37/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated37/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ.... 30.3.2017, .../ 30.3.2017 και ...30.3.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Γ.Μ., ακριβές αντίγραφο της από 22.6.2016 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους.
Full text
Απόφαση 37 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 37/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Σ. χας Ε. Χ., το γένος Θ. Σ., 2Θ.-Μ. θυγ. Ε. Χ., 3.Α. θυγ. Ε. Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Τζωρτζάτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 4.Ι. Χ. του Ξ., κατοίκου ..., 5.Δ. - Κ. Χ. του Ξ., 6.Ι. χήρας Ξ. Χ., το γένος γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημοσθένη Δημοσθένους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,
Των αναιρεσίβλητων:1. Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4041/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 5417/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 22-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ.... 30.3.2017, .../ 30.3.2017 και ...30.3.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Γ.Μ., ακριβές αντίγραφο της από 22.6.2016 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους.
Συνεπώς εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν, κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών.
Επειδή κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Νικήσας διάδικος είναι ο ενάγων του οποίου έγιναν δεκτές οι αιτήσεις, με βάση το τυπικό κριτήριο ή ο εναγόμενος επί απόρριψης των αγωγικών αιτημάτων. Ο νικήσας διάδικος ασκεί αναίρεση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του.
Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για το νικήσαντα διάδικο, συνέπειες, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ’ εαυτής προσόντα διατακτικού, κατ’ άρθρο 578 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 41/2016).
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 11γ του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος, αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα του οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτησή τους αποτελεί η ουσιαστική έρευνα της διαφοράς ήτοι ιδρύονται όταν το δικαστήριο έχει αποφανθεί επί της ουσίας της αγωγής και γενικότερα επί του αυτοτελούς ισχυρισμού με βάση όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ οι λόγοι αυτοί είναι άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου αλυσιτελείς, όταν το ουσία βάσιμο της αγωγής είναι αποτέλεσμα της παρέχουσας από το νόμο, ήτοι από το άρθρο 352 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη ομολογίας, όπως είναι και η πλασματική ομολογία, που κατά τεκμήριο συνάγεται, κατά το άρθρο 271 παρ.3 ΚΠολΔ, από την ερημοδικία του εναγομένου.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.β’ του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής κύρια ή επικουρικές και τα προς θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων περιστατικά.
Στην ένδικη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα, ως προς την από 28.10.2013 αγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων επί απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους και της δικαιουμένης, για καθένα από αυτούς αντίστοιχης ποσοστιαίας και παρακατεθείσας από το υπέρου η απαλλοτρίωση "...
ΑΕ" αποζημιώσεως, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νομικά αβάσιμη. "Στην προκειμένη περίπτωση με την απευθυνόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 28.10.2013 (με αριθμό καταθ..../2013) αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες α)Σ. χήρα Ε. Χ., )Θ. - Μ. Ε. και Σ.
Χ., )Α. Ε. και Σ. Χ., δ)Ι. Χ. του Ξ. και Ι., ε)Δ. Κ. Χ. του Ξ. και Ι., και στ) Ι. χήρα Ξ. Χ., εξέθεταν κατ’ εκτίμηση του δικογράφου τους , ότι με τη 1054127/5350/0010 Κοινή Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που νόμιμα δημοσιεύθηκε, κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την εκτέλεση ειδικών έργων του Μετρό Αθηνών, αναγκαστική απαλλοτρίωση συνολικής εκτάσεως 14.795,23τ.μ που βρίσκεται στην περιοχή του ... - Αττικής, όπως αποτυπώνεται στο από Ιανουαρίου 2002 (με αριθμό ...) κτηματολογικό διάγραμμα και στο από 11-2-2004 διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα, ως προς τις ιδιοκτησίες ...
και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (με αριθμό ... ), όπως μερικώς ανασυντάχθηκε ως προς τις παραπάνω ιδιοκτησίες, τα οποία έχουν συντάξει οι μηχανικοί Μ. Ν. και Ι. Γ.. Ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών, που κατά τα ως άνω απαλλοτριώθηκαν, είναι και η με αριθμό ... ιδιοκτησία (αγροτεμάχιο), εμβαδού 237,80 τ.μ. η οποία εμφανίζεται με τα στοιχεία ...
