37/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated37/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 37 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 37/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου Χ., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτήριου Λίβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Σ. του Φ., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 2054/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 158/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 04-07-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 669/55/04-07-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1610/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 158/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 και 621-622 του ΚΠολΔ).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 26-06-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5825/464/26-06-2019 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 2054/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε απορρίψει, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, την από 25-05-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5822/2554/29-05-2018, αγωγή του, με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που είχε υποστεί από την παραβίαση, εκ μέρους του αντιδίκου του, των διατάξεων του Ν. 2472/1997 "Περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 04-07-2022 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17-03-2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2068/1992 (ΦΕΚ Α' 118) και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εκδόθηκε ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (ΦΕΚ Α' 50).
Αντικείμενο του ανωτέρω νόμου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και, ιδίως, της ιδιωτικής ζωής. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με τις τροποποιήσεις της, ως προς τα στοιχεία (β) και (ε) αυτής, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006 (ΦΕΚ Α' 133) και υπό τον παράτιτλο "ορισμοί" ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:
α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα" ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων" το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή, μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του, από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) (όπως ήδη αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3471/2006) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ)...
ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του, καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση, τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα ...", ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, που θεσπίζεται στο κεφάλαιο ΔΆ του παρόντος νόμου". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, όπως η παρ. 2 αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο παρ. 1 του Ν. 3625/2007 (ΦΕΚ Α' 290) ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο" (παρ. 1).
Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται: α) από φυσικό πρόσωπο, για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, β) από τις εισαγγελικές αρχές και υπηρεσίες, που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους, στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών λειτουργίας τους, με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο... (παρ. 2)", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει:
α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία, ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και εφόσον χρειάζεται να υποβάλλονται σε ενημέρωση ...δ)... (παρ. 1).
Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας... (παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ. 1).
Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος, που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι, στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).
Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ' του Ν 2472/1997 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001), που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται, κατά μείζονα λόγο, και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:...
γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου". Προϋπόθεση για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή για τα οποία πρόκειται η χρήση, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας) και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί.
Η αναγκαιότητα δε υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα, για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας) - (Α.Π. 79/2020, Α.Π. 1520/2017, Α.Π. 1923/2006). Με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 αυτού ορίζεται ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο, για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:
α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3)".
Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως". Με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου συνεστήθη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά, ενώ στις αρμοδιότητες αυτής περιλαμβάνεται η έκδοση κανονιστικών πράξεων, για τη ρύθμιση ειδικών τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. (ι) του ιδίου νόμου.
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου αυτού προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, για τις αναφερόμενες εκεί κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες και έχουν όλες ως προϋπόθεση την ύπαρξη αρχείου. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου και με τον τίτλο "Αστική Ευθύνη", ορίζεται ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση.
Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. (παρ. 1). Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται, κατ' ελάχιστο, στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια.
Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται, ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη (παρ. 2)". Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση: α) τον σκοπό του Ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής ανάπτυξης και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσώρευσης και συσχετισμού πληροφοριών, για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής του ανθρώπου και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητές του, ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου καταναλωτή, κ.λ.π., μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητάς του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο, αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς, εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων, προς εξειδίκευση της αόριστης νομικής εννοίας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".
Σε περίπτωση δε παραβίασής τους, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της Κοινοτικής Οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου, είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:
α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών, που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.
Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας, η οποία ορίζει ότι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας μπορεί να απαλλαγεί της ευθύνης αυτής, εν μέρει ή εν όλω, εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός (Α.Π. 79/2020, Α.Π. 171/2019, Α.Π. 1740/2013, Α.Π. 637/2013, Α.Π. 174/2011, Α.Π. 476/2009).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, για να είναι νόμιμη, πρέπει να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες, που προβλέπονται στο νόμο και ανάγονται σε αρχές επεξεργασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, και η αρχή της νομιμότητας του σκοπού και του τρόπου επεξεργασίας, καθώς και η αρχή της αναλογικότητας.
