37/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 37 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 37/2016
Legislator headnote
AI generated37/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 37 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 37/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 37 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 37/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την αρχική επωνυμία "... ." και τη νέα επωνυμία - κατόπιν τροποποίησης "... " που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νίκο Γεωργαλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2005 αγωγή, της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 23-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι "δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό" Η κήρυξη .έκτασης ως αναδασωτέας επιβάλλεται υποχρεωτικώς με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, με σκοπό να ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσος ή δασικής έκτασης, τον οποίο απώλεσε για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της έκτασης ως δημόσιας ή ιδιωτικής. Πρόκειται για διαδικασία αποκατάστασης ή ανάκτησης φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε δηλαδή του δασικού οικοσυστήματος. Έτσι η αναδάσωση αποτελεί θεμιτό περιορισμό της ιδιοκτησίας, ο οποίος επιβάλλεται κατά συνταγματική επιταγή και δεν προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 4.390 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "... " του Δημοτικού Διαμερίσματος Θεολόγου του Δήμου Θάσου και συνορεύει βορειοανατολικά με ζώνη ασφαλείας επαρχιακής παραλιακής οδού νήσου Θάσου και με ακίνητο ιδιοκτησίας της εταιρίας "... ." επί τεθλασμένης πλευράς με στοιχεία Δ-Ο-Ξ-Ν μήκους 94,00 μέτρων, βορειοδυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας αδελφών Τ. επί τεθλασμένης πλευράς με στοιχεία Β-Γ-Δ μήκους 133,40 μέτρων, νοτιανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω εταιρίας ("... .") επί πλευράς με στοιχεία Λ-Μ-Ν μήκους 80,50 μέτρων και νοτιοδυτικά επίσης με ακίνητο ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω εταιρίας ("... .") επί τεθλασμένης πλευράς με στοιχεία Β-Α-Λ μήκους 46,00 μέτρων, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο υπ' αριθμ. ... /5-3-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θάσου Κωνσταντίνου Καπόλλα, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Τ. . Το ως άνω ακίνητο μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα με αιτία την πώληση, με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... /5-3-1992 συμβόλαιο, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί ..., από τους Α. χήρα Ν. Β., Β. Β. του Ν. και Ε. Β. του Ν., εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 24-4-1987, Ν. Β. , συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, δυνάμει των υπ' αριθμ. ... /20-8-1987 και ... /13-11-1990 δηλώσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου Θάσου Κωνσταντίνου Καπόλλα, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί ... Το επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως και συγκεκριμένα της συνολικής ιδιοκτησίας του απωτέρου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Ν. Β. , στον …. Από τους προσκομιζόμενους τίτλους ιδιοκτησίας αποδεικνύεται ότι περιήλθαν κατά κυριότητα στον ανωτέρω, κατά χρονολογική, σειρά: 1) με το υπ' αριθμ. …/3-7-1929 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του εκτελούντος και καθήκοντα συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Θάσου, Χρήστου Σκιαδά, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 60 και με α/α 17, "ένας αγρός χέρσος εκτάσεως 10 στρεμμάτων περίπου ή όσης εκτάσεως επί πλέον ή, έλαττον και αν είναι, στην αγροτική θέση ... οριζόμενος προς νότο με παραλία, προς ανατολάς με χέρσο αγρό Ε. Σ., προς βορρά με δασική έκταση και προς δυσμάς με λάκκο …", 2) με το υπ' αριθμ. ... /3-7-1929 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω Ειρηνοδίκη, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 60 και με α/α 18, "ένας αγρός εκτάσεως εννέα περίπου στρεμμάτων κείμενος στη θέση ... οριζόμενος προς ανατολάς με ελαιόκτημα Β. Σ. , προς νότο με παραλία, προς δυσμάς με χέρσο αγρό κληρονόμων Ν. Χ. και προς βορρά με δασική έκταση", 3) με το υπ' αριθμ. ... /3-9-1930 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω Ειρηνοδίκη, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και με α/α…, "ένας χέρσος αγρός εκτάσεως 8 στρεμμάτων, κείμενος στη θέση ... περιφέρειας Ποτού Κοινότητας Θεολόγου, οριζόμενος γύρωθεν με λάκκο, παραλία, αγρό αγοραστού και προς βορρά με αγρό Κ. Μ. " και 4) με το υπ' αριθμ. 