στο με αριθμό ... από 11.2.2004 ως άνω διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα, που επαρκώς περιγράφουν, και ότι για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσής της η "... ΑΕ" κατέβαλε την καθορισθείσα με την 8366/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αποζημίωση των 71.340 Ευρώ, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και εκδόθηκε το .../23.9.2004 γραμμάτιο παρακατάθεσης.
Ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο είχε περιέλθει στη νομή και κατοχή του Ι. Χ. του Ξ. και της Κ. πεθερού της πρώτης και έκτης από τους ενάγοντες και παππού των υπολοίπων, με αγορά, από τον αληθή κύριο τούτου Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και Κλιναμαξών, ως τμήμα μείζονος εδαφικής εκτάσεως, δυνάμει του .../21.11.1963 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Κ.. Ότι ο Ι. Χ., πέθανε στις 13.5.1986, χωρίς να αφήσει διαθήκη και ότι από το έτος 1963 είχε εγκατασταθεί στη νομή του ως άνω ακινήτου, έκτοτε δε και μέχρι τον επισυμβάντα χρόνο του θανάτου του ασκούσε σ’ αυτό, συνεχώς και αδιαλείπτως, τις αναφερόμενες στην αγωγή εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής. Ότι μετά το θάνατο του και μέχρι τον ως άνω χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (23.9.2004) εξακολούθησαν να νέμονται τούτο οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος του Θ.
χήρα Ι. Χ. το γένος Ι. Δ., που πέθανε στις 5.2.2005 και τα τέκνα του Ε. Χ. και Ξ. Χ., που πέθαναν στις 9.2.2005 και 1.7.2013, αντίστοιχα, κατά το κληρονομικό του μερίδιο ο καθένας, ασκώντας τις ίδιες με τον δικαιοπάροχο τους διακατοχικές πράξεις νομής.
Περαιτέρω, εξέθεταν ότι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι Γ., Κ. και Σ. Κ. του Δ. και Ε., αμφισβητούν ότι αυτοί (ενάγοντες) είναι δικαιούχοι της πιο πάνω αποζημίωσης, καθόσον αμφισβητούν ότι οι δικαιοπάροχοι τους Θ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ι. Δ., Ε. και Ξ. Χ. είχαν γίνει συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, με τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο, (έκτακτη χρησικτησία), με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου του δικαιοπαρόχου τους Ι.
Χ. (1963-1986). Ζήτησαν, λοιπόν, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατ’ εκτίμηση του αγωγικού αιτήματος, αφού αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου, κατά το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, οι δικαιοπάροχοί τους Θ. χήρα Ι. Χ., Ε. Χ. του Ι. και Ξ. Χ. του Ι., στη συνέχεια να αναγνωριστούν αυτοί (ενάγοντες) συνδικαιούχοι της επίμαχης αποζημίωσης και ειδικότερα η πρώτη κατά ποσοστό 3,1250% ή 2/8 των 2/16 εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη κατά ποσοστό 42,1875% (37,50 % + 4,6875%) ή 6/16 + 3/8 των 2/16 εξ αδιαιρέτου, η τρίτη, κατά ποσοστό 4,6875% ή 3/8 των 2/16 εξ αδιαιρέτου, ο τέταρτος κατά ποσοστό 23,4375% (18,75% + 4,6875%) ή 3/16 + 3/8 των 2/16 εξ αδιαιρέτου, ο πέμπτος κατά ποσοστό 23,4375% (18,75% + 4,6875%) ή 3/16 + 3/8 των 2/16 εξ αδιαιρέτου και η έκτη, κατά ποσοστό 3,1250% ή 2/8 των 2/16 εξ αδιαιρέτου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την κρινόμενη έφεση, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητούν αυτή να γίνει αυτή η δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους.
Ενόψει, του ότι η επικαλούμενη στο αγωγικό δικόγραφο 8839/1994 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 8.1.1994 (με αριθμό, κατάθ. .../1994) αγωγής που άσκησαν οι Θ. χήρα Ι. Χ., η Θ. - Μ. θυγ. Ε. Χ. (δεύτερη ενάγουσα), ο Ι. Χ. του Ξ. (τέταρτος ενάγων) και ο Δ. - Κ. Χ. του Ξ. (πέμπτος ενάγων) κατά του "Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων και Συνταξιούχων και Κλιναμαξών", με βάση την οποία αυτοί αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 4/16, 6/16, 3/16 και 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας αντίστοιχα, δεν παράγει στην κρινόμενη υπόθεση δεδικασμένο κατά τούτο, καθόσον δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ταυτότητα προσώπων) κατ’ άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό, που αναλογεί σε καθένα από τους ενάγοντες επί του ποσού της επίμαχης αποζημίωσης, ανέρχεται με’ βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή σε ποσοστό 12,5% ή 2/16 εξ αδιαιρέτου για την πρώτη ενάγουσα, 18,75% ή 3/16 εξ αδιαιρέτου για την δεύτερη ενάγουσα, 18,75% ή 3/16 εξ αδιαιρέτου για την τρίτη ενάγουσα, 18,75% ή 3/16 εξ αδιαιρέτου για τον τέταρτο ενάγοντα, 18,75% ή 3/16 εξ αδιαιρέτου για τον πέμπτο ενάγοντα και 12,5% ή 2/16 εξ αδιαιρέτου για την έκτη ενάγουσα.
