Legislator Case Law & Legislation
380/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 380/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a traffic accident. The court found that the First Instance Court had properly considered all evidence presented by the parties, including documents the appellants claimed were ignored. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the costs of the participating insurance company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 576 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's review of evidence assessment is not exhaustive; failure to explicitly mention every document does not constitute a procedural error if the document's content was considered in the final decision.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appellate review standards evidence assessment procedural error costs allocation Code of Civil Procedure appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 letter g of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 380 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 380/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Γ., 2) Γ. Α. του Α., ανηλίκου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα πατέρα του, Α. Α., 3) Ρ. Π. του Χ. και 4) Π. Π. του Γ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σάββα Ενωτιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... SA", που εδρεύει στο ... Ρουμανίας και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) M. Ν. του P., κατοίκου ..., 4) Σ. Ρ. του Β., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη, ενώ οι 1ος, 2η, 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 7-11-2016 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 773/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-1-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. 004896/7-6-2022, 004895/7-6-2022 και 004890/6-6-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 29-1-2021, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της με αριθμ. 773/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2022), καθώς και κλήση των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο αυτών.

Ειδικότερα, δε, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες, με αριθμ. 8002/22-9-2022 βεβαίωση επίδοσης και κλήσης των άρθρων 11 παρ. 2, 12 παρ. 4 και 14 του Κανονισμού [ΕΕ] 2020/1784 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης-11-2020, των αρμοδίων αρχών της Ρουμανίας, βεβαιώνεται ότι επιδόθηκε στην ως άνω (δεύτερη) αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, αντίγραφο της υπό κρίση αναίρεσης και κλήση για συζήτησή της για την ως άνω δικάσιμο(ΑΠ 1121/2022, ΑΠ 636/2016).

Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν, κατ` άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 568 παρ. 4, 576 παρ.2 του ΚΠολΔ).

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021(A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" [ΑΠ 987/2022].

Στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η προσβαλλόμενη με αριθμ. 773/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δημοσιεύτηκε στις 7-2-2019 και επομένως από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου(8-2-2019) άρχισε να τρέχει η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτού.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 9-2-2021 (αριθμ. καταθ. 1034/99/2021) στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθμ. 773/2019 απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (8-2-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 8-2-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.

α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την, από 30-9-2016 (αριθμ. καταθ. 502759/3693/2016), αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, καθώς και του τρίτου εναγομένου, που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΕΚΑ ...

δημόσιας χρήσης φορτηγό-ελκυστήρα, κυριότητας του τετάρτου εναγομένου, που ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (όλοι ήδη αναιρεσίβλητοι), προκλήθηκε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος της Α. Π., επιβαίνουσας στο με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ...

ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, συζύγου του πρώτου, μητέρα του δεύτερου, θυγατέρα της τρίτης και αδελφή του τέταρτου των εναγόντων.

Για τους λόγους αυτούς ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Η εν λόγω αγωγή [συνεκδικασθείσα με την από 7-11-2016 αγωγή, η οποία δεν ενδιαφέρει την παρούσα δίκη], με την με αριθμ. 260/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων και έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες η, από 12-4-2018 (αριθμ. κατάθ. 36394/2557/2018) έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως εξειδικεύονταν οι διατάξεις που παραβιάστηκαν και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την καθ` ολοκληρίαν παραδοχή της αγωγής τους.

Μετά την εκδίκαση της εν λόγω εφέσεως [συνεκδικασθείσα με τις από 27-7-2018 και 15-4-2018 εφέσεις, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη], εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η με αριθμ. 260/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την από 30-9-2016 αγωγή των εναγόντων [που ενδιαφέρει εν προκειμένω] και αφού, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δίκασε κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ απορρίφθηκε (η έφεση) ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 551/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας(ΑΠ 85/2019).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 εδαφ. β'και 26 παρ. 1, 4 του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.], ορίζεται ότι: ''ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα ''(παρ. 1) και ''στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση'' [άρθρ. 26 παρ.4], ενώ "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες [.....

μέχρι ....] τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι.... Ρ2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας (STOP) . Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία, πλησιάζει..... " [άρθρ. 4 παρ. 3] και " οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή......''[άρθρ. 12 παρ. 1 εδαφ.

β']. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 773/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, τα ακόλουθα: "Στις …-7-2015 και ώρα 15.10' ο Γ.