Ειδικότερα, η επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να εξυπηρετεί συγκεκριμένο νόμιμο σκοπό και, επιπλέον τα προς επεξεργασία δεδομένα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα απ' όσα κάθε φορά απαιτούνται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. Περαιτέρω, για να είναι κατά το νόμο επιτρεπτή η επεξεργασία πληροφοριών για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, απαιτείται, με την επιφύλαξη συνδρομής κάποιας εκ των προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ως άνω νόμου εξαιρέσεων, η προηγούμενη παροχή έγγραφης συγκατάθεσης του υποκειμένου της επεξεργασίας, με ελεύθερη, ρητή, ειδική και σε πλήρη επίγνωση σχετική δήλωση βούλησης αυτού, προς τον υπεύθυνο της επεξεργασίας.
Εξάλλου ναι μεν οι ποινικές κυρώσεις του νόμου αυτού δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής, όταν κάποιος κάνει χρήση των πληροφοριών, που περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος, που επενέβη σε αρχείο, διότι εκλείπει η κατά το άρθρο 3 του ως άνω νόμου προϋπόθεση του αρχείου (Α.Π. 2000/2019, Α.Π. 1128/2019, Α.Π. 612/2017, Α.Π. 1306/2016, Α.Π. 474/2016, Α.Π. 1372/2015, Α.Π. 2053/2010, Α.Π. 2079/2007, επί ποινικών υποθέσεων), πλην, όμως, δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, οσάκις οι πληροφορίες, οι οποίες περιήλθαν νομίμως σε γνώση του υπευθύνου επεξεργασίας και περιελήφθησαν ή πρόκειται να περιληφθούν σε τηρούμενο από τον υπεύθυνο επεξεργασίας αρχείο και για συγκεκριμένο σκοπό, έτυχαν περαιτέρω επεξεργασίας και ειδικότερα διαβιβάσθηκαν σε τρίτο, χωρίς να συντρέχουν οι, από τον Νόμο, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, προϋποθέσεις για την, κατά τα άνω, επεξεργασία αυτών, οπότε ο υπεύθυνος της επεξεργασίας αυτής ενέχεται κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος υποκειμένου των δεδομένων, εφόσον ο τελευταίος από την παράνομη επεξεργασία αυτών υπέστη ηθική βλάβη (Α.Π. 1079/2018, Α.Π. 637/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία, δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 25-05-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5822/2554/29-05-2018 αγωγή, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ως διάδικος, αλλά και υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7105/26-09-2016 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του, λόγω αναφοράς αυτού (ενάγοντος) προς δημόσια αρχή.
Ότι στις κατατεθείσες, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από 23-04-2018 προτάσεις του και με την από 08-05-2018 προσθήκη - αντίκρουση, ο εναγόμενος επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, πέντε (5) έγγραφα, που αφορούσαν τα προσωπικά δεδομένα αυτού (ενάγοντος), ήτοι: (α) (υπό αύξοντα αριθμό 20) μήνυση αυτού εις βάρος του Δ.
Ι. Θ. (σχετ. 23), με προσκόμιση της πρώτης μόνο σελίδας (β) (υπό αύξοντα αριθμό 22) έγκληση αυτού, εις βάρος τριών θείων του (σχετ. 25), με προσκόμιση της πρώτης μόνο σελίδας, (γ) (υπό αύξοντα αριθμό 23) Δήλωση αποχής της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Α. Μ. (σχετ. 26) (δ) (υπό αύξοντα αριθμό 26) αναφορά αυτού προς τον Δ.Σ.Α., εις βάρος του Δικηγόρου Σ.
Κ. (σχετ. 29) και (ε) (υπό αύξοντα αριθμό 27) απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α., σχετικά με τον προαναφερόμενο δικηγόρο (σχετ. 30). Ότι τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο εναγόμενος, έτυχαν επεξεργασίας από αυτόν, ο οποίος έχει καταχωρήσει δεδομένα, που αφορούν στο πρόσωπό του (ενάγοντος), σε αρχείο που συγκρότησε ο ίδιος και έχει ενσωματώσει σε υλικό φορέα - χαρτί - ώστε να μπορεί να τα αναζητεί, όποτε επιθυμεί.
