Legislator Case Law & Legislation
380/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of contributory negligence.

Case Number 380/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident. The appellant argued for the insurer's liability, but the appellate court found the First Instance Court's reasoning on contributory negligence was clear and free of logical gaps. Consequently, the court ruled that the lower court correctly established the causal link between the parties' negligence and the accident, rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine appeals sua sponte regarding procedural defects, but substantive appeals are dismissed if the lower court's reasoning is complete, clear, and free of logical gaps, thereby maintaining the legal basis of the contested decision.

Keywords

AI generated
traffic accident liability contributory negligence appeal admissibility causal link procedural defect substantive review court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item e of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 380 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 380/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Κ., κατοίκου … Κρήτης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γαλετζά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου … Κρήτης, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-07-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 15-11-2013 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 515/2014 μη οριστική και 589/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-09-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .../11.12.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με έδρα στο Ηράκλειο Κρήτης, Γεωργίου Επιτροπάκη, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο (Μ.

Μ.) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 19-09-2019 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Σημειώνεται ότι στον ως άνω αναιρεσίβλητο η επίδοση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έγινε δια θυροκολλήσεως, αντίγραφο δε του επιδοθέντος, δια θυροκολλήσεως, εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια της Αστυφύλακα Χ.

Γ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α' Αστυνομικού Τμήματος Ηρακλείου Κρήτης (άρθρο 128 παρ. 4 περ. β' του ΚΠολΔ), προσέτι δε έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, νομότυπα και εμπρόθεσμα, δια του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός (1ος ), όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία της αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποιήσεως του δικαιοδοτικού μηχανισμού που είχε τεθεί σε κίνηση, προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής αποφάσεως που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως ή ενστάσεως συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή την τελεσιδικία της αποφάσεως) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1286/2011, ΑΠ 613/2007).

Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου εν όψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1797/2013, ΑΠ 1343/2013, ΑΠ 1509/2002, ΑΠ 1098/2011). Ελέγχεται έτσι με το λόγο αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλομένη απόφαση, όσο και η κρίση του ίδιου δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως (ΑΠ 998/2008, ΑΠ 1459/2003).

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναιρέσεως είναι και πάλι αόριστος και απορριπτέος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 929/2014, ΑΠ 1797/2013, ΑΠ 1343/2013, ΑΠ 1098/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

«| Με την από 23-07-2013 αγωγή, που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εκτός άλλων και κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων προκλήθηκε, στις 14-04-2012, τροχαίο ατύχημα, με συνέπεια να τραυματιστεί αυτή βαρύτατα.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ Α.Ε.", μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του, και υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) συνθήκες, τον τραυματισμό της.

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που της προκάλεσε το ατύχημα και για χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, καθώς επίσης και ως πρόσθετη, εκ του άρθρου 931 του ΑΚ, χρηματική παροχή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 και 681Α'του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν), συνεκδικασθείσα με άλλη (παρεμπίπτουσα) αγωγή, περί της οποίας δεν πρόκειται, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 515/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, ειδικότερα:

α) απερρίφθη ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο εκ του άρθρου 931 του ΑΚ, β) αφού κρίθηκε (κατά τα λοιπά) ορισμένη και νόμιμη, ακολούθως έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών είναι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και γ) ανεβλήθη, κατά τα λοιπά, η έκδοση οριστικής επί της ουσίας αποφάσεως, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα της ενάγουσας (Ι.Κ.Α.

ή Ο.Α.Ε.Ε.), από την οποία να προκύπτει, αν και σε ποια έκταση, η ενάγουσα εδικαιούτο να απαιτήσει παροχές από αυτόν. Μετά την εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 589/2015 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκαν στην ενάγουσα τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά και κατόπιν ασκήσεως κατ' αυτής εφέσεων από αμφοτέρους τους διαδίκους εκδόθηκε η προσβαλλομένη 27/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία, αφού κρίθηκε, εκτός άλλων, ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος τυγχάνουν τόσον ο οδηγός του αυτοκινήτου όσο και η τραυματισθείσα πεζή, καθορίστηκε το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτών σε 40% και 60%, αντίστοιχα.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, κατ' εκτίμηση των συναφώς εκτιθεμένων, ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού της «παριδόν τη με αριθμό 515/2014 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου», δεχόμενο (Εφετείο) ότι «υπήρξε αμελής συμπεριφορά της, διότι είχε διασχίσει τρία (3) μέτρα επί της οδού, αφού κατήλθε στο οδόστρωμα και όχι ολόκληρο σχεδόν το πλάτος αυτού, ως διέλαβε σε όλους τους ισχυρισμούς της σε όλα τα δικόγραφά της».

