Supreme Court allows appeal in labor dispute regarding insufficient evidence of overtime hours and off-site work details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's partial acceptance of a labor claim for unpaid overtime and off-site work expenses. The appellant argued that the lower court failed to properly verify the specific hours worked and the exact locations of off-site duties, which are critical for calculating compensation. The court agreed, ruling that the lower court's findings were insufficiently substantiated and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to substantiate essential factual elements required for the calculation of labor compensation, necessitating remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 380 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 380/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που εδρεύει στην…, με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 19.11.2020 και με αριθμό κατ. 66/20.11.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 449/20.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από: α) 22.9.2017 και με αριθ. καταθ. 313/2.10.2017 και β) 16.10.2017 και με αριθμό κατ. 335/17.10.2017 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 497/23.8.2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 8.1.2015 και με αριθμό καταθ.177/16.1.2015 αγωγή ως κατ` ουσία βάσιμη, και επιδικάσθηκαν, κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά ένα μέρος αναγνωριστικά στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τα αναγραφόμενα εκεί ποσά, με το νόμιμο τόκο.
Οι αντίθετες εφέσεις συζητήθηκαν την 1.11.2018, αντιμωλία των διαδίκων και το Μονομελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις αντίθετες εφέσεις, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 497/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα 2.590,87 ευρώ, ενώ αναγνώρισε ότι η ίδια οφείλει να του καταβάλει επί πλέον το χρηματικό ποσό των 190,23 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό από την 1η Ιανουαρίου του εκάστοτε επόμενου έτους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση αυτή, για τις αποδοχές αδείας, ενώ απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς τα κονδύλια της υπερεργασίας, της υπερωρίας και της αποζημίωσης για εκτός έδρας απασχόληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2.-Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα στη πρώτη παράγραφο ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που απεκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου των.
Κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ` αριθ. 11770/20.3.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε σαράντα (40) ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το ως άνω συμβατικό (συλλογικό) εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του ανωτάτου νομίμου ωραρίου εβδομαδιαίας απασχόλησης, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ` αριθ. 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, θεωρείται η απασχόληση πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως για τους απασχολουμένους έξι ημέρες την εβδομάδα ή η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για τους απασχολουμένους πέντε ημέρες την εβδομάδα, υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ` αριθ. 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α 180), έστω και εάν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο οριζομένου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχόλησης, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.
Αντίθετα ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Ειδικότερα, με βάση το πιο πάνω νομοθετικό καθεστώς επί παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλετο στο μισθωτό από την πρώτη ώρα κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ. 904 επ.) το ποσό που θα κατέβαλε ο εργοδότης ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του παρανόμως απασχοληθέντος υπερωριακά (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές ιδιότητες αυτού), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή απασχόληση του παρανόμως απασχοληθέντος μισθωτού και επί πλέον ως αστική ποινή το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου, κατά τη προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 435/1976 (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 206/2009).
Επακολούθησε όμως η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, η οποία ίσχυσε μέχρι τις 30.9.2005, οπότε αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005. Με τη παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου του Ν.3385/2005 επαναφέρθηκε από 1.10.2005 ο θεσμός της υπερεργασίας (που είχε καταργηθεί από 1.4.2001 με την προηγούμενη ρύθμιση του Ν.2874/2000) για τους μισθωτούς που απασχολούνται σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα και ορίσθηκε ότι ο μισθωτός μπορεί κατά την κρίση του εργοδότη να απασχολείται για πέντε επί πλέον ώρες εργασίας την εβδομάδα πλέον του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως, ήτοι κατά την 41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα αμειβόμενος με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυτού προσαυξημένο κατά 25% (ο δε απασχολούμενος σε επιχειρήσεις όπου ισχύει σύστημα εργασίας έξι ημερών για οκτώ επί πλέον του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως ώρες εργασίας την εβδομάδα, ήτοι από της 41ης έως και της 48ης ώρας), χωρίς η ανωτέρω υπερεργασιακή απασχόληση να συνυπολογίζεται στα επιτρεπόμενα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις όρια υπερωριών.
Κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου η πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση στις επιχειρήσεις της παρ. 1 και η πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση στις επιχειρήσεις που ισχύει σύστημα εργασίας έξι ημερών θεωρείται υπερωριακή απασχόληση, σε κάθε δε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας.
Με την παρ. 3 ορίσθηκε ότι η αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης ισούται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% για τις πρώτες 120 ώρες νόμιμης υπερωρίας ετησίως και κατά 75% για τις πέραν του εν λόγω ορίου ώρες νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης ετησίως. Κάθε ώρα υπερωρίας, για τη πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία (παρ. 4), δηλαδή παράνομη υπερωρία Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (παρ. 5).
Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 "Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις" (ΦΕΚ Α 116) αντικαταστάθηκαν εκ νέου οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 και ορίσθηκε ότι οι ώρες υπερεργασίας αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%, ότι οι ώρες της νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40% για τις πρώτες 120 ώρες νόμιμης υπερωρίας ετησίως και προσαυξημένο κατά 60% για τις πέραν των 120 ωρών νόμιμης υπερωρίας ετησίως και ότι οι ώρες της κατ' εξαίρεση υπερωρίας αμείβονται από την πρώτη ώρα με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%.
Η ισχύς των ως άνω νέων ρυθμίσεων αρχίζει από την ημέρα δημοσίευσης του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 16 Ιουλίου 2010 (άρθ. 76 αυτού). Εξάλλου, η 21091/2990/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το νόμο 866/1944, και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β` 142/4.9.1946), έχει ισχύ νόμου.
Η απόφαση αυτή ορίζει ότι στο εκτός έδρας αποστελλόμενο προσκαίρως για εργασία υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό όλων γενικά των επιχειρήσεων και εργασιών καταβάλλεται και πρόσθετη αποζημίωση για κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, η οποία ισούται με το κάθε φορά νόμιμο ημερομίσθιο ή το 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού.
Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη χορήγηση αποζημιώσεως για απασχόληση του μισθωτού εκτός έδρας είναι η αποστολή του από τον τόπο που συμφωνήθηκε για τη μόνιμη παροχή της εργασίας του σε άλλο τόπο για πρόσκαιρη απασχόλησή του σε αυτόν και η διανυκτέρευσή του στο νέο τόπο εργασίας. Ως έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του, ασχέτως αν αυτός συμπίπτει με την έδρα της επιχειρήσεως (ΑΠ 183/2019, ΑΠ 1425/2002, ΑΠ 1165/1999 ΑΠ 540/1992, ΑΠ 231/1991, ΑΠ 1157/1989, ΑΠ 1193/1988).
Στην έννοια του μισθού περιλαμβάνονται οι βασικές αποδοχές και τα νόμιμα επιδόματα, δηλαδή αυτά που καταβάλλονται στο μισθωτό βάσει των οικείων συλλογικών συμβάσεων και των διαιτητικών αποφάσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118, πρέπει να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, από την οποία παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, με τις οποίες καθορίζεται το ωράριο εργασίας των, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων, προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και για υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, απαιτείται, αλλά και αρκεί να εκτίθεται (εκτός των λοιπών στοιχείων) ο αριθμός των ωρών, κατά τις οποίες είχε απασχοληθεί ο εργαζόμενος εβδομαδιαία και καθημερινά, πέραν του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου και πέραν του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου αντίστοιχα, καθόσον για την ύπαρξη υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση, και μάλιστα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ για την συνδρομή υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη (όχι η εβδομαδιαία αλλά) η ημερήσια απασχόληση, αφού έτσι και με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο, μπορεί να διακριβωθεί από το δικαστήριο, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, αν ο εργαζόμενος εργάσθηκε ή όχι καθ` υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματος (ΑΠ 526/2013, 1548/2011).
