρούσει και επιτύχει την απόρριψη της από 15.9.1999 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλαν εναντίον της οι εγκαλούντες (Χ. Χ. κλπ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ.
κατάθ. 11889/1999) περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητά της για την εξασφάλιση της απαίτησής των εναντίον της προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την αναγνώριση, με απατηλά μέσα, αυτής ως δικαιούχου της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος και των εκ μέρους της είσπραξη της σχετικής αποζημιώσεως.
β) κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη Α. Κ.: 1) ηθικής αυτουργία στην ανωτέρω πράξη (ψευδορκία καθ' όσον αφορά την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση του κατηγορουμένου Σ. Γ., 2) της παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2882/2001, ως ευμενέστερου γι' αυτήν σε σχέση με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, για την οποία κρίθηκε ένοχη (άρθρο 2 ΠΚ), πράξη που αναφέρεται στην εκ μέρους της προσαγωγή και εξέταση ως μάρτυρος κατά τη σχετική δίκη αναγνωρίσεως των δικαιούχων της αποζημιώσεως του άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εφ' ης η υπ' αριθ. 2187/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του Γ.
Χ. Γ., και επέβαλε στον πρώτο (Σ. Γ.) ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών και στην Δευτέρα (Α. Κ.) ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών για κάθε πράξη (από τις ανωτέρω) και κατά συγχώνευση φυλάκιση δέκα (10) μηνών, τις οποίες (ποινές) ανέστειλε για μία τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο που δίκασε: α) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, ως και του εγκλήματος του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των αναιρεσειόντων, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α, 224 ΠΚ και άρθ. 28 παρ. 1 του ν. 2882/2001, δεδομένου ότι επαρκώς δικαιολογείται τόσο το ψευδές περιεχόμενο της καταθέσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Σ.
Γ. όσο και η γνώση αυτού και της κηρυχθείσης ενόχου ως ηθικού αυτουργού Α. Κ. περί της αναληθείας των κατατεθέντων, αναφορικά με την κυριότητα αυτής επί του απαλλοτριωθέντος. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, η εξέταση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Σ. Γ. ενόρκως ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγιώτη Κωτσόβολου, κατά τη σύνταξη της ανωτέρω υπ' αριθ. 1279/1999 ένορκης βεβαίωσης, η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί προς αντίκρουση της από 19.9.1999 αίτησης των εγκαλούντων κατά της κατηγορουμένης Α.
Κ. για εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, δηλαδή σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, εγένετο ενώπιον αρμοδίας προς ένορκη εξέταση αρχής, κατά την έννοια του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, αντίστοιχα δε η κρίση του Δικαστηρίου που δίκασε σχετικά με την ενοχή των κατηγορουμένων για την ως άνω πράξη της ψευδορκίας (με τη μορφή της αυτουργίας και της ηθικής Αυτουργίας αντίστοιχα) αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση του δευτέρου κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγιώτη Κωτσόβολου, η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρθηκε, ενώ η κρίση του για την ενοχή της β' κατηγορουμένης της παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2882/2001 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στην επιμέλεια της εξέτασης στο ακροατήριο του αρμοδίου για την αναγνώριση δικαιούχου της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, του μάρτυρα Γ.
Γ., η κατάθεση του οποίου σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου αυτού εκ μέρους της υπήρξε ψευδής, κι' αυτό προκειμένου να υποστηρίξει ανύπαρκτα δικαιώματά της επί του απαλλοτριωθέντος. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α, 224 παρ. 2 ΠΚ και άρθρου 28 ν. 2882/2001 (σε συνδυασμό με άρθρο 30 ν.δ. 797/1971 και άρθρο 2 ΠΚ, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.
Οι περί του αντιθέτου λόγοι της αναίρεσης, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι επίσης στερείται νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 παρ. 1, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1η Οκτωβρίου 2004 αίτηση των κατηγορουμένων: 1) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3919/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ έκαστον και στη δικαστική δαπάνη των (παραστάντων) πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