Ότι το αρχείο αυτό είναι διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά στον εναγόμενο, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, που δεν έχουν συστηματικό και μεθοδικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποτέλεσμα αξιολόγησης και επιλογής του εναγομένου. Ότι αυτός έχει χρησιμοποιήσει το αρχείο με τα προσωπικά του δεδομένα και σε άλλες διαφορές ποινικές ή αστικές, οι οποίες εξέρχονται της ένδικης διαφοράς.
Στη συνέχεια εξέθετε ότι η προεκτεθείσα χρήση των εν λόγω εγγράφων από τον εναγόμενο, ήταν παράνομη, επειδή συνιστούσε παραβίαση των προσωπικών του δεδομένων, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2472/1997, πραγματοποιήθηκε, δε, με στόχο να αμαυρώσει το πρόσωπό του, ενώπιον τρίτων και δη Δικαστών, Γραμματέων, Δικηγόρων, κ.λ.π., χωρίς να έχει οποιοδήποτε έννομο συμφέρον να τα επικαλεστεί και χωρίς να υπάρχει η παραμικρή σχέση των εν λόγω εγγράφων με το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας ο εναγόμενος τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε, ότι δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη των ισχυρισμών του στη μεταξύ τους διαφορά, διότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε κίνδυνος για την αξία του ως ανθρώπου από τη μη επίκλησή τους, ούτε ήταν τα μοναδικά αποδεικτικά μέσα που διέθετε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος, ούτε και συνέτρεχε οποιαδήποτε αναλογικότητα στην επεξεργασία των ανωτέρω προσωπικών του δεδομένων, με την επίκλησή τους εις βάρος του.
Ότι, εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας προσβολής των προσωπικών του δεδομένων, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της έντονης θλίψης και του ψυχικού πόνου που προκλήθηκε σ' αυτόν, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται η επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ύψους σαράντα χιλιάδων πενήντα (40.050,00) ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ, ως προς το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει πολιτική αγωγή, ενώπιον των αρμοδίων ποινικών δικαστηρίων.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ και, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να του καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση ενός (1) έτους, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, να υποχρεωθεί να παραλείπει στο μέλλον κάθε επεξεργασία των επίδικων προσωπικών του δεδομένων, υπό την απειλή χρηματικής ποινής, ύψος δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας τριών (3) μηνών για κάθε παράβαση του διατακτικού της απόφασης και να καταδικασθεί στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 και 621-622 του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 2054/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι υποκείμενο των περιεχόμενων στα ανωτέρω έγγραφα απλών προσωπικών δεδομένων, ήτοι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αυτά αφορούν, δεν είναι ο ενάγων, αλλά τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα στα υπό στοιχεία (α) και (β) έγγραφα τα εκεί μηνυόμενα πρόσωπα, στο υπό στοιχείο (γ) έγγραφο η δηλώσασα αποχή από την άσκηση των καθηκόντων της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς Α.
Μ. και στα υπό στοιχεία (δ) και (ε) έγγραφα ο καθού η πειθαρχική αναφορά προς τον Δ.Σ.Α. Δικηγόρος Σ. Κ.. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 26-06-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5825/464/26-06-2019 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 158/2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη και απορριπτέα, με την ακόλουθη, κατ' ακριβή αντιγραφή ειδικότερη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νομικά αβάσιμη, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στις διατάξεις του Ν. 2472/1997, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, δεν στοιχειοθετείται στην υπό κρίση περίπτωση η έννοια του αρχείου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, ως διαρθρωμένου συνόλου εγγράφων, που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.
