Legislator Case Law & Legislation
380/2015 AI generated

380/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 380/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

380/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εναγόμενος απεβίωσε το έτος 1996 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα της προααποβιώσασας αδελφής του Μ. Κ. (τους αναιρεσιβλήτους)...(οι οποίοι) άσκησαν κατά της άνω απόφασης (της 2509/1992) την με αριθμό καταθ.26561/1996 αναψηλάφηση, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι αυτή (η πληττόμενη απόφαση) έχει καταστεί τελεσίδικη, μη υποκείμενη σε προσβολή με τακτικό ένδικο μέσο.

Keywords

AI generated
withdrawal leading to termination right to a decision lapse due to peremption revocation of the composition agreement revocation of annulment dismissal of testamentary executor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 380 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 380/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Θ. Π. του Χ., 2)Χ. θυγ. Χ. Π., 3)Σ. θυγ. Χ. Π., 4)Σ. Π. του Χ. και 5)Λ. χήρας Χ. Π., κατοίκων όλων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αρνέλλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Κ. του Κ., 2)Κ. Κ. του Κ., συζ. Ν. Μ. και 3)Δ. Κ. του Κ., συζ. Α. Γ., κατοίκων όλων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Χρονοπούλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/1992 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Π., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2509/1992, μετ' ανακοπή, 15614/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 965/2012 μη οριστική και 2476/2013 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κατά το άρθρο 298 ΚΠολΔ αποδοχή έχει διφυή χαρακτήρα, το μεν ουσιαστικό, αφού με αυτή γίνεται δεκτή η ουσία του δικαιώματος, το δε δικονομικό, καθόσον επιφέρει την κατάργηση της δίκης. Από το άρθρο δε αυτό (298), το οποίο, κατά το επόμενο άρθρο 299, έχει εφαρμογή και επί ενδίκων μέσων, σε συνδυασμό προς το άρθρο 502 παρ.1 του αυτού ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αποδοχή απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, η οποία καθιστά απαράδεκτη τη μετ'αυτήν ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς η περί αποδοχής του πράττοντος βούληση.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί ρητής ή σιωπηρής αποδοχής της πρωτόδικης απόφασης, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά τα άρθρα 19 και 20 του αυτού ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, από το αιτιολογικό της απόφασης, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικώς με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, κατά τα κρίσιμα σημεία της προσβαλλόμενης - 2476/2013 - απόφασής του, δέχτηκε τα εξής: "Ο Χ. Π. του Σ. (πατέρας των τεσσάρων πρώτων των αναιρεσειόντων και σύζυγος της πέμπτης εξ αυτών), κάτοικος εν ζωή Μεσημερίου Νομού Θεσσαλονίκης, άσκησε κατά του Θ. Π. του Γ., τροφίμου του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου "Πέτρας Ολύμπου", την με αριθμό κατάθεσης 20494/ΤΜ/2995/25.6.1992 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 2509/1992 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην του εναγομένου, που τη δέχτηκε (την αγωγή) και αναγνώρισε κύριο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας των επίδικων ακινήτων, του ενάγοντα.

Ο εναγόμενος απεβίωσε το έτος 1996 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα της προααποβιώσασας αδελφής του Μ. Κ. (τους αναιρεσιβλήτους)...(οι οποίοι) άσκησαν κατά της άνω απόφασης (της 2509/1992) την με αριθμό καταθ.26561/1996 αναψηλάφηση, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι αυτή (η πληττόμενη απόφαση) έχει καταστεί τελεσίδικη, μη υποκείμενη σε προσβολή με τακτικό ένδικο μέσο.

Εκκρεμούσας της δίκης της αναψηλάφησης δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθμ.1424/1996 πρακτικό του ίδιου ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η υπ'αριθμ…./1949 δημόσια διαθήκη του αρχικού εναγόμενου Θ. Π., που αυτός συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρου Ιωαννίδη με τη μοναδική διάταξη της οποίας (διαθήκης) αυτός (ο Θ.