Π. (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... S.A. (δεύτερη αναιρεσίβλητη) και κινούνταν επί της Π.Ε.Ο. Αθηνών- … με κατεύθυνση την …. Στο όχημα συνεπέβαιναν η Π.

Ρ. (στη θέση του συνοδηγού) (τρίτη αναιρεσείουσα), η Α. Π. στην οπίσθια αριστερή θέση και ο Α. Γ. (ανήλικος υιός της Α. Π.) στην οπίσθια δεξιά θέση. Την ίδια στιγμή ο N. M. (τρίτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΕΚΑ ... ΔΣ φορτηγό-ελκυστήρα μετά του επικαθήμενου οχήματος, ιδιοκτησίας του Ρ. Σ. (τέταρτου αναιρεσίβλητου), που ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "...

Ασφαλιστική" (πέμπτη αναιρεσίβλητη) και κινούνταν επί της Π.Β.Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας με κατεύθυνση προς τη ... Όταν ο Π. Γ. έφθασε στο σημείο της διασταύρωσης των παραπάνω οδών, εισήλθε στην διασταύρωση με σκοπό να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να κινηθεί στη Ν.Ε.Ο. με κατεύθυνση προς …, χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-… όπου κινούνταν ο N. M., παρά το γεγονός ότι στην πορεία του (του πρώτου) υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ) που του επέβαλε την υποχρεωτική διακοπή πορείας.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί μπροστά στο όχημα που οδηγούσε ο N. M. και να συγκρουστεί με αυτό, καθώς το τελευταίο με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του εμβόλισε την αριστερή και οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου του Π. Γ.. Σημειώνεται ότι τη στιγμή του ατυχήματος η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, δεν υπήρχαν εμπόδια ως προς την ορατότητα των οδηγών, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ανέρχονταν σε 50 χιλ/ώρα για τους κινούμενους επί της Π.Β.Ν.Ε.Ο.

και σε 40 χιλ/ώρα για τους κινούμενους στην Π.Ε.Ο. Αθηνών-Χαλκίδας. Από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο πραγματογνώμονας - πτυχιούχος εργοδηγός Ε. Μ., μετά από ανάθεση της Τροχαίας ..., προέκυψε ότι η ταχύτητα με την οποία κινούνταν ο N. M. - οδηγός του ελκυστήρα ανέρχονταν σε 52 χιλ/ώρα. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η τεχνική έκθεση του Ε.

Κ., μηχανολόγου - μηχανικού, ο οποίος έλαβε εντολή να εκπονήσει την τεχνική έκθεση από την ασφαλιστική εταιρία .... Συγκεκριμένα αναφέρει στην τεχνική του έκθεση ότι "την στιγμή που το όχημα άρχισε να τροχοπεδεί και συνεπώς να αφήνει ίχνη τροχοπέδησης, είχε ταχύτητα το πολύ 52 χιλ/ώρα. Αντίθετα στην τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα, Π.

Κ., μηχανολόγου-μηχανικού, που εκπονήθηκε κατ' εντολή της ασφαλιστικής εταιρίας T., αναφέρεται ότι η ταχύτητα του ελκυστήρα ανέρχονταν σε 68 χιλ/ ώρα. Ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος αναφέρει ότι η ταχύτητα του φορτηγού μειώθηκε σε 52 χιλ/ώρα τη στιγμή της πρόσκρουσης στο ΙΧΕ αυτοκίνητο (ταχύτητα εξόδου από τη σύγκρουση).

Ωστόσο σαφώς προκύπτει και από την πραγματογνωμοσύνη όσο και από την τεχνική έκθεση του Ε. Κ. ότι η ταχύτητα των 52 χιλ/ώρα ήταν η ταχύτητα που είχε το φορτηγό τη στιγμή που άρχισε να τροχοπεδεί και όχι η ταχύτητα τη στιγμή που συγκρούστηκε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του Π. Γ.. Από τη στιγμή που ο τελευταίος εισήλθε στην διασταύρωση, ο οδηγός του φορτηγού είχε κατ' ανώτατη εκτίμηση 2,7 δευτερόλεπτα για να ακινητοποιήσει το όχημά του, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και το βάρος του οχήματος.

