Legislator Case Law & Legislation
380/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for smuggling five illegal immigrants into Greece under Law 2910/2001.

Case Number 380/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellant's appeal against a second-instance court conviction for smuggling five illegal immigrants into the country. The appellant argued that the evidence was insufficient and that procedural rights regarding the confiscation of his vehicle and the prosecution's charges were violated. The court found these arguments baseless, noting that the lower court properly evaluated the evidence and that the appellant's defense regarding procedural defects was unsupported by the record.

Legislator headnote

AI generated

Art. 55 para. 1 of Law 2910/2001; Art. 510 para. D and E of the Code of Criminal Procedure: The court establishes that an appeal based on insufficient evidence or procedural irregularities is inadmissible when the lower court has correctly assessed the proof and the appellant failed to meet the legal prerequisites for such claims.

Keywords

AI generated
smuggling illegal immigrants Law 2910/2001 Code of Criminal Procedure insufficient evidence procedural irregularities confiscation of vehicle supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 55 para. 1 of Law 2910/2001
Art. 510 para. D and E of the Code of Criminal Procedure
Art. 515 para. 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Art. 369 para. 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 371 para. 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 100 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 380 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 380/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου M. A. του B., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στο Α.Τ. ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 42/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης. Με συγκατηγορούμενη την N. A. του H..

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημ. Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2003 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 648/2003.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α'153/19.6.2003) "...οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1.000.000 έως 5.000.000 δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό.

Συνιστά δε επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 5 εκατομμυρίων έως 8 εκατομμυρίων δραχμών για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν (εκτός άλλων) η μεταφορά ενεργείται με σκοπό το παράνομο κέρδος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. 2.- Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, κατά συρροή, της παράβασης του άρθρου του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001, και ειδικότερα της προώθησης πέντε λαθρομεταναστών στη Χώρα, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 25 μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό, και συνολικά ποινή φυλάκισης 49 μηνών και χρηματική ποινή 9.000 ευρώ, ενώ παράλληλα το Δικαστήριο επικύρωσε την κατάσχεση του παρακάτω αναφερόμενου αυτοκινήτου και διέταξε τη δήμευσή του ως μεταφορικού μέσου που χρησιμοποιήθηκε για την άνω μεταφορά και ανήκε στον αναιρεσείοντα ως αυτουργό των πράξεων αυτών.

Το Τριμελές Εφετείο, για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα:

Ο κατηγορούμενος [ήδη αναιρεσείων] στο 15ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ξάνθης - Καβάλας, στις 29.10.2002, από πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 2910/2001, διότι κατελήφθη να προωθεί παρανόμως λαθρομετανάστες στο εσωτερικό της Χώρας. Ειδικότερα, κατελήφθη να μεταφέρει με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του την A.

κάτοικο ..., και τους O. F., G. K., G. M., και Z. A., ..., ενώ γνώριζε ότι αυτοί είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα, και ότι αυτό απαγορεύεται. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το Τριμελές Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε να μεταβληθεί η κατηγορία από προώθηση λαθρομεταναστών, σε διευκόλυνση παραμονής λαθρομεταναστών στη Χώρα, τον κήρυξε ένοχο της πιο πάνω παράβασης για την οποία κατηγορείτο, και επέβαλε σ' αυτόν τις προαναφερόμενες ποινές.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παράνομης προώθησης αλλοδαπών λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 94 του ΠΚ και 55 παρ. 1α του ν. 2910/200133, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και αξιολόγηση της καταθέσεως κάθε μάρτυρα ή των υπόλοιπων αποδεικτικών στοιχείων, προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης της άνω κατά συρροή παράβασης του άρθρου του άρθρου 55 παρ. 1 του ν. 2910/2001 και αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή των στοιχείων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση, αφού ειδικώς αναφέρεται ότι οι κατονομαζόμενοι σ' αυτήν αλλοδαποί [οι οποίοι δεν προερχόντουσαν από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης], είχαν εισέλθει παράνομα στη Ελλάδα, δηλαδή στερούμενοι των απαραίτητων ταξιδιωτικών εγγράφων, ότι ο αναιρεσείων τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας, μεταφέροντάς τους με το άνω από αυτόν οδηγούμενο αυτοκίνητό του, και ότι γνώριζε ότι οι αλλοδαποί αυτοί είχαν εισέλθει παράνομα στο ελληνικό έδαφος.