Π.) είχε εγκαταστήσει ως γενικό κληρονόμο του τον προαναφερόμενο εξάδελφό του Χ. Σ.. Ενόψει της αμφισβήτησης που είχε προκύψει (στη δίκη της αναψηλάφησης) σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του εναγομένου Θ. Π. (των ήδη αναιρεσειόντων), μετά τη δημοσίευση αυτής της διαθήκης, οι τελευταίοι άσκησαν κατά του τετιμημένου Χ.

Σ. την με αριθμ. καταθ. 18.914/1997 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους να αναγνωριστεί η ακυρότητα, άλλως να κηρυχθεί άκυρη η με αριθμό …/1949 διαθήκη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμ. 20.011/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία η με αριθμ. 400/2007 απόφαση του παρόντος Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες αναγνωρίστηκε τελεσίδικα ότι είναι άκυρη η υπ' αριθ.

…/20.12.1949 δημόσια διαθήκη του διαθέτη Θ. Π., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρου Ιωαννίδη και δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1424/1996 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Μετά ταύτα οι ανακόπτοντες επανέφεραν την αναψηλάφησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ.11864/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που την απέρριψε (την αναψηλάφηση), ως απαράδεκτη, επειδή η πληττόμενη 2509/1992 απόφαση, καίτοι είχε καταστεί ανέκκλητη (με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευσή της), εν τούτοις μηδέποτε είχε καταστεί τελεσίδικη, ως υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας.

Κατόπιν αυτών οι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ανακόπτοντες άσκησαν την επίμαχη (από 10.6.2008 και με αριθμό κατάθεσης 2/30.7.2008) ανακοπή ερημοδικίας (η οποία) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα... με την άσκηση (δε) της αναψηλάφησης οι ανακόπτοντες ουδόλως παραιτήθηκαν σιωπηρώς από την άσκηση της ανακοπής, όπως υπολαμβάνουν οι (ήδη αναιρεσείοντες) εκκαλούντες καθ'ων η ανακοπή, καθόσον, όπως προεκτίθεται, οι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ανακόπτοντες, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η βαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, μη υποκείμενη σε προσβολή με τακτικό ένδικο μέσο, άσκησαν την αναψηλάφηση".

Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε στην κρίση του περί μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περί αποδοχής της (2509/1992) απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τους (ήδη αναιρεσιβλήτους) ανακόπτοτες, ενώ δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ανακοπή ερημοδικίας απαράδεκτη, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Ως "πράγματα", η λήψη ή μη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη - 2476/2013 - απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τους ήδη αναιρεσιβλήτους ανακόπτοντας μοναδικούς κληρονόμους εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1996 αρχικού εναγομένου Θ. Π. και έκρινε παραδεκτή την ανακοπή ερημοδικίας κατά της πρωτόδικης - 2509/1992 - ερήμην απόφασης που ασκήθηκε από αυτούς, απορρίπτοντας την ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων καθ'ων η ανακοπή απαραδέκτου της ανακοπής λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των ανακοπτόντων προς άσκηση αυτής.

Στην κρίση του δε αυτή κατέληξε, αφού δέχτηκε, ότι η άνω - υπ'αριθμ…./1949 - δημόσια διαθήκη του αρχικού εναγομένου, με την οποία είχε εγκαταστήσει ως γενικό κληρονόμο του τον Χ. Σ., αναγνωρίστηκε τελεσίδικα άκυρη με τις αποφάσεις 20011/2005 και 400/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.

Επομένως, το Εφετείο, με βάση αυτά που δέχτηκε, δεν υπέπεσε αναφορικά με την άνω ένσταση στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 περ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έλαβε αυτήν ....... και την απέρριψε, ούτε υπέπεσε στην αριθμού 14 του ίδιου άρθρου - 559 - του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ανακοπή απαράδεκτη.

Εξάλλου, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση (μάρτυρες, έγγραφα), καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη και τις άνω αποφάσεις, τις οποίες, άλλωστε, ρητά μνημονεύει, και, συνεπώς, δεν υπέπεσε ούτε στην του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ'ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Γι'αυτό, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 περ.β', 11 περ.γ'και 14 - όχι δε και 1 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη - 2476/2013 - απόφασή του, δέχτηκε, ότι "...ο ισχυρισμός των ήδη αναιρεσειόντων καθ'ων η ανακοπή ...ότι η ανακοπή ήταν απαράδεκτη επειδή οι ανακόπτοντος δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά, διότι με την με αριθμό 20.001/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε η ακυρότητα άλλης διαθήκης (της .../1949) και όχι της .../1989, με την οποία έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος ο Χ.

