380/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated380/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 380 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 380/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ε. συζ. Γ. Κ., ως καθολικής διαδόχου και μοναδικής κληρονόμου της αποβιωσάσης την 21-9-2007 Σ. Κ. του Π., κατοίκου ... (περιοχή αυθαιρέτων), που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Μουρατίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δηλώνει με τις προτάσεις του, που κατέθεσε στις 13-1-2017, ότι διορθώνει το επώνυμο της αναιρεσείουσας στο ορθό "Κ." αντί του εσφαλμένου "Κ.".
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Κ. του Μ. και 2. Π. Κ. του Μ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Στούμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 16-1-2009 ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Βέροιας και εκδόθηκαν : οι με αριθμό 83/1992 και 31/2010 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου και 97/ΤΠ/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 29-9-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ. 3 Κ.ΠολΔ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ’ αριθ. 97/ΤΠ/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 31/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βεροίας, η δε αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά των δύο αυτών αποφάσεων. Επομένως η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 Κ.ΠολΔ.) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι αναφερόμενοι στη διάταξη αυτή λόγοι είναι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο", περιοριστικοί και συνεπώς οι λοιποί λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, προβαλλόμενοι σε αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά απόφασης που αφορά το άρθρο 560 ΚΠολΔ (απόφαση του ειρηνοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου, σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου), είναι απαράδεκτοι.
Εν προκειμένω με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 9, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αντίστοιχα άφησε αίτηση αδίκαστη (αριθ. 9), παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έλαβε υπόψη του άλλα που δεν προτάθηκαν (αριθ. 8), παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσεκόμισε (αριθ. 11) και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εφόσον δεν την αιτιολόγησε καθόλου ως προς ένα σκέλος της (αριθ. 19). Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτίθενται όλοι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ` αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005). Εξάλλου, το άρθρο 70 ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ και αντίστοιχα του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 138/2015).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια της, κατ’ ορθήν εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ παραβίασης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των άρθρων 68, 70, 73, 216, 321, 495 παρ. 1, 502, 503, 506 παρ. 1, 3 και 4, 513 παρ. 1 εδ. β, 515, 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
Ως προς μεν τους ανωτέρω κανόνες των άρθρων 73 (υποχρέωση από το δικαστήριο να εξετάζει αυτεπαγγέλτως και σε κάθε στάση της δίκης την ύπαρξη των προϋποθέσεων των άρθρων 62 έως 72), 216 (στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αγωγή), 321 (ποιες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο), 495 παρ. 1 (τρόπος άσκησης ενδίκων μέσων), 502 (ποιοι δικαιούνται να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας), 503 (προθεσμία και χρόνος έναρξης αυτής), 506 παρ. 1, 3 και 4 (αποτελέσματα άσκησης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, πριν από την κατάργηση του άρθρου από 25-4-1994 με το άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 2207/1994), 513 παρ. 1 εδ.
β (έφεση κατά των οριστικών αποφάσεων), 515 (έφεση σε περίπτωση απόρριψης ανακοπής ερημοδικίας) και 518 παρ. 1 και 2 (προθεσμία άσκησης της έφεσης και χρόνος έναρξής της, πριν από την κατάργηση του άρθρου από 25-4-1994 με το άρθρο 3 παρ. 19 του ν. 2207/1994), αυτοί είναι δικονομικοί και συνεπώς ο σχετικός αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται σ’ εκείνους, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής, σχετικά με την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχο της αρχικώς εναγομένης και ερημοδικασθείσας Σ. Κ., από 16-1-2009 ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ’ αριθ. 83/1992 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βεροίας που εκδόθηκε επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτων αγωγής των αναιρεσιβλήτων : "...Η ανακόπτουσα [αναιρεσείουσα] και ήδη εκκαλούσα στην υπ’ αριθ. 14/2009 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας ισχυριζόταν ότι οι καθ’ ων [αναιρεσίβλητοι] άσκησαν εναντίον της κληρονομουμένης Σ.
Κ., την από 5-11-1991 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ’ αριθ. 83/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βεροίας απόφαση, ερήμην αυτής. Ότι με την απόφαση αυτή αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι των περιγραφομένων στην ανακοπή ακινήτων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω προβάλλοντας ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας της δικαιοπαρόχου της ζητεί να εξαφανιστεί η ανακοπτόμενη απόφαση, να απορριφθεί η ασκηθείσα αγωγή των καθ’ ων και να καταδικασθούν στα δικαστικά της έξοδα.
Η ανακοπή με αυτό το περιεχόμενο είναι αόριστη, αφού η ανακόπτουσα, η οποία ισχυρίζεται ότι ενεργεί ως καθολική διάδοχος της ερημοδικασθείσης δικαιοπαρόχου της, έπρεπε για το ορισμένο αυτής να εκθέτει στο δικόγραφό της τα αναγκαία κατά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά για την ενεργητική νομιμοποίησή της, ήτοι τον τρόπο με τον οποίο αυτή κατέστη κληρονόμος (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου), αν υπάρχουν και άλλοι κληρονόμοι και αν αποδέχθηκε την κληρονομία της ανωτέρω κληρονομηθείσας από αυτή, δεδομένου ότι επιδιώκεται η ανατροπή απόφασης που αφορά ακίνητο, στο οποίο προβάλλει ισχυρισμό ίδιας κυριότητας.
Μάλιστα η ανακόπτουσα ούτε με τις προτάσεις της συμπλήρωσε τα ανωτέρω στοιχεία (σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί παραδεκτή μια τέτοια συμπλήρωση, αλλά απλώς επικαλέστηκε με τις προτάσεις στα προσκομιζόμενα έγγραφα την υπ’ αριθ. ...5-10-2006 διαθήκη της θανούσης αρχικής εναγομένης Σ. Κ.), αλλά το πρώτον με την προσθήκη-αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι είναι εκ διαθήκης κληρονόμος της τελευταίας, ενώ την αποδοχή και τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής την ανέφερε με τις προτάσεις της το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεδομένου και ότι αυτή έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από την άσκηση της έφεσης".
‘ Ετσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς την αοριστία της ανακοπής ερημοδικίας εξ αιτίας της μη παράθεσης στο εισαγωγικό της δικόγραφο των προαναφερομένων, αναγκαίων προς θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, στοιχείων, δεν παραβίασε, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2011 αίτηση της Ε. συζ. Γ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 97/ΤΠ/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας και της υπ’ αριθ. 31/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βεροίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Φεβρουαρίου .2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