Ακόμα και αν ο οδηγός του φορτηγού αντέδρασε άμεσα το όχημά του μετά τον αποδεκτό χρόνο αντίδρασης και την ανάδραση του συστήματος πέδησης του οχήματος, δηλαδή μετά από 1,2 με 1,4 δευτερόλεπτα, τότε ο χρόνος που υπολείπονταν για την τροχοπέδηση ήταν 1,3 με 1,5 δευτερόλεπτα. Ωστόσο με την ταχύτητα που κινούνταν το φορτηγό (52 χιλ/ώρα) για να ακινητοποιηθεί χρειάζονταν περίπου 2,5 δευτερόλεπτα, ενώ ο διαθέσιμος χρόνος όπως ειπώθηκε παραπάνω ήταν το πολύ 1,5 δευτερόλεπτα.

Συνεπώς σύμφωνα με την εκτίμηση του Ε. Κ., που συμφωνεί με τον πραγματογνώμονα στην ταχύτητα με την οποία κινούνταν το φορτηγό, δεν υπήρχαν για τον N. M. τα χρονικά περιθώρια για να ακινητοποιήσει το όχημά του και να αποφύγει τη σύγκρουση. Επίσης δεν είχε ούτε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού αφενός λόγω του μεγέθους και του βάρους του οχήματος, αφετέρου λόγω της ξαφνικής εισόδου του Π.

Γ. στην διασταύρωση. Η υπέρβαση κατά 2 χιλ/ώρα του ανωτάτου ορίου ταχύτητας από τον οδηγό του φορτηγού είναι τόσο μικρή που δεν ασκεί καμία επιρροή στην εξέλιξη των γεγονότων και συνεπώς ακόμα και αν κινούνταν με 50 χιλ/ώρα δεν θα αποφεύγονταν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Επομένως το ατύχημα οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ.

Π., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η Π. Α.. Ειδικότερα, η υπαιτιότητά του συνίστατο σε αμέλεια, καθόσον οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος, παραβιάζοντας την ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 (SΤΟΡ) που είχε στην πορεία του.

Επομένως, δεν συμμορφώθηκε στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 13 παρ. 2α και 26 ΚΟΚ. Η εκκαλουμένη απόφαση που στην ίδια κρίση κατέληξε και έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της σύγκρουσης τον Γ. Π., ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, οι δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της από 15-4-2018 έφεσης του Γ.

Π., ο μοναδικός λόγος της από 27-7-2018 έφεσης του Γ. Π. και της ασφαλιστικής εταιρίας "... S.A." και ο πρώτος λόγος της από 12-4-2018 έφεσης των Α. Α., Α. Γ., Π. Ρ. και Π. Π., κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι ......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων ως προς την συντρέχουσα αμέλεια στο ένδικο ατύχημα των τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εφεσιβλήτων -αναιρεσιβλήτων.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων του Κ.Ο.Κ., με παράθεση ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, καθόσον, το Εφετείο, δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, του πρώτου εναγομένου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ...

ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Π. Γ., το οποίο είχε ασφαλίσει, για τις προς τρίτους ζημίες, η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ αν εφάρμοζε σωστά τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ. και παρέθετε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, έπρεπε να δεχθεί συντρέχουσα αμέλεια και του τρίτου εναγομένου N. M., οδηγού του με αριθμ.

κυκλοφορίας ΕΚΑ ... δημόσιας χρήσης ελκυστήρα. Με τις ως άνω παραδοχές, όμως, το Εφετείο, σχετικά με τις συνθήκες του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, την αμελή οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ...

ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Π. Γ. και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του και της πρόκλησης του ατυχήματος, την έλλειψη υπαιτιότητας για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ΕΚΑ ... δημόσιας χρήσης ελκυστήρα N. M., δεν παραβίασε τους κανόνες δικαίου των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 26 παρ. 1 και 4 του Κ.Ο.Κ., τους οποίους ορθά εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσιβλήτου και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού N. M.-τρίτου αναιρεσιβλήτου, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Δεν παραβίασε δε ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κ.Ο.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε επαρκή αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του με αριθμ.

κυκλοφορίας ΕΚΑ ... δημόσιας χρήσης ελκυστήρα, στην πρόκληση του ατυχήματος. Συγκεκριμένα, στην ως άνω απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές, ειδικά, για την υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος που συνίσταται στο ότι, αυτός κινούμενος επί της Π.Ε.Ο. Αθηνών-… με κατεύθυνση την …, όταν έφθασε στο σημείο της διασταύρωσης της οδού με την οδό Π.Β.Ν.Ε.Ο.