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτόν, αν το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή εάν στην απόφαση αυτή δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη προταθέντος δεδικασμένου, ώστε να καταστεί δυνατό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να εκτιμηθεί, αν προτείνεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 ή τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Και με την εκδοχή όμως ότι συντρέχει η πρώτη περίπτωση, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, στοιχεία, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επίσης δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ), στοιχείο, το οποίο είναι αναγκαίο για την παραδεκτή θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως τόσον από τον αριθμό 16, όσο και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση πάντως ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον η επικαλούμενη ως άνω από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 515/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου δεν ετύγχανε τελεσίδικη, αλλά αντίθετα υπέκειτο στο τακτικό ένδικο μέσο της εφέσεως, με συνέπεια να μην παράγεται εξ αυτής δεδικασμένο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 116 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του (αναιρεσείοντος), αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996), διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ.

Λόγος αναιρέσεως που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξ αιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1326/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330 εδ. β' του ΑΚ,12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., με την αιτίαση ότι κρίθηκε συνυπαίτια για την επέλευση ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού της, δεχόμενη ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε διανύσει (κατά τη στιγμή του ατυχήματος) τρία (3) μέτρα του πλάτους του ρεύματος κυκλοφορίας που εκινείτο ο οδηγός του αυτοκινήτου. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εξ αιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, αφ' ενός μεν όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να αρκεί η αποσπασματική και μεμονωμένη ως άνω παραδοχή, αφ' ετέρου δε το, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, αποδιδόμενο στο Δικαστήριο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ 612/2018).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν το ποσοστό συνυπαιτιότητάς της για την πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εξ αιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως, με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«| Στις 14-04-2012 και περί ώρα 08:00 η ενάγουσα ευρίσκετο πεζή επί του πεζοδρομίου της λεωφόρου Δημοκρατίας, με κατεύθυνση από Ηράκλειο προς την οδό Γερωνυμάκη. Πρόθεσή της ήταν να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο σε σημείο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες για τους πεζούς διαβάσεις ή φωτεινοί σηματοδότες.

Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, ενώ τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με τσιμεντένια προστατευτική νησίδα. Εκατέρωθεν της οδού υφίσταται πεζοδρόμιο πλάτους 4 μέτρων και στο προαναφερόμενο σημείο η οδός έχει ελαφρά καμπύλη, η κατάσταση του οδοστρώματος υγρή, λόγω προηγηθείσης βροχοπτώσεως, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών μικρή και το όριο της ανώτατης ταχύτητας των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων καθορίζεται σε πενήντα (50) χλμ/ώρα, εν όψει του ότι η περιοχή είναι κατοικημένη.

Η προαναφερθείσα πεζή επιχείρησε να κατέλθει στο οδόστρωμα και να διασχίσει την οδό, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς την οδό Γερωνυμάκη, όπου την στιγμή εκείνη κινούνταν με την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον εναγόμενο Μ.

Μ.. Ειδικότερα, το τελευταίο κινούνταν επί της οδού Λεωφόρου Δημοκρατίας με κατεύθυνση την οδό Γερωνυμάκη. Η πεζή πιστεύοντας ότι ήταν δυνατόν να διασχίσει το οδόστρωμα με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω αυτοκινήτου και να περάσει απέναντι, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την οδό και να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμποδίσει την κίνηση των οχημάτων που έβαιναν σ' αυτή, κατήλθε στο οδόστρωμα, την στιγμή ακριβώς, κατά την οποία διήρχετο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, με αποτέλεσμα το τελευταίο να προσκρούσει επ' αυτής με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, να την ρίξει στο οδόστρωμα σε απόσταση τριών μέτρων από το πεζοδρόμιο και να την τραυματίσει.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο της ενάγουσας όσο και του πρώτου εναγομένου, καθόσον αμφότεροι δεν κατέβαλαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων, και όφειλαν, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλουν ως πεζή η ενάγουσα και ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου ο πρώτος εναγόμενος, η οποία επιμέλεια θα οδηγούσε στην πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος (330 ΑΚ).

Ειδικότερα, η υπαιτιότητα της πεζής συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την προσοχή που έπρεπε και μπορούσε, όπως θα έκανε κάθε άλλος μετρίως συνετός άνθρωπος κάτω από παρόμοιες συνθήκες, καθόσον αυτή, προκειμένου να διασχίσει την ανωτέρω οδό Λεωφόρο Δημοκρατίας (κεντρική οδό και αρκετά μεγάλης κυκλοφορίας για τα δεδομένα της περιοχής) σε σημείο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες διαβάσεις πεζών, κατήλθε στο οδόστρωμα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός και να χτυπηθεί από το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού, κατά παράβαση εκ μέρους της πεζής των άρθρων 12 παρ. 1, 38 παρ. 4 του ΚΟΚ και 330 εδ.