Σ., είναι αβάσιμος. Τούτο επειδή από την επισκόπηση του διατακτικού της ως άνω με αριθ. 20.011/2005 απόφασης....αδιάστικτα προκύπτει ότι ακυρώθηκε η διαθήκη που δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθμ.1424/1996 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (μ'αυτό το πρακτικό εγκαταστάθηκε ως γενικός κληρονόμος ο Χ. Σ.)".

Επομένως, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ, ότι από εσφαλμένη εκτίμηση των άνω αποφάσεων δεν κρίθηκε η ανακοπή απαράδεκτη, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ'εφαρμογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ.1 εδ.δ'και 286 επ. ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο ανακόπτων διάδικος είχε λάβει, με οποιοδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του αντιδίκου του.

Ειδικότερα, επί θανάτου νικήσαντος ενάγοντος που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανακοπή ερημοδικίας του εναγομένου πρέπει να στραφεί εναντίον όλων των κληρονόμων του θανόντος, αφού όλοι αυτοί υπεισέρχονται στη θέση του νικήσαντος ενάγοντος και όχι εναντίον ορισμένων εξ αυτών.

Αν ο ανακόπτων απολαμβάνει ως κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος ορισμένα πρόσωπα και κατ'αυτών απευθύνει την ανακοπή ερημοδικίας, το δικόγραφο της ανακοπής είναι έγκυρο, εφόσον ο ανακόπτων, αν γνώριζε ότι υπάρχει και άλλος κληρονόμος οπωσδήποτε θα έστρεφε την ανακοπή και κατ'αυτού, επιβάλλεται, όμως, η αναβολή της συζήτησης της ανακοπής ερημοδικίας, ώστε να κληθούν και οι λοιποί κληρονόμοι, οι οποίοι ως διάδοχοι του αποθανόντος αρχικώς ενάγοντος και ταυτιζόμενοι με αυτόν, να μετάσχουν στη δίκη για την ανακοπή ερημοδικίας μαζί με τους φερόμενους ως καθ'ων η ανακοπή στο δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας.

Η συμμετοχή όλων των κληρονόμων ως καθ'ων η ανακοπή εγγυάται την επίλυση της ανακύψασας διαφοράς στο σύνολό της και αποφεύγει τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για την ίδια βασική έννομη σχέση. Ως εκ της διάταξης του άρθρου 498 ΚΠολΔ και της αρχής της τήρησης προδικασίας του άρθρου 111 ΚΠολΔ επιβάλλεται η επίδοση στον καλούμενο προσθέτως και αντιγράφου της ανακοπής.

Όμως, η μη επίδοσή του δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, αλλά απαιτείται η επέλευση δικονομικής βλάβης στον αντίδικο. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη συμπροσβαλλόμενη - 965/2012 - μη οριστική απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ανακόπτοντες άσκησαν παραδεκτά την κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας λόγω θανάτου του αρχικώς εναγομένου κατά των τεσσάρων πρώτων ήδη αναιρεσειόντων εξξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού - τέκνων του - , ως υπολαμβάνοντας ότι μόνο αυτοί ήταν οι κληρονόμοι του.

Ακολούθως, αφού στο πλαίσιο της δίκης - μετά την άσκηση της ανακοπής - έγινε γνωστό ότι υπήρχε και η εξ αδιαθέτου κληρονόμος του στη ζωή σύζυγός του πέμπτη των ήδη αναιρεσειόντων - το Εφετείο - διέταξε την αναβολή της συζήτησης, προκειμένου να κλητευθεί στη συζήτηση και μετάσχει στη συζήτηση για την ανακοπή.

Η πέμπτη αναιρεσείουσα - η οποία και συμμετέσχε στη μετ'αναβολή συζήτηση της υπόθεσης - παραπονείται με το αναιρετήριο ότι δεν επιδόθηκε προσθέτως σ'αυτήν και αντίγραφο της κρινόμενης ανακοπής και ότι τη μη επίδοσή του αυτή είχε επικαλεστεί νόμιμα με τις προτάσεις της στο Εφετείο, δεν ισχυρίζεται όμως ότι εξ αιτίας της παράλειψης αυτής υπέστη δικονομική βλάβη.

Επομένως, το Εφετείο, με βάση τα ανωτέρω, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, για φερόμενες παραβιάσεις από το Εφετείο (ευθέως και εκ πλαγίου) των δικονομικών πιο πάνω διατάξεων, προεχόντως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού η παράβαση κανόνων του δικονομικού δικαίου δεν ελέγχεται με τους υπ'αριθμ.1 και 19 λόγους από τον Άρειο Πάγο.

Τέλος, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.17 του ΚΠολΔ, για φερόμενες μεταξύ τους αντιφατικές αιτιολογίες των ανωτέρω - 2476/2013 και 965/2012 - αποφάσεων, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού εξαιτίας της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών δεν ιδρύεται ο προκείμενος αναιρετικός λόγος.

IV. Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύτηκε καθόλου ή δεν κλητεύτηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη - από 10.6.2008 - ανακοπή ερημοδικίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπησή της, ζητήθηκε να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη 2509/1992 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως εκ του ότι ο αρχικός εναγόμενος Θ. Π. δεν κλητεύτηκε νόμιμα ως άγνωστης διαμονής προς συζήτηση της ένδικης αγωγής, εφόσον κατά το χρόνο άσκησής της διέμενε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο "Πέτρας Ολύμπου" και ο αρχικός ενάγων γνώριζε ότι διέμενε στο Νοσοκομείο αυτό, με συνέπεια να δικασθεί ερήμην και λόγω της ερημοδικίας του να γίνει δεκτή η αγωγή. Με το περιεχόμενο αυτό η ανακοπή ερημοδικίας είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει και αυτό την ανακοπή ερημοδικίας ορισμένη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

V. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη - 2476/2013- απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "...Το έτος 1975 η προσωρική διαχειρίστρια κατήρτησε με τον ενάγοντα Χ.

Π. του Σ., προφορική σύμβαση μίσθωσης στα πλαίσια της οποίας ο δεύτερος καλλιεργούσε τούς ως άνω κληρουχικούς αγρούς, αντί ετήσιου μισθώματος 33.000 δραχμών. Από τις αρχές του έτους 1980, αυτός δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν μίσθωμα, αντιποιούμενος τη νομή του εναγομένου. Η Σ. Α., με την ιδιότητα της επιτρόπου (όπως η ίδια υπολάμβανε τον εαυτό της) του εναγόμενου Θ.

Π., άσκησε για λογαριασμό του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών κατά του νυν ενάγοντος Χ. Π., την με αριθμό κατάθεσης 44/1.11.1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής των επίμαχων ακινήτων. Με την 1/1985 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βασιλικών Θεσσαλονίκης η αίτηση απορρίφθηκε, ως ενεργητικά ανομιμοποίητη, επειδή ουδέποτε εκδόθηκε οριστική απόφαση επί της αίτησης της Σ.

Α., προκειμένου ο ενάγων Θ. Π. να τεθεί οριστικά σε καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης. Υπό τα άνω περιστατικά ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι δηλαδή καλλιεργούσε τους εκνικούμενους κληρουχικούς αγρούς από το έτος 1957 έως και την έγερση της κρινόμενης αγωγής (1992), με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, είναι αβάσιμος, καθόσον δεν τα κατείχε με διάνοια κυρίου.

Προσέτι, από το έτος 1980, που άρχισε να αντιποιείται τη νομή των επιδίκων, έως το έτος 1992, οπότε ασκήθηκε η αναγνωριστική αγωγή, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία και συνεπώς ουδέποτε κατέστη κύριος των ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας". Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.2.2014 αίτηση των 1)Θ. Π. του Χ. κ.α. για αναίρεση της 2476/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