Αναφορικά με την αμοιβή για εκτός έδρας παροχή της εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή αρκεί να αναφέρεται σ' αυτή α) ο τόπος μόνιμης παροχής της εργασίας, β) ο αριθμός των ημερών της εκτός έδρας διανυκτέρευσης, έστω και συνολικά ανά μήνα γ) ο τόπος της εκτός έδρας διανυκτέρευσης και δ) οι συμβατικές ή νόμιμες αποδοχές του (σχετ.ΑΠ 791/2004).
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 902/2020, ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 842/2003, ΑΠ 2168/2007).
Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά.
Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012) 3.-Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 8.1.2015 αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ` αρθρ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, προφορικά στις 25.8.2002 και εγγράφως στις 2.1.2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών μηχανογράφησης και πληροφορικής αυτής, στην…, αντί του νόμιμου (μικτού) μηνιαίου μισθού, που αναλυτικά ανέφερε στην αγωγή του.
Ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε μέχρι τις 29.11.2012, οπότε και αυτός παραιτήθηκε. Ζήτησε δε την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και παράνομη (κατ'εξαίρεση) υπερωριακή του εργασία, κατά το. χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 29.11.2012, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας καθώς και αποζημίωση για απασχόλησή του εκτός έδρας τα ακόλουθα ποσά:
α) για υπερεργασία 9.594,69 ευρώ, β) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 29.908,68 ευρώ, γ) για αποζημίωση μη ληφθείσας κανονικής άδειας 6.477,16 ευρώ και δ) για αμοιβή εκτός έδρας απασχόλησης 2.700,82 ευρώ και συνολικά 48.681,35 ευρώ. Για την υπερωριακή του απασχόληση, αναφέρει την ημερήσια εργασία του, από Δευτέρα έως Παρασκευή, ανά τρείς και μία εβδομάδα κάθε μήνα αντίστοιχα και συγκεκριμένα από τις 08.00 π.μ.
έως τις 18.00 μ.μ. (για τρείς εβδομάδες κάθε μήνα) και από τις 08.00 π.μ. έως τις 22.00μ.μ. (για μία εβδομάδα κάθε μήνα) τον αριθμό των ωρών υπερεργασίας και παράνομης (κατ'εξαίρεση) υπερωρίας που προκύπτουν αντιστοίχως για διάστημα τεσσάρων εβδομάδων κάθε μήνα, την αντίστοιχη γι` αυτές αμοιβή για κάθε ώρα υπερεργασίας και κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, καθώς και την υπέρβαση του ισχύοντος εβδομαδιαίου ωραρίου με συνέπεια την οφειλή αμοιβής υπερεργασίας πέντε ωρών εβδομαδιαίως.
Επίσης, αναφέρει την έδρα της επιχείρησης της εναγομένης, τον αριθμό των εκτός της έδρας ανά μήνα διανυκτερεύσεών του, καθώς και τις πόλεις συνολικά, στις οποίες πραγματοποιούσε τις εκτός έδρας διανυκτερεύσεις. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργάστηκε στην εναγομένη εταιρία με την ειδικότητα του τεχνικού ηλεκτρονικών υπολογιστών από τις 25.8.2002 έως 29.11.2012, αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθού, κατά τις στην αγωγή εξειδικεύσεις, με τόπο παροχής της εργασίας του την…, ωράριο 08.00 έως 16.00 επί πενθήμερο.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην αντίδικο, παρείχε την εργασία, κατ' εντολή της, σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και διανυκτέρευε τουλάχιστον 4 ημέρες μηνιαίως εκτός του συμφωνηθέντος τόπου παροχής της εργασίας του (δηλαδή εκτός…). Ότι τρεις εβδομάδες εκάστου μηνός εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή, από τις 08.00 έως τις 18.00 και μία εβδομάδα τουλάχιστον εκάστου μηνός, όποτε εργάζονταν εκτός έδρας, εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή, από τις 08.00 έως τις 22.00.
