37/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά ήταν τα πράγματα, που, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, αν και προτάθηκαν παραδεκτά και ποιά επίδραση θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, εφόσον έχουν προταθεί παραδεκτά, συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Το λόγο αυτό αναίρεσης νομιμοποιείται, να προβάλει μόνον ο διάδικος που πρότεινε τον ισχυρισμό νόμιμα και παραδεκτά. Επομένως, δεν νομιμοποιείται στην προβολή της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας εκείνος που δεν πρότεινε το σχετικό ισχυρισμό (ΑΠ 748/2013).
Legislator headnote
AI generated37/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
Full text
Απόφαση 37 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 37/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." και έδρα το ...), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Βουγιούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Μ. χας Π. Τ., το γένος Φ. Κ., β) Α. Π. Τ., κατοίκων ...) και γ) Ι. Π. Τ., κατοίκου ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4786/2014 μη οριστική και 956/2016 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 1768/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-6-2018 αίτησή του.
Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 1768/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 956/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος, η οποία είχε απορριφθεί με την πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 72 παρ. 1ιγ' νόμου 3852/2010). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά ήταν τα πράγματα, που, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, αν και προτάθηκαν παραδεκτά και ποιά επίδραση θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, εφόσον έχουν προταθεί παραδεκτά, συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Το λόγο αυτό αναίρεσης νομιμοποιείται, να προβάλει μόνον ο διάδικος που πρότεινε τον ισχυρισμό νόμιμα και παραδεκτά. Επομένως, δεν νομιμοποιείται στην προβολή της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας εκείνος που δεν πρότεινε το σχετικό ισχυρισμό (ΑΠ 748/2013).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση αυτή δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων που πρόβαλαν με την αγωγή τους ότι "από το έτος 1970 στερούνται τη χρήση και την κάρπωση του επιδίκου ακινήτου", ο οποίος ισχυρισμός, κατά τον ερευνώμενο λόγο, "έγινε αποδεκτός από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα) τόσο κατά τη συζήτηση της αγωγής στον α' βαθμό, όσο και στο β' βαθμό και τείνει στην κατάλυση του όποιου δικαιώματος των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και με βάση το παραπάνω περιεχόμενό του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, αφού, όπως αναφέρεται, ο ανωτέρω ισχυρισμός προτάθηκε από τους αναιρεσιβλήτους και όχι από τον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται σε προβολή του, καθόσον αναφέρει στον ερευνώμενο λόγο του ότι τον ισχυρισμό αυτό των αντιδίκων του ο ίδιος τον "έκανε αποδεκτό" και όχι ότι τον επικαλέστηκε ο ίδιος στο Δικαστήριο της ουσίας.
Και με την εκδοχή, όμως, ότι ως "αποδοχή" εννοεί την πρόταση του παραπάνω ισχυρισμού από τον ίδιο, ο ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο τρόπος πρότασης του εν λόγω ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα, καθώς επίσης και ποια ουσιώδη επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης.
2. Περαιτέρω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, επειδή το Εφετείο δέχτηκε με την απόφασή του αυτή ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) Π. Τ. αποδέχτηκε την καταληφθείσα σε αυτόν κληρονομία, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, το έτος 1969, ήτοι δύο (2) χρόνια μετά το θάνατο, το έτος 1967, του δικαιοπαρόχου του Α. Τ., καίτοι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ισχυρισθεί με την αγωγή τους ότι η παραπάνω αποδοχή από τον Π. Τ. έγινε, όχι το έτος 1969, αλλά το έτος 2002, ήτοι τριάντα πέντε (35) χρόνια μετά το θάνατο του Α. Τ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια επίδραση άσκησε στην έκβαση της δίκης η παραδοχή του παραπάνω ισχυρισμού που φέρεται ότι δεν προτάθηκε.
3. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 673/2013).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, επειδή, ενόψει του ισχυρισμού των αναιρεισβλήτων που πρόβαλαν με την αγωγή τους, "για πραγματική στέρηση της χρήσης και της κάρπωσης του επιδίκου ακινήτου τους από το έτος 1970", έπρεπε "να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής τους, αναγνωρίζοντας ότι έχουν εκπέσει του όποιου δικαιώματος συγκυριότητας ισχυρίζονται". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων "για πραγματική στέρηση της χρήσης και της κάρπωσης του επιδίκου ακινήτου τους από το έτος 1970", στην οποία ο αναιρεσείων στηρίζει την προβαλλόμενη πλημμέλεια, δεν καθιστά απαράδεκτη την παραπάνω αγωγή, εξαιτίας παραβίασης δικονομικής, με την έννοια που προεκτέθηκε, διάταξης.
Συνεπώς, μη κηρύσσοντας το Εφετείο απαράδεκτη την παραπάνω αγωγή για τον ανωτέρω λόγο που προβάλλει ο αναιρεσείων, δεν παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο.
4. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δέχθηκε αυθαίρετα ως πράξεις νομής του προκατόχου των εναγόντων Π. Τ. την δήθεν καλλιέργεια του επιδίκου (εμβαδού 1092 τμ που βρίσκεται στο ΟΤ 1390) και, μετά την αστικοποίηση της περιοχής, την εποπτεία αυτού, οπότε αποβλήθηκε από τη νομή του το 2005...ενώ ανέμενε την έκδοση πράξης αναλογισμού αποζημίωσης για να αποζημιωθεί για την ιδιοκτησία του που είχε δεσμευθεί από το έτος 1970, χαρακτηρισμένη ως πλατεία.
Αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση παραγνώρισε ότι από το έτος 1967 που πέθανε ο Α. Τ., ο προκάτοχος των εναγόντων Π. Τ. αποδέχθηκε την "κληρονομία" δυνάμει της ...23-9-2002 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Β., δηλ. μετά από 35 χρόνια, οι δε ενάγοντες αποδέχονται αυτήν τα έτη 2007 και 2008. Ότι οι ενάγοντες δεν ζήτησαν την άρση της δέσμευσης του ακινήτου τους λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου ενώπιον του Τριμελούς Διοικ.
Πρωτ. της Αθήνας κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 2882/2001, όπως είχαν δικαίωμα, δεν ζήτησαν να εισπράξουν αποζημίωση χρήσης του ΥΠΕΧΩΔΕ για την επίταξη του επιδίκου ακινήτου για τις ανάγκες του σεισμού στην Αττική το έτος 1999, δεν δήλωσαν το επίδικο ακίνητο κατά την έναρξη της κτηματογράφησης στο ... μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3481/2006, μετά δε την ανάρτηση των πρώτων εγγραφών κατέθεσαν ένσταση για πρώτη φορά το έτος 2013-2014 και ουδέποτε δηλώθηκε το επίδικο ακίνητο σε φορολογικές δηλώσεις των προκατόχων τους, παρά μόνο για πρώτη φορά το έτος 2006, ενόψει αποδοχής κληρονομίας τα έτη 2007 και 2008, με προφανή σκοπό να επιτύχουν μέσω του κτηματολογίου κάποια εγγραφή υπέρ αυτών...Επομένως, τόσο οι προκάτοχοι των εναγόντων, όσο και οι ενάγοντες ούτε την εποπτεία αυτού είχαν, ούτε καλλιέργεια, αφού ουδέν νόμιμο δικαίωμά τους άσκησαν για πάνω από 50 χρόνια επί του επιδίκου, εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση υπήγαγε την "δήθεν εποπτεία" τους στις πράξεις νομής του άρθρου 974 ΑΚ...Αντίθετα ο ...
επόπτευε, καθάριζε και το επίδικο μαζί με άλλους κοινόχρηστους χώρους, υπέδειξε στο ΥΠΕΧΩΔΕ το επίδικο ακίνητο για την εγκατάσταση των σεισμοπλήκτων 1999, την τοποθέτηση κοντέϊνερς και την ηλεκτροδότηση του χώρου, απέτρεψε κάθε επίδοξο "ιδιοκτήτη" για είσπραξη οποιασδήποτε αποζημίωσης χρήσης για την κατάληψη αυτή, ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτών, μετά την αποχώρηση των σεισμοπλήκτων το έτος 2004 προέβη εκ νέου σε εργασίες εντός του ακινήτου και συγκεκριμένα σε δενδροφύτευση, τοποθέτηση παγκακιών, συστημάτων αυτόματου ποτίσματος και δημοτικού φωτισμού, κατασκευή διαδρόμων περιπάτου, καθώς και περίφραξη, σύμφωνα με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ως πλατεία.
Ο εναγόμενος ... προέβη σε όλες αυτές τις πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πέραν της 20ετίας μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το έτος 2014, ήτοι από το έτος 1970, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τους ενάγοντες, οι οποίοι ούτε δήλωναν τα ακίνητα στην Εφορία, ούτε ποτέ διεκδίκησαν τις αποζημιώσεις, είτε από τις απαλλοτριώσεις των ενδίκων ακινήτων είτε από τη χρήση του ακινήτου για τη στέγαση των σεισμοπλήκτων, ούτε στράφηκαν κατά του εναγομένου, αξιώνοντας την κυριότητά τους επ' αυτών σε προγενέστερο χρόνο".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την εκτίμηση των παραπάνω πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
5. Από την παραδεκτή επισκόπηση, εξάλλου, της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν κατέστη κοινόχρηστος χώρος, βάσει του άρθρου 28 του νόμου 1337/1983 και δεν περιήλθε, ως τέτοιος χώρος, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, διότι, όπως προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, "δεν αφέθηκε στην κοινή χρήση από τους ιδιοκτήτες του", όπως το παραπάνω άρθρο απαιτεί, αλλά, αντίθετα, οι τελευταίοι το είχαν, με την κατωτέρω σειρά, στη διανοία κυρίου νομή τους, από τις 23-2-1946 τουλάχιστον, συνεχώς μέχρι και το έτος 2005, που καταλήφθηκε παράνομα από τον αναιρεσείοντα, ήτοι ο Α. Τ. μέχρι το θάνατό του το έτος 1967 και, εν συνεχεία, ο υιός του Π. Τ. μέχρι το έτος 2005, που αποβλήθηκε από τη νομή του από τον αναιρεσείοντα, καλλιεργώντας το στην αρχή και επιτηρώντας το στη συνέχεια.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 28 του νόμου 1337/1983, διότι "η πλήρης ανοικοδόμηση - αστικοποίηση της περιοχής μετά την 10ετία του 1960, ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ως πλατεία το έτος 1970, η διατήρηση του χώρου αυτού αδόμητου, η αξιοποίησή του ως πλατεία από τον ..., με την ανοχή όλων των "φερομένων μεγαλοϊδιοκτητών", μεταξύ αυτών και των προκατόχων των εναγόντων, οι οποίοι πώλησαν όλη την ευρύτερη περιοχή, αφήνοντας την κοινόχρηστη πλατεία για την αξιοποίηση και των οικοπέδων που πωλούσαν, χωρίς ποτέ για 45 τουλάχιστον χρόνια να τον διεκδικήσουν ή να αμφισβητήσουν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα αυτού, αποτελούν την πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρόν κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την εκτίμηση των παραπάνω πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
6. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους λόγους αναίρεσης, ώστε, όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους αναιρετικούς λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν από αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, ενόψει και της νομικής σκέψης που εκτίθεται στην παρ. 4 της απόφασης αυτής, οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 306/2018). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή, από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).
Συνεπώς, οι αναιρετικές πλημμέλειες για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες αφενός και για παντελή έλλειψη αιτιολογίας αφετέρου αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού αντιφατική ή ανεπαρκής μπορεί να είναι μόνο η υπαρκτή και όχι και η ανύπαρκτη, επειδή λείπει παντελώς, αιτιολογία. Αντιφάσκουν, επίσης, μεταξύ τους οι αναιρετικές πλημμέλειες για αντιφατικές αφενός και για ανεπαρκείς αφετέρου αιτιολογίες, αφού αντιφατικές μπορούν να είναι μόνο οι επαρκείς και όχι και οι ελλιπείς αιτιολογίες.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί "είναι αναιτιολόγητη εντελώς, αντιφατική και με ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά το πως κατέληξε, ότι ο προκάτοχος των εναγόντων Π. Τ....απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία (η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει έκτακτη χρησικτησία) δεχόμενη ότι το καλλιεργούσε και μετά την αστικοποίησή του το επόπτευε...δεν αναφέρει ποιές πράξεις εποπτείας ασκούσε, μέχρι πότε το καλλιεργούσε...αφού η ευρύτερη περιοχή του επιδίκου και αυτό (επίδικο) εμφανίζεται αδόμητη, αναξιοποίητη και αδιαμόρφωτη έκταση...αντίθετα όλες τις πραγματικές εμφανείς υλικές πράξεις που άσκησε ο ...
τουλάχιστον από το 1970, της εποπτείας, της φροντίδας, του καθαρισμού, της δημιουργίας του οικισμού για τη στέγαση των σεισμοπλήκτων, δεν έγιναν, απεφάνθη η προσβαλλόμενη, με διάνοια κυρίου...είναι σαφές, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη, άλλως οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς". Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αντιφατικότητας των προβαλλόμενων πλημμελειών για έλλειψη, αντίφαση και ανεπάρκεια των αιτιολογιών, αφετέρου δε διότι, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου του, πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των ανωτέρω γεγονότων από το Εφετείο.
Επίσης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αόριστος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται, γιατί η κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο, που αφορά η προβαλλόμενη πλημμέλεια, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, συνιστά ζήτημα, κατά την παραπάνω έννοια του νόμου, ενόψει του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η κύρια βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων για κτήση της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, με κληρονομική διαδοχή, αφετέρου δε διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του νόμου 3463/2006, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2018 αίτηση του ..., για αναίρεση της 1768/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