Επομένως, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δηλαδή δεν εκτίθενται ειδικώς και σαφώς τα αποδεικτικά μέσα, ο τρόπος, οι λόγοι, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο πείστηκε για την ενοχή του, ούτε εκτίθενται οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων υπήγαγε αυτά στις άνω ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ιδιαίτερα τη άνω διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1α του ν. 2910/200133, διότι της απέδωσε διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ότι υπάρχει πλήρης αοριστία, ασάφεια, αντιφάσεις [χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένες ασάφειες ή αντιφάσεις] και κενά του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης, και στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω: 1] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει [και όχι στο σύνολό του] ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. 2] Στην πραγμάτωση των προεκτεθέντων στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προώθησης αλλοδαπών, ενυπάρχει και ο δόλος του αναιρεσείοντος, και δεν απαιτείται ιδιαίτερα αιτιολογία. 3] Η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται τίποτα για το παράνομο κέρδος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα της προώθησης λαθρομεταναστών στην απλή μορφή του, όπως είχε κατηγορηθεί, και όχι με την επιβαρυντική περίσταση του σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους, δεν είναι δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης η αναφορά κάποιου κινήτρου [άλλου πλην του οφέλους] που ώθησε αυτόν στην τέλεση των πράξεών του. 4] Αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί παραδοχής άλλου [εναλλακτικού] τρόπου τέλεσης της πράξης από εκείνον για τον οποίο η παραπομπή, και συγκεκριμένα περί μεταβολής της κατηγορίας από προώθηση λαθρομεταναστών σε διευκόλυνση παραμονής λαθρομεταναστών, αφού είναι σαφείς και κατηγορηματικές οι παραδοχές της απόφασης ότι η επίμαχη αξιόποινη πράξη αφορά την προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της Χώρας, και συνεπώς, με βάση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, ο ισχυρισμός αυτός ήταν ουσιαστικά αβάσιμος. 5] Ο περαιτέρω ισχυρισμός, που ο αναιρεσείων πρόβαλε κατά την απολογία του, ότι δεν γνώριζε ότι οι αλλοδαποί ήταν λαθρομετανάστες, δεν συνιστά ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής ή πραγματικής πλάνης, όπως ο αναιρεσείων αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας, γι' αυτό και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να περιλάβει στην απόφασή του ως προς τον ισχυρισμό αυτό ειδική αιτιολογία. 6] Η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του αιτήματος του αναρεσείοντος για αναστολή εκτελέσεως της άνω ποινής που του επιβλήθηκε, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της άνω απόφασης, δεν υπέβαλε αυτός ή η συνήγορός του σχετικό, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 εδάφ.

α' του ΠΚ αίτημα. Εφόσον δε πρόκειται περί ποινής [βάσης] άνω των δύο ετών, το Δικαστήριο, αν δεν υποβληθεί σχετικό αίτημα, δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής αυτής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. 7] Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται ρητή μνεία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την απολογία του αναιρεσείοντος, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, στα οποία διαλαμβάνεται και η ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου απολογία του, από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία συνάγεται, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, συνεπώς και τις άνω απολογίες του αναιρεσείοντος.

Το γεγονός δε ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική αξία σ' αυτές δεν σημαίνει ότι τις αγνόησε. Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. Δ και Ε του ΚΠΔ με αριθ. 1 και 2 λόγοι της αίτησης που περιλαμβάνουν τις αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά και καθ' όσον με τους ίδιους λόγους αναίρεσης προβάλλεται ότι τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τις μαρτυρικές καταθέσεις ή την απολογία του κατηγορουμένου, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτοι. 3.- Με τον με αριθ. 3 λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων, με επίκληση των αναιρετικών, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Α', Β' και Η' του Κ.Π.Δ., λόγων αναίρεσης, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη ακρόασης και υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, διότι α] δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορό του πριν από την επιβολή της παρεπόμενης ποινής της δήμευσης του αυτοκινήτου του, β] το Δικαστήριο έλαβε υπόψη "τας ουχί εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας καίτοι ουδεμία νόμιμος προϋπόθεσις προς τούτο συνέτρεχε και χωρίς τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων", και γ] δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του περί πλάνης [πραγματικής και νομικής], και μεταβολής της κατηγορίας, καθώς και στο αίτημά του περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατά το άρθρο 100 του ΠΚ.

Όλες οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναρεσείοντος είναι αβάσιμες. Καθ' όσον μεν αφορά τις υπό στοιχ. β' και γ' αιτιάσεις διότι στηρίζονται σε αναληθείς προϋποθέσεις, αφού ούτε ισχυρισμό περί πλάνης ούτε αίτημα περί αναστολής της ποινής προβλήθηκε, ενώ το Δικαστήριο ρητώς απέρριψε τον περί μεταβολής της κατηγορίας ισχυρισμό, κατά τα προεκτεθέντα, καθ' όσον δε αφορά την υπό στοιχ.

α' αιτίαση διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής του κατηγορουμένου, και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 ΚΠΔ, δόθηκε ο λόγος στην συνήγορο του κατηγορουμένου, τόσο πριν από την επιβολή της ποινών όσο και πριν από την επιβολή της συνολικής ποινής και της παρεπόμενης της δήμευσης του αυτοκινήτου, ζήτησε δε αυτή, στην μεν πρώτη περίπτωση να επιβληθεί "η ελάχιστη ποινή" χωρίς να λάβει θέση επί της δήμευσης, στη δε δεύτερη, "την επαύξηση της ποινής στα ελάχιστα όρια" χωρίς και πάλι να λάβει θέση επί της παρεπόμενης αυτής ποινής, αν και είχε προηγηθεί σχετική ως προς την ποινή αυτή πρόταση του εισαγγελέα.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [ άρθ. 515 παρ. 3 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.3.2003 αίτηση του M. A. του B. για αναίρεση της 42/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