β' του ΑΚ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι όταν κατήλθε στο οδόστρωμα, μετά από προηγούμενο έλεγχο αυτού, δεν διαπίστωσε να κινείται επ' αυτού κάποιο όχημα, είχε δε διανύσει σχεδόν ολόκληρο το πλάτος αυτού και πλησίαζε στην νησίδα όταν προσέκρουσε στο σώμα της το αυτοκίνητο. Όμως, ο αυτόπτης μάρτυρας Γ. Α. στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κρίνεται πειστική, κατέθεσε ότι η πεζή κατήλθε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα μπροστά από σταθμευμένο αυτοκίνητο που βρισκόταν αριστερά της και ενάμισι μέτρο μετά το σταθμευμένο αυτοκίνητο χτυπήθηκε από το αυτοκίνητο.

Δεδομένου του γεγονότος ότι ένα IX αυτοκίνητο έχει πλάτος περίπου 1,5 μέτρα, προκύπτει ότι η ενάγουσα, την στιγμή που το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος προσέκρουσε στο σώμα της, είχε διανύσει περίπου τρία μέτρα του ρεύματος κυκλοφορίας που εκινείτο αυτός, και όχι σχεδόν ολόκληρο το πλάτος αυτού.

Σημειώνεται ότι από το προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας δεν προκύπτει το πλάτος των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Λεωφόρου Δημοκρατίας, πλην όμως, από την επισκόπηση του σχεδιαγράμματος κρίνεται ότι το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρου οδού έχει πλάτος περί τα δέκα μέτρα.

Όμως, στην επέλευση του ατυχήματος και δη ανεξαρτήτως της αμελείας της προαναφερθείσης πεζής, συνετέλεσε και το πταίσμα του εναγόμενου οδηγού του αυτοκινήτου. Η αμελής συμπεριφορά του συνίσταται στο ότι κινούμενος εντός κατοικημένης περιοχής και παρ' όλο που μπορούσε να αντιληφθεί από ικανή απόσταση (τουλάχιστον είκοσι μέτρων) την κάθετη κίνηση της πεζής επί του οδοστρώματος, δεδομένου ότι αφενός η πορεία του ήταν ευθύγραμμη χωρίς να διακόπτεται από στροφή ή άλλα εμπόδια (βλ.

την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας και το από ... 12 έγγραφο της Τροχαίας Ηρακλείου προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ηρακλείου με τίτλο "Επανυποβολή Δικογραφίας", στο οποίο αναφέρεται ότι στο σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα η οδός δημιουργεί καμπύλη δεξιά ως προς την πορεία του οχήματος, χωρίς όμως αυτή να περιορίζει την ορατότητα του οχήματος και της πεζής) και αφετέρου, η πεζή βρισκόταν εντός του οδοστρώματος, οδηγούσε το ανωτέρω αυτοκίνητο χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, (η ταχύτητά του δεν μπορεί να προσδιοριστεί, πλην όμως κρίνεται ότι δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας των 50 χιλ/ώρα) και χωρίς τον πλήρη έλεγχο του οχήματος, ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την βαδίζουσα, κατά τα προαναφερθέντα, πεζή και ως εκ τούτου να μην προβεί σε επιβράδυνση της κίνησης του οχήματος με τροχοπέδηση, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις του άρθρου 12 του ΚΟΚ και 330 εδ.

β' του ΑΚ.

Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάδουν και προς τα λοιπά ευρήματα τα οποία σημειώνονται στην έκθεση αυτοψίας και το ανωτέρω έγγραφο. Συγκεκριμένα, η κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα του αυτοκινήτου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η πεζή δεν εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση, αλλά έπεσε στο σημείο που χτυπήθηκε.

Το δε αυτοκίνητο, μετά την σύγκρουση, συνέχισε για ελάχιστα μέτρα την πορεία του με κλίση προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε πάνω στο δεξιό, ως προς την πορεία του πεζοδρόμιο, χωρίς να υποστεί σημαντική βλάβη. Σταθμίζοντας, περαιτέρω, την αμελή συμπεριφορά καθενός, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αμέλεια της ενάγουσας είναι βαρύτερη και παραβιάζει εντονότερα τις διατάξεις της οδικής κυκλοφορίας και προσδίδει σ' αυτήν συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), ενώ στον πρώτο εναγόμενο (προσδίδει συνυπαιτιότητα) σαράντα τοις εκατό (40%).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 515/2014 απόφασή του καταλόγισε στον εναγόμενο οδηγό την αποκλειστική υπαιτιότητα στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού λόγου της εφέσεως του πρώτου εναγομένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες το ζημιογόνο όχημα, με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση της συνυπαιτιότητος της ενάγουσας στην επέλευση του ατυχήματος|».

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου και της ενάγουσας και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και καθορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας τόσον της ενάγουσας, όσο και του οδηγού του αυτοκινήτου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρασταθείσας δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01-01-2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-09-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/2019 αίτηση για αναίρεση της 27/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