Ειδικότερα εκθέτει ότι από 1.1.2008 έως και 31.7.2009 (δηλαδή για 7 μήνες), από 1.9.2009 έως και 29.11.2012 (για 3 μήνες), παρείχε την εργασία του πέραν του συμφωνημένου ωραρίου, επί τρεις εβδομάδες εκάστου μηνός από Δευτέρα έως και Παρασκευή από τις 08.00 έως 18.00 και επί μία εβδομάδα εκάστου μηνός από Δευτέρα έως και Παρασκευή από τις 08.00 έως 22.00, τον Αύγουστο του 2009 μία εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή από 08.00 έως 18.00 και μία εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή από 08.00 έως 22.00.
Ότι για τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012 έλαβε μόνο 10 ημέρες άδεια κατ' έτος αντί 22, 22, 25, 25 και 25 αντίστοιχα, που δικαιούνταν και τις οποίες ζήτησε αλλά η εργοδότρια δεν του έδωσε. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζήτησε να του επιδικαστούν (40% καταψηφιστικά και 60% αναγνωριστικά, όπως παραδεκτά περιόρισε το εξ αρχής καταψηφιστικό αίτημά του με σχετική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), τα χρηματικά ποσά των α) 9.594,69 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, β) 29.908,68 ευρώ για αμοιβή κατ' εξαίρεση υπερωρίας, γ) 6.477,16 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας κανονικής αδείας και δ) 2.700,82 ευρώ για αμοιβή εκτός έδρας απασχόλησης.
Με το ως άνω περιεχόμενο και ως προς τα υπό στοιχ. α, β και δ κονδύλια η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν συγκεκριμένες ημερομηνίες, όπου παρασχέθηκαν η υπερεργασία, η υπερωρία και η εκτός έδρας εργασία, που εν προκειμένω είναι αναγκαίο, αφού, σχετικά με την αποζημίωση για υπερεργασία και υπερωρία, το ωράριο που παρασχέθηκε η εργασία εβδομαδιαίως δεν είναι ίδιο για κάθε εβδομάδα, αλλά διαφοροποιείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή, χωρίς όμως να εξειδικεύεται και η εβδομάδα στην οποία παρασχέθηκε η εργασία με το κάθε φορά διαφοροποιημένο ωράριο.
Η αναφορά απλώς "τρεις εβδομάδες εκάστου μηνός . . . (εργάστηκε) από τις 08.00 έως 18.00 . . . μιας εβδομάδας εκάστου μηνός . . ., οπότε και απασχολούνταν εκτός έδρας, (εργάστηκε) από τις 08.00 έως τις 22.00. . .", για τη θεμελίωση της αξίωσης καταβολής αμοιβής υπερεργασίας - υπερωρίας, καθώς και η αναφορά "4 ημερών μηνιαίως (εργασία εκτός έδρας). . ." για τη θεμελίωση της αξίωσης της αμοιβής για εκτός έδρας παροχής εργασίας, δεν αρκεί, αφού δεν προσδιορίζονται ημερολογιακά ποιες εβδομάδες του κάθε μήνα (για την υπερεργασία - υπερωρία) το ωράριο εργασίας ήταν 08.00 - 18.00 και ποια το ωράριο εργασίας ήταν 08.00 - 22.00, ούτε οι 4 ημέρες εκάστου μήνα (για την εκτός έδρας απασχόληση), ούτε καν αν (οι εβδομάδες ή οι ημέρες) είναι συνεχόμενες, ενδιάμεσες ή άλλος συνδυασμός.