Αθηνών-… όπου υπήρχε στη πορεία του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ), εισήλθε στην διασταύρωση με σκοπό να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να κινηθεί στη Ν.Ε.Ο. με κατεύθυνση προς …, χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των κινούμενων επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-… οχημάτων, στην οποία οδό κινούνταν ο τρίτος αναιρεσίβλητος, παρά το γεγονός ότι στην πορεία του (πρώτου αναιρεσιβλήτου) υπήρχε η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ) που του επέβαλε την υποχρεωτική διακοπή πορείας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο τρίτος αναιρεσίβλητος και να συγκρουστεί με αυτό, καθώς το τελευταίο με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του εμβόλισε την αριστερή και οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενεργώντας, έτσι, ο τελευταίος, κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ.

Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας (αμέλειας) του τρίτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ΕΚΑ ... δημόσιας χρήσης ελκυστήρα, στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, διέλαβε ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι αυτός κινείτο σύννομα επί της έχουσας προτεραιότητα Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-…, με κατεύθυνση προς …, με ταχύτητα, τη στιγμή που άρχισε να τροχοπεδεί και να αφήνει ίχνη τροχοπέδησης, αντιλαμβανόμενος την είσοδο στην οδό του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, 52 χλμ/ώρα, αιτιολογώντας ειδικά την κρίση του αυτή, καθώς και ότι από τη στιγμή που ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου εισήλθε στην διασταύρωση, ο τρίτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα, είχε κατ' ανώτατη εκτίμηση 2,7 δευτερόλεπτα για να ακινητοποιήσει το όχημά του, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και το βάρος του οχήματος και εξαιτίας των οποίων (μεγέθους και βάρους οχήματος) αλλά και λόγω της ξαφνικής εισόδου του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στη διασταύρωση δεν είχε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού.

Η υπέρβαση δε του ορίου ταχύτητας κατά 2 χλμ/ώρα του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς ακόμη και εντός των ορίων της επιτρεπόμενης ταχύτητας να κινούνταν δεν θα είχε αποφευχθεί τόσο η σύγκρουση όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της ξαφνικής και όλως αντικανονικής εισόδου του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στη διασταύρωση.

Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι: α) δεν προσδιορίζεται το ακριβές σημείο όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση των δύο οχημάτων επί του οδοστρώματος της Π.Β.Ο Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-…, β) δεν εξηγεί την κρίση της (η προσβαλλόμενη) γιατί είναι δικαιολογημένη η αδυναμία του οδηγού του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό δεξιά, ώστε να διέλθει πίσω από το όχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, γ) δεν προσδιορίζεται από ποια απόσταση ο οδηγός του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα αντιλήφθηκε την είσοδο του οχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη διασταύρωση και πόση απόσταση διήνυσε από το χρόνο εισόδου του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη διασταύρωση μέχρι το χρόνο συγκρούσεως, δ) δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και ε) δεν αναφέρει το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης μήκους 34 μέτρων, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία καθ` εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Όσα αναφέρουν παραπάνω οι αναιρεσείοντες, στο λόγο αυτό, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από τη σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, η ταχύτητα κατά τη στιγμή που ο τρίτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα, αντιλήφθηκε την είσοδο στην οδό του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που ήταν αυτή των 52 χλμ/ώρα, ενώ προσδιορίζεται ότι από τη στιγμή που ο πρώτος αναιρεσίβλητος εισήλθε στη διασταύρωση, ο οδηγός του δημοσίας χρήσεως ελκυστήρα είχε κατ' ανώτατη εκτίμηση 2,7 δευτερόλεπτα για να ακινητοποιήσει το όχημά του, λαμβάνοντας υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, το μέγεθος και το βάρος αυτού, όπως προσδιορίζεται και ο χρόνος αντίδρασης του ως άνω οδηγού για ακινητοποίηση του οχήματός του, όταν αντιλήφθηκε την είσοδο του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στην διασταύρωση και η αδυναμία διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφασή και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ".........

Συνεπεία του ατυχήματος η επιβαίνουσα στο με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, Α. Π., διεκομίσθη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Αθηνών "Σ.", όπου και διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη επέλθει ο θάνατός της, λόγω πολλαπλών κακώσεων. Ειδικότερα από την υπ' αριθμό 1840/7-7-2015 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής που διενήργησε ο ιατροδικαστής, Ν.

