Legislator Case Law & Legislation
37/2015 AI generated

37/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 37/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

37/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα δύο επικυρωμένα ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτά κλήση προς συζήτηση αυτής, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι νομίμως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, σε συνδυασμό με την εις την πρώτη σελίδα εκάστου των αντιγράφων τούτων επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Ι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 37 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 37/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., 3) Γ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., 4) Δ. Κ. του Ζ., κατοίκου ... και 5) Σ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. και 2) Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τούμπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 510/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6163/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 30-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 24-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 758/2013 αίτησης αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 6163/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 104, 568 § 4 και 576 §§ 1, 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η §3 του τελευταίου τούτου άρθρου ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 104 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 74 τ. Α'/20.3.2013) και καταλαμβάνει και την προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου έγερσης της αίτησης αναίρεσης, συνάγεται, ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον κατά τη συζήτηση αυτή οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων αυτός θεωρείται δικονομικώς απών και η συζήτηση - σε περίπτωση απλής ομοδικίας - κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως.

Δεν εφαρμόζεται δε ως προς τον κατά τα άνω δικονομικώς απόντα αναιρεσείοντα η διάταξη του άρθρου 576 § 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, και τούτο διότι διαφορετικά θα καταστρατηγείτο η διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως, ότι θα αποδειχθεί η ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1048/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ουδείς των αναιρεσειόντων εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο.

Από τα δύο επικυρωμένα ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτά κλήση προς συζήτηση αυτής, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι νομίμως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, σε συνδυασμό με την εις την πρώτη σελίδα εκάστου των αντιγράφων τούτων επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Ι.

Θ. Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ως άνω νομίμως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Όμως, δεν αποδεικνύεται, ότι οι αναιρεσείοντες, πλην του δεύτερου εξ αυτών Σ. Κ. του Ζ., είχαν χορηγήσει στον δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Παναγιώτου του Πέτρου, ο οποίος υπογράφει την προς την άνω δικαστική επιμελήτρια παραγγελία για επίδοση στους αναιρεσίβλητους ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για συζήτηση, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 9.5.2014, κατά την οποία αναβλήθηκε αυτή με επισημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για να επισπεύσει τη συζήτησή της.

Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει η συζήτηση της αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους θεωρούμενους δικονομικώς απόντες πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσειόντων Ζ. Κ. του Γ., Γ. Κ. του Ζ., Δ. Κ. του Ζ. και Σ. Κ. του Ζ., αντίστοιχα, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Σ.

Κ. του Ζ. και να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 § 1 Κ.Πολ.Δ.).-

ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Αντίστοιχα για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη που εφαρμόσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και επιπρόσθετα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1223/ 2008, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 45/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, α) διότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 § 1, 4 § 1, 5 και 13 Ν. 3741/1929, καθώς και του άρθρου 1 § 5 του Ν. 960/1979, "περί επιβολής υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτησιν των κτιρίων", όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 960/1979" και ένεκα τούτου "...η αναιρεσιβαλλομένη υπήγαγε τα πραγματικά γεγονότα τα αποδειχθέντα δια δημοσίων εγγράφων και μαρτύρων εις νομικούς κανόνες και διατάξεις ασχέτως με την επίδικη υπόθεση ή εν πάση περιπτώσει εις νομικούς κανόνες και διατάξεις που ερμήνευσε αστόχως, αυθαιρέτως και καθ' υποκειμενική κρίση με αποτέλεσμα να αχθεί εις την παραδοχή της εφέσεως και της αγωγής των αντιδίκων" (πρώτος λόγος) και β) για έλλειψη νόμιμης βάσης "διότι αι παρατεθείσαι αιτιολογίαι εις την αναιρεσιβαλλομένην με το δεδομένο ότι ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι νόμω βάσιμος, είναι ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στο ζήτημα εγκυρότητος των προσαχθέντων μετ' επικλήσεως συμβολαιογραφικών εγγράφων.

Συνεπεία δε και αυτής της πλημμέλειας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αύτη ήχθη εις την κρίσιν να δεχθεί την έφεσιν των αναιρεσιβλήτων και την αγωγήν τούτων" (δεύτερος λόγος). Στο αναιρετήριο όμως δεν εκτίθενται παντάπασι α) έστω και σύντομο ιστορικό της υπόθεσης, β) το κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων πραγματικό μέρος αυτής, γ) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει την φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.

Κατά συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναίρεσης αξιολογούνται ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι και απορριπτέοι.-

ΙΙΙ.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε και από τον σαν παρόντα δικαζόμενο δεύτερο των αναιρεσειόντων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1635034, 1635035 και 1635036, σειρά Α, παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 054101, 054102 και 054103, σειρά Α, παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., των εξήντα (60) ευρώ έκαστο, και γ) να καταδικασθεί ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Σ. Κ. του Ζ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24.10.2013 και με αριθμό κατάθεσης 758/2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6163/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ως προς τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσειόντων Ζ. Κ. του Γ., Γ. Κ. του Ζ., Δ. Κ. του Ζ. και Σ. Κ. του Ζ., αντίστοιχα.- Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Σ. Κ. του Ζ..

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τον προαναφερόμενο δεύτερο των αναιρεσειόντων.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε και από τον σαν παρόντα δικαζόμενο ως άνω δεύτερο των αναιρεσειόντων για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1635034, 1635035 και 1635036, σειρά Α, παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 054101, 054102 και 054103, σειρά Α, παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., των εξήντα (60) ευρώ έκαστο.- Και

Καταδικάζει τον προαναφερόμενο δεύτερο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