Αντιθέτως, εκτίθεται στο δικόγραφο ότι ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσίβλητος ], έχει καταχωρήσει δεδομένα, τα οποία αφορούν στο πρόσωπο του ενάγοντος [ ήδη αναιρεσείοντος ], σε αρχείο που συγκρότησε ο ίδιος και τα οποία είναι προσιτά σε αυτόν με γνώμονα κριτήρια, που δεν έχουν συστηματικό και μεθοδικό χαρακτήρα αλλά είναι αποτέλεσμα αποκλειστικής αξιολόγησης και επιλογής του εναγόμενου, χωρίς τη χρήση συγκεκριμένων και προκαθορισμένων κριτηρίων.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην υπό κρίση αγωγή, δεν εκτίθεται ότι τα υπό στοιχεία (α) και (β) έγγραφα, τα οποία αφορούν σε μηνύσεις που υπέβαλε ο ενάγων σε βάρος του δικηγόρου Ι. Θ. και των θείων του, αλλά και το υπό στοιχείο (γ) έγγραφο, το οποίο αφορά σε δήλωση αποχής από την άσκηση των καθηκόντων της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Α.
Μ., αποτελούν αντίγραφα δικογραφίας, εκκρεμούς ή μη δίκης, ώστε οι φάκελοι των εν λόγω δικογραφιών να αποτελούν αρχείο, που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, υποκείμενο στην αρμοδιότητα της Αρχής, ούτε ότι η συλλογή των ανωτέρω εγγράφων έγινε από το αρχείο, που τηρείται στην αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών, το οποίο είναι διαρθρωμένο σύνολο εγγράφων, που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, ήτοι βάσει του αύξοντος αριθμού του βιβλίου μηνύσεων, αλλά και βάσει αλφαβητικού ευρετηρίου των εγκαλουμένων και μηνυομένων [...], ούτε εάν η συλλογή αυτών των εγγράφων έγινε με νόμιμο τρόπο, κατ' άρθρο 147 του ΚΠΔ, από τον εναγόμενο δικηγόρο, ως έχων έννομο συμφέρον ενημέρωσης, κατόπιν αίτησής του προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας και έγκρισης αυτού, ούτε ότι ο εναγόμενος με την επίκληση και την προσκόμιση αυτών των εγγράφων στο δικόγραφο των από 23-04-2018 προτάσεών του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης γενικό 7105/2016 αγωγής του εναντίον του ενάγοντος, επεξεργάστηκε ανεπίτρεπτα τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα, χωρίς συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων και χωρίς άδεια της Αρχής του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997, για την υποστήριξη ενός άλλου σκοπού, από αυτόν της συλλογής και χωρίς αυτό να συνάδει με την υπαγορευόμενη από το άρθρο 4 στοιχ.
β' του Ν. 2472/1997 αρχή της αναλογικότητας της επεξεργασίας. Ομοίως, αναφορικά με τα υπό στοιχεία (δ) και (ε) έγγραφα τα οποία αφορούν σε αναφορά, που υπέβαλε ο ενάγων προς τον Δ.Σ.Α., σε βάρος του δικηγόρου Σ. Κ., δεν εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή ότι ο εναγόμενος δικηγόρος ή τρίτο πρόσωπο, ως έχοντες έννομο συμφέρον, αιτήθηκαν τη χορήγηση βεβαίωσης από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α., σχετικά με την πειθαρχική αναφορά σε βάρος του δικηγόρου Σ.
Κ., ώστε να συντρέχει περίπτωση επέμβασης στα αρχεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α., τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία, κατά την έννοια του Ν. 2472/1997 [...], ούτε ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε αυτά τα έγγραφα, με την προσκομιδή και κατάθεσή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, στο οποίο και ανακοινώθηκε το περιεχόμενο αυτών και ότι η ενέργεια αυτή του εναγόμενου συνιστά μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία έγινε κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997, αφού δεν δόθηκε η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων προς τούτο.
Επιπλέον, δε, η αγωγή κρίνεται νομικά αβάσιμη και για τον λόγο ότι επιδιώκεται με αυτήν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από την επικαλούμενη παράνομη επεξεργασία και ανακοίνωση προσωπικών δεδομένων όχι του ενάγοντος, αλλά του δικηγόρου Ι. Θ., στο υπό στοιχείο (α) έγγραφο, των θείων του ενάγοντος, στο υπό στοιχείο (β) έγγραφο, της εισαγγελικής λειτουργού Α.
Μ., στο υπό στοιχείο (γ) έγγραφο και του δικηγόρου Σ. Κ., στα υπό στοιχεία (δ) και (ε) έγγραφα, οι οποίοι, ως υποκείμενα των προσωπικών δεδομένων, είναι οι άμεσα ζημιωθέντες και συνακόλουθα οι, κατά το άρθρο 23 του Ν. 2472/1997, φορείς της αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι ο ενάγων, ως τρίτο πρόσωπο, που θίγεται έμμεσα από τις επικαλούμενες παραβάσεις του Ν. 2472/1997, ως προς τα υποκείμενα των δεδομένων, δεν καθίσταται και αυτός φορέας της προβλεπόμενης από το Ν. 2472/1997 αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, διότι βρίσκεται εκτός του πεδίου προστασίας του νόμου περί προσωπικών δεδομένων [...].
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη, έσφαλε μεν, όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών - ενάγων με τον μοναδικό λόγο της έφεσής του, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, καθώς αυτή η απόφαση θα είναι δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα ενάγοντα, ούτε αρκεί απλή αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, αφού η απόρριψη της αγωγής για τον λόγο αυτό οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα και διατακτικό ...".
Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 στοιχ. α' και β', 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3 του ιδίου νόμου και εκείνες των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του του Α.Κ., τις οποίες δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας, ως νομικά αβάσιμη, την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή αν και οι διατάξεις αυτές έπρεπε να εφαρμοστούν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και, ως εκ τούτου, η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, αποφασιστικής σημασίας στοιχείο, στην προκειμένη περίπτωση, για τη στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης αστικής, εκ του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997, ευθύνης του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου), δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος απέκτησε τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα του αναιρεσείοντος (ενάγοντος), ούτε ο τρόπος με τον οποίο τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στην κατοχή του και αποτέλεσαν περιεχόμενο αρχείου, κατά την έννοια του ν. 2472/1997, ως περιλαμβανόμενο σε διαρθρωμένο σύνολο προσωπικών δεδομένων, μη αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, που ήταν προσιτά, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.
Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει δεδομένα, σε αρχείο που συγκρότησε ο ίδιος, τα οποία αφορούν στο πρόσωπο του ενάγοντος και το αρχείο αυτό είναι διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά στον εναγόμενο, με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, όπως απαιτείται κατά το νόμο.
Επίσης, κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση της αστικής ευθύνης του εναγομένου, δεν είναι το εάν ο αυτός έλαβε νομίμως ή όχι γνώση των περιλαμβανομένων στα έγγραφα αυτά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με υποκείμενο δεδομένων τον ενάγοντα, αλλά το ότι αυτός προέβη, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε περαιτέρω επεξεργασία αυτών, με την επίκληση και προσκόμισή τους, ως αποδεικτικών εγγράφων, στο προαναφερόμενο Δικαστήριο και χρησιμοποίησε τις καταγεγραμμένες σε αυτά πληροφορίες, επιπροσθέτως, δε, το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, προδήλως αφορούσε, εκτός των άλλων, και τον ενάγοντα ο οποίος, όπως υποστηρίζει θίγεται από τις επικαλούμενες παραβάσεις του Ν. 2472/1997.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων απέρριψε ως νομικά αβάσιμη, την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή αυτής, ενώ αυτή ήταν νομικά βάσιμη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 1482/2019, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ωστόσο, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά απέρριψε, όπως προεκτέθηκε, την υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απορρίπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αγωγή ως μη νόμιμη.
Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης (και δη λόγω αντιφατικών αιτιολογιών), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01-01-2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στον ίδιο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 01-01-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 158/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Πειραιώς), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσίβλητου, τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίος ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