Γ., προέκυψαν από την νεκροψία οι εξής κακώσεις: στην κεφαλή, θλαστικό τραύμα στην αριστερή βρεγματική χώρα, στον κορμό, εκχυμώσεις στην αριστερή μαστική χώρα, στα άνω άκρα, εκχυμώσεις στην αριστερή ωμική χώρα, πολλαπλές εκδορές σε ολόκληρη την οπίσθια και έξω επιφάνεια του αριστερού βραχίονα, πολλαπλές διασχίσεις της επιδερμίδας στην οπίσθια επιφάνεια του(αριστερού βραχίονα, γραμμοειδείς εκδορές στην οπίσθια έξω και πρόσθια έξω επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου και στα κάτω άκρα, εκχύμωση στον αριστερό γλουτό, στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού μηρού και τρεις εκχυμώσεις στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνήμης.

Από την νεκροτομή διαπιστώθηκε στην κεφαλή: αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων στην αριστερή βρεγματική χώρα, υπαραχνοειδής αιμορραγία η οποία καταλαμβάνει ολόκληρο το αριστερό ημισφαίριο και την παρεγκεφαλίδα, στον θώρακα: κάταγμα στη μεσότητα του σώματος του στέρνου, κατάγματα στην 3η ως και 9η πλευρά του δεξιού ημιθωρακίου, συντριπτικά κατάγματα στην 2η έως και 9η πλευρά του αριστερού ημιθωρακίου, αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων αμφοτέρων των ημιθωρακίων, ευμεγέθης ρήξη της κατιούσας θωρακικής αορτής και αιμορραγική διήθηση του μεσοθωρακίου, συλλογή ελεύθερου αίματος σε αμφότερα τα ημιθωράκια και ρήξη στο διάφραγμα, με αποτέλεσμα την είσοδο τμήματος του εντέρου και τμήματος του στομάχου στη θωρακική κοιλότητα ...........

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες της από 30-9-2016 αγωγής ήταν στενοί συγγενείς της θανούσας και συγκεκριμένα ο πρώτος - σύζυγός της, ο δεύτερος- ανήλικος υιός της, η τρίτη - μητέρα της και ο τέταρτος-αδελφός της. Οι ανωτέρω υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά της. Ενόψει δε των περιστάσεων της αδικοπραξίας και συγκεκριμένα των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε, του βαθμού υπαιτιότητας του υπαίτιου οδηγού, των σχέσεων αγάπης και στοργής που συνέδεαν τους ενάγοντες με τη θανούσα, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, η καταβλητέα σε αυτούς αποζημίωση λόγω της ψυχικής τους οδύνης πρέπει να οριστεί αντίστοιχα σε 50.000 ευρώ για τους τρεις πρώτους και σε 40.000 ευρώ για τον τέταρτο.

Συνεπώς έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά (επιδικάζοντας μικρότερα ποσά), δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού δεύτερου λόγου έφεσης των Α. Α., Α. Γ., Π. Ρ. και Π. Π......... ". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων-αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν καταφανώς τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, αλλά και των άρθρων 591 παρ. 1 και 614 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.

γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα, μετ` επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: α] την από 3-7-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας ..., που συνέταξε ο Υπ/νομος Α' Χ.

Δ., β] το από 3-7-2015 σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος του Τ.Τ. ... και γ] φωτογραφικό υλικό του τόπου του ατυχήματος του Τ.Τ. ..., που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας, καθόσον από τα ως άνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από αυτό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την υπαιτιότητα (αμέλεια) του τρίτου αναιρεσιβλήτου οδηγού.

Όπως όμως έχει ήδη εκτεθεί, κατά την έρευνα του παραπάνω πρώτου αναιρετικού λόγου, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ΖΖΑ ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε "...... τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται ....''.

Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα, ως προς τις κατευθύνσεις των εμπλεκομένων στην ένδικη σύγκρουση οχημάτων, την κατάσταση της οδού και του οδοστρώματος, την ύπαρξη επαρκούς φυσικού φωτισμού επί της οδού, την έλλειψη εμποδίων ως προς την ορατότητα των οδηγών, την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού, τις ρυθμιστικές πινακίδες ως προς τα όρια ταχύτητας και γενικά τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1- 1-2016 ένδικα μέσα).

Λόγω της ερημοδικίας των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων, ενώ σε βάρος των τελευταίων (αναιρεσειόντων) πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 29-1-2021 [αριθμ. καταθ. 1034/99/2021], αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 773/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πέμπτης αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