Επί πλέον δε, για την εκτός έδρας απασχόληση θα 'πρεπε να αναφέρει κάθε φορά, σε ποια ή ποιες συγκεκριμένη/ες πόλη/εις της Ελλάδας παρείχε την εργασία του τις τέσσερις εκείνες ημέρες του μήνα και όχι να απαριθμεί στην αρχή του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής συνολικά πόλεις και στη συνέχεια να αναφέρει ότι εργάστηκε εκτός έδρας 4 ημέρες κάθε μήνα, χωρίς να προσδιορίζει κάθε ημέρα σε ποια (ή ποιες) πόλη (ή πόλεις) παρείχε τις υπηρεσίες του και σε ποιο πελάτη της εργοδότριάς του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την αγωγή ορισμένη, ως προς τα ως άνω κεφάλαια και απέρριψε εν μέρει κατ' ουσία αυτά, έσφαλε και πρέπει, εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η δε εκκαλούσα - εναγομένη επιπροσθέτως και για το ότι δεν απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της για την αξίωση καταβολής αμοιβής για εκτός έδρας απασχόληση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τα ως άνω κεφάλαια και στη συνέχεια να διακρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτά, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. . .".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αξιώνοντας τα ως άνω στοιχεία για την πληρότητα της νομικής θεμελίωσης των ανωτέρω απαιτήσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, για υπερεργασία, υπερωρίες και εκτός έδρας απασχόληση, και κρίνοντας την αγωγή ποσοτικά αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Ειδικότερα για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, αναφορικά με την υπερεργασία και τις υπερωρίες, αρκούσε η αναφορά σε αυτήν, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης κατά περίπτωση, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, απ` όπου προκύπτουν συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, ενώ δεν απαιτείται επί πλέον ειδικός προσδιορισμός καθ` ημέρα της υπερωριακής εργασίας του μισθωτού και συγκεκριμένα η αναγραφή των ημερομηνιών κατά τις οποίες ο μισθωτός απασχολήθηκε υπερωριακά (ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 842/2003, ΑΠ 2168/2007), διότι κρίσιμο είναι εάν η διάρκεια απασχόλησης του μισθωτού κατά τη συγκεκριμένη περίοδο υπερέβη και για πόσες ώρες το νόμιμο ημερήσιο (ή το συμβατικό εβδομαδιαίο επί υπερεργασίας) ωράριο εργασίας των μισθωτών της κατηγορίας του ενάγοντος και όχι το πότε άρχισε και το πότε τελείωσε η εργασία του μισθωτού.
Ούτε βέβαια απαιτείται η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της παρεχομένης υπερωριακής εργασίας και γενικότερα του χρόνου έναρξης και λήξης της ημερήσιας εργασίας ανά ημέρα απασχόλησης, την οποία σε κάθε περίπτωση εκθέτει στην αγωγή, αφού μάλιστα είναι καθόλα επιτρεπτός ο προσδιορισμός των ωρών αυτών κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα (ΑΠ 414/2017, ΑΠ 1977/2013, ΑΠ 2168/2007).
Ούτε βεβαίως απαιτείτο η αναγραφή των συγκεκριμένων εβδομάδων ανά μήνα κατά τις οποίες αυτός απασχολείτο από 08.00 π.μ. έως 18.00 μ.μ. ή από 08.00 π.μ. έως 22.00 μ.μ., αντίστοιχα εφ'οσον διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι τούτο συνέβαινε τρείς εβδομάδες και μία εβδομάδα ανά μήνα αντίστοιχα ούτε επίσης η αναφορά εάν οι ως άνω εβδομάδες ήσαν συνεχόμενες, ενδιάμεση κ.λπ.
Αναφορικά, με την εκτός έδρας παροχή εργασίας, αρκούσε η αναφορά του τόπου της μόνιμης παροχής της εργασίας του ενάγοντος (…), η εκτός έδρας απασχόλησή του, ο συνολικός αριθμός των ημερών κατά μήνα της εκτός έδρας απασχόλησής του και η γενική αναφορά των πόλεων στις οποίες μετέβαινε εκτός έδρας. Ακριβής αναφορά της πόλης που κάθε φορά μετέβαινε δεν ήταν αναγκαία, αφού ο ενάγων ζητούσε μόνον αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόλησή του και όχι και οδοιπορικά ή άλλες δαπάνες, οπότε και θα απαιτούνταν και η αναγραφή της πόλης στην οποία κάθε φορά μετέβαινε για να υπολογιστούν οι δαπάνες αυτές.
Συνεπώς, ο αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, (και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, εφόσον δεν πρόκειται περί νομικής αοριστίας) ο οποίος (λόγος) είναι επαρκώς ορισμένος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 449/20.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