Τούτο διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή από το χρόνο θανάτου (1986) του Ι. Χ. του Ξ. και της Κ. μέχρι και το χρόνο συντέλεσης της επίμαχης απαλλοτρίωσης (2004) δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της δεύτερης, του τέταρτου και του πέμπτου των εναγόντων ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (20ετία), ούτε, άλλωστε, οι τελευταίοι, για να δικαιολογήσουν το ζητούμενο με την αγωγή ως άνω μεγαλύτερο ποσοστό, μπορούν να συνυπολογίσουν στο δικό τους χρόνο νομής εκείνο του παππού τους Ι.
Χ., αφού δεν επικαλούνται ότι η νομή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μεταβιβάσθηκε σε αυτούς, κατά το επί πλέον ποσοστό, με παράγωγο τρόπο, καθολική ή ειδική διαδοχή (ΑΚ 1051), αλλά αρκούνται στην επίκληση της πιο πάνω 8839/1994 απόφασης, που, όπως προεκτέθηκε, δεν παράγει δεδικασμένο για την παρούσα δίκη. Μετά ταύτα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ως προς μεν τους πρώτη, τρίτη και έκτη των εναγόντων για το αιτούμενο μικρότερο ποσοστό εξ αδιαιρέτου και ως προς τους δεύτερη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων για το αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο ποσoστό στο εξ αδιαιρέτου, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 1045, 1051 ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δ και στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα (νομική) σκέψη, κατά το χρόνο συντέλεσης της επίμαχης απαλλοτρίωσης (23.9.2004), με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων α) απώτερης, Θ.
χήρας Ι. Χ. το γένος Δ., β) άμεσων 1) Ε. Χ. του Ι. και Θ. και 2) Ξ. Χ. του Ι. και Θ. ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογίζοντας στο δικό τους χρόνο νομής (1986-2004) εκείνο του δικαιοπαρόχου τους Ι. Χ. του Ξ. και της Κ. (1963 - 1986). Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που, με την προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση, έκρινε νομικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή και την απέρριψε για το λόγο αυτό, δεχόμενο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ" αυτήν "οι ενάγοντες δεν μπορούν να συνυπολογίσουν στο χρόνο της δικής τους νομής και της νομής των άμεσων δικαιοπαρόχων τους το χρόνο νομής του απώτερου καθολικού δικαιοπαρόχου τους Ι.
Χ. του Ξ. και της Κ., καθόσον, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή ο τελευταίος είχε ήδη καταστεί, κατά το χρόνο του θανάτου του (13.5.1986), κύριος του επίδικου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως συμπληρώσας εικοσαετή νομή στο επίδικο από το χρόνο σύνταξης του .../21.11.1963 προσυμφώνου, οπότε και εγκαταστάθηκε στη νομή του" εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 983 του ΑΚ ,δεκτού γενομένου, ως βάσιμου, του σχετικού λόγου της έφεσης.
Μετά απ’ αυτό πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, εφ όσον για το παραδεκτό της αγωγής, αυτή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στις 11.11.2013 στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, του Κτηματολογικού ...
με αριθμό ..., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 περ. 1β και 5 του ν. 2664/1998 και 220 Κ.Πολ.Δ (σχετ. το .../11.1.2013 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού ...).
Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπάγγελτα και για τα γεγονότα που περιέχονται στο δικόγραφο της επιτρέπεται η ομολογία. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, διότι εφόσον οι εναγόμενοι ερημοδικούν, αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο της, δεδομένου ότι θεωρούνται ως ομολογημένοι εκ μέρους των ερημοδικαζομένων εναγομένων (άρθρα 352, 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η αγωγή ως προς την πρώτη, την Τρίτη και την έκτη των εναγουσών - αναιρεσειουσών έχει γίνει δεκτή, αφού αυτές αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της παρακατατεθείσας για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους αποζημίωση, για το αιτηθέν, από καθεμιά τους, με την αγωγή ποσοστό.