28442/2105/15-7-1931 παραχωρητήριο της Γενικής Διοίκησης Θράκης (Διεύθυνση Δασών), το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … και με α/α …, "κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα" έκταση 25 στρεμμάτων, κείμενη στη θέση …της περιφέρειας Θεολόγου Θάσου, με όρια "βορειοανατολικούς με δημόσια δασική έκταση ως βαίνει ο δρόμος ... , νοτιοδυτικώς με θάλασσα, βορειοδυτικώς με χάνδακα, νοτιοανατολικώς με χέρσους εκτάσεις διαφιλονικούμενους υπό κατοίκων του Θεολόγου". Η παραχώρηση αυτή έγινε υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 180 επ. του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 50-58 του Ν.4687/1930, ήτοι με σύσταση της επιτροπής του άρθρου 50 του Ν.4687/1930, εκποίηση με διενέργεια πλειοδοτικής δημοπρασίας και καταβολή, του ορισθέντος τιμήματος, το εν λόγω δε παραχωρητήριο δεν έχει ανακληθεί. Ο Ν. Β. , το έτος 1931 περιέφραξε τις άνω εκτάσεις ως ενιαίο ακίνητο, το οποίο συνόρευε βορειοανατολικά με την επαρχιακή οδό ... , βορειοδυτικά με ρέμα (ή χάνδακα, όπως αναφέρεται), νοτιοδυτικά με παραλία και νοτιοανατολικά με άλλους ιδιοκτήτες, επ' αυτού δε έκτοτε έως και το χρόνο του θανάτου του (24-4-1987), ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής. Ειδικότερα, φύτευσε πεύκα, καλλιεργούσε καλλωπιστικά φυτά και οπωροφόρα δένδρα, στη δε παραχωρηθείσα με τον τελευταίο τίτλο έκταση κατασκεύασε πηγάδι, υδατοδεξαμενή και αρδευτικό δίκτυο και το έτος 1932 ανήγειρε αγροικία, στην οποία διέμενε με την οικογένεια του κατά τη διάρκεια του θέρους. Τα ανωτέρω, κατασκευή περίφραξης, φύτευση πεύκων, καλλιέργεια φυτών και δένδρων, κατασκευή αγροικίας και κτισμάτων, διαμονή κατά τη διάρκεια του θέρους, αποδεικνύονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (μάρτυρες και έγγραφα). (Ακολουθεί το περιεχόμενο των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων). Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στο υπ' αριθμ. 28442/2105/15-7-1931 παραχωρητήριο της Γενικής Διοίκησης Θράκης, δυνάμει του οποίου ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Ν. Β. , απέκτησε την κυριότητα της αναφερόμενης σ' αυτό μεγαλύτερης εκτάσεως των 25 στρεμμάτων. Έκτοτε, ο ανωτέρω νεμόταν συνεχώς το επίδικο, έως το έτος 1987, που απεβίωσε, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανέναν το εμπράγματο δικαίωμα του επ' αυτού. Μετά το θάνατο του, οι κληρονόμοι του αποδέχθηκαν την κληρονομιά του και κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου, νέμονταν δε συνεχώς αυτό έως το χρόνο της μεταβίβασης στην ενάγουσα το έτος 1992 χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανέναν το εμπράγματο δικαίωμα τους. Εφόσον, τόσον ο απώτατος, όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου και η τελευταία απέκτησε κυριότητα επ' αυτού με παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, με το υπ' αριθμ. 2/2-12-1998 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Θάσου διατάχθηκε η αποβολή της εκ των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας Ε. συζ. Δ. Β. θυγ. Ν. Β. , από έκταση 4.231,98 τ.μ. του επιδίκου, με την αιτιολογία ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 2-12-1998 προέβη στην εκχέρσωση δημόσιας δασικής εκτάσεως και στη συνέχεια στην περίφραξη της με δικτυωτό σύρμα και σιδηροπασσάλους, με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής, νομής και κυριότητας επί της άνω εκτάσεως. Κατά του ως άνω πρωτοκόλλου άσκησαν η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι ανακοπή αιτούμενοι την ακύρωση του, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 63/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θάσου, με την αιτιολογία ότι δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση ανακοπής, η μεν αποβληθείσα, Ε. συζ. Δ. Β. θυγ. Ν. Β. , διότι δεν προέβαλλε δικαίωμα κυριότητας επί της άνω εκτάσεως, οι δε λοιποί διότι δεν είχε διαταχθεί η αποβολή τους. Τα ίδια δέχθηκε και το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1902/2004 απόφαση του, κρίνοντας επί της ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θάσου ... Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναφέρεται με λόγο εφέσεως, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα ευρύτερης δασικής εκτάσεως 113.557,982 στρεμμάτων, η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα με την υπ' αριθμ. 198308/29-11-1985 απόφαση του Νομάρχη Καβάλας, κατά της οποίας η ενάγουσα ή οι δικαιοπάροχοι της ή τρίτος δεν άσκησε εμπροθέσμως αίτηση ακυρώσεως, με αποτέλεσμα η ως άνω διοικητική πράξη να καταστεί απρόσβλητη, είναι απορριπτέος, επίσης, ως αλυσιτελής, καθόσον το γεγονός αυτό εν προκειμένω είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού σε περίπτωση κηρύξεως αναδασώσεως δεν καταλύεται το δικαίωμα κυριότητας, αλλά συνιστάται νόμιμος περιορισμός (της κυριότητας) υπό την έννοια ότι η αναδασωτέα έκταση δεν μπορεί να διατεθεί για άλλο προορισμό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο, ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, επικυρώνοντας την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, δεχόμενο ειδικότερα ότι η κήρυξη ως αναδασωτέας μιας έκτασης, που είναι δημόσιο ή ιδιωτικό δάσος ή δασική συνιστά νόμιμο περιορισμό της κυριότητας, με την έννοια ότι ένα τέτοιο ακίνητο δεν μπορεί να διατεθεί για άλλο προορισμό και δεν καταλύει την κυριότητα τρίτου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία κυριότητα άλλωστε η αναιρεσίβλητη στην προκειμένη περίπτωση είχε αποκτήσει κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, που μεταγράφηκε νομοτύπως, έτσι ώστε δεν μπορεί πλέον το τελευταίο να αμφισβητήσει την κυριότητα τούτου, απορρίπτοντας ως αλυσιτελή το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι το επίδικο ως αναδασωτέα δασική έκταση ανήκει στην κυριότητά του μετά και την παράλειψη άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά της σχετικής διοικητικής πράξης από την αναιρεσίβλητη. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου Συνταγματικής διάταξης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3639/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 ΥΑ 134423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 303/2014 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