Αυτές ασκούν αναίρεση, χωρίς να επικαλούνται το απαιτούμενο για τη νομιμοποίησή τους, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ άμεσο και ατομικό έννομο συμφέρον, ενώ εσφαλμένα υπολαμβάνουν, ότι κατά παραβίαση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να τις αναγνωρίσει δικαιούχους σε ποσοστό μεγαλύτερο του αιτηθέντος, το οποίο κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση του ιστορικού της αγωγής, που κρίθηκε ως νομικά βάσιμο και ομολογημένο, δικαιούνται.
Ενόψει τούτων και κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η αναίρεση ως προς τις εν λόγω αναιρεσείουσες, ήτοι την πρώτη, την τρίτη και την έκτη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω η αναίρεση ως προς τους λοιπούς ενάγονες αναιρεσείοντες, που ως εν μέρει ηττηθέντες νομιμοποιούνται στην άσκησή της (αρθρ.556 παρ.1 ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 3 και 552 επ.
ΚΠολΔ και γι’ ατό είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ.571 και 577 ΚΠολΔ). Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης προκύπτει ότι η αγωγή ως προς τους προαναφερθέντες δεύτερη, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων αναιρεσειόντων έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως νομικά βάσιμη και δή κατά ποσοστό 18,75% για τον καθένα τους επί της προαναφερθείσας αποζημιώσεως και κατά το μέρος αυτό έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, λόγω πλασματικής και παρέχουσας πλήρη απόδειξη ομολογίας, ήτοι λόγω του συναγομένου από την ερημοδικία των εναγομένων τεκμηρίου της ομολογίας των περιεχομένων στην αγωγή πραγματικών ισχυρισμών των εν λόγω εναγόντων και της μη αναφοράς στο περιεχόμενο της κατά ένα μέρος κριθείσας ως νομικά βάσιμης αγωγής γεγονότων για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία.
Ενόψει της πλασματικής αυτής κατά το άρθρο 271 παρ.3 ΚΠολΔ ομολογίας, που παρέχει πλήρη απόδειξη και είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, δεν χρειαζόταν ούτε αιτιολογία της ομολογίας και αποδοχής της αγωγής (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη), ούτε προσφυγή σε αποδεικτικά μέσα μικρότερης από την ομολογία αποδεικτικής αξίας και για το λόγο αυτό οι από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος και κατά τις αιτιάσεις του από τη διάταξη του αριθμού 11γ του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.
Περαιτέρω οι από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.β’ του ίδιου άρθρου αιτιάσεις του ίδιου δεύτερου μέρους του πρώτου λόγου κατά τις οποίες δεν λήφθηκε υπόψη η από παράγωγο τρόπο βάση της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας από τους ενάγοντες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αυτή δεν είχε βάση από παράγωγο τρόπο, παρά μόνο από χρησικτησία.
Εξάλλου η μη αναγνώριση δικαιούχων επί ποσοστού 32,8125% της παρακατεθείσας αποζημιώσεως οφείλεται στο ότι η πρώτη, η τρίτη και η έκτη από τις ενάγουσες - αναιρεσείουσες ζήτησαν (άρθρο 106 ΚΠολΔ) μικρότερο ποσοστό αποζημιώσεως από το δικαιούμενο και δη η πρώτη και έκτη ποσοστό μικρότερο κατά 9,375% η καθεμία και η τρίτη κατά 14,0625% (12,5% - 3,1250% = 9,375 + 9,375 + 18,75% - 4,6875% = 14,0625 = 32,8125) με αποτέλεσμα η συνολικά αναγνωσθείσα ποσοστιαία αποζημίωση να περιορίζεται στο 67,1875% της οφειλομένης.
Ήτοι η μη λήψη του 100% της αποζημιώσεως δεν προκλήθηκε από σφάλμα της προσβαλλομένης. Ενόψει τούτων η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ δικαστικά έξοδα ως εκ της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.6.2016 αίτηση των Σ. χας Ε. Χ., το γένος Θ. Σ. κ.λπ. κατά των Γ. Κ. του Δ. κ.λπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ.5417/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