Legislator Case Law & Legislation
37/2014 AI generated

37/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 37/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

37/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς παρά την απουσία του κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο θεωρείται και αυτός παρών. Επειδή κατά το άρθρο 63 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα". Κατά δε το άρθρο 64 παρ.1 και 2 εδ.α του ίδιου Κώδικα " όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπρόσωπους τους".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 37 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 37/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Π. Τ., το γένος Ι. Γ., 2) Κ. Τ. του Π., 3) Ε. Γ. του Κ., κατοίκων ..., και 4) Aνώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Λυμπεράκη, η 2η εκπροσωπήθηκε από την 1η και τον Πέτρο Τσάμη του Επαμεινώνδα, βάσει του με αρ. .../13-12-2011 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγαθής Κανατούρη, ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 28/11/2006 διεκδικητική αγωγή του ήδη 3ου αναιρεσίβλητου και τις από 15/3/2007 (με αρ. κατάθεσης: 2865/2007 και 2867/2007) πρόσθετες παρεμβάσεις της 4ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1138/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5251/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/2/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 22/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ162/2011, ΑΠ87/2011, ΑΠ274/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων, Ε. Γ., ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 5-10-2011 κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21-11-2012 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-10-2013).

Από την .../11-5-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, με τις προσαρτημένες σ' αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 5-10-2011) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια των ομοδίκων του πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων στον παραπάνω απόντα, τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς παρά την απουσία του κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο θεωρείται και αυτός παρών. Επειδή κατά το άρθρο 63 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα". Κατά δε το άρθρο 64 παρ.1 και 2 εδ.α του ίδιου Κώδικα " όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπρόσωπους τους".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, όποιος δε είναι ανίκανος εκπροσωπείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Μόνες περιπτώσεις που επιτρέπεται εκούσια αντιπροσώπευση κατά τη διεξαγωγή της δίκης είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 472 παρ.1 και 665 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν η μεν πρώτη ότι επί μικροδιαφορών, το διάδικο που δεν παρίσταται ο ίδιος, μπορούν να αντιπροσωπεύσουν και ο σύζυγος, οι ανιόντες και οι κατιόντες, οι συγγενείς δευτέρου βαθμού εξ' αίματος ή εξ' αγχιστείας και οι έμμισθοι υπάλληλοί του, η δε δεύτερη ότι επί εργατικών διαφορών οι εργαζόμενοι μπορούν να εκπροσωπηθούν από άλλο εργαζόμενο που ασκεί το ίδιο είδος επαγγέλματος και οι εργοδότες από υπάλληλό τους.

Αλλά, οι ειδικές ρυθμίσεις δεν θα ήταν αναγκαίες, αν ήταν γενικώς επιτρεπτή η διεξαγωγή δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο. Εξάλλου και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αρ.5, 259 παρ.2 και 310 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. ως πρόσωπα που μετέχουν στη δική, κατονομάζουν μόνον τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (επίτροπος, σύνδικος, διαχειριστής πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.

Δεν μπορούν δε να εφαρμοστούν αναλογικώς στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. ΑΚ περί εκουσίας αντιπροσώπευσης στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου ενόψει της κατά τα προαναφερόμενα πρόβλεψης σε ειδικές περιπτώσεις της εκουσίας αντιπροσώπευσης στο πεδίο του δικονομικού δικαίου και των άλλων σκοπών, που υπηρετούν οι παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Εξάλλου η εκουσία αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπόμενη ούτε με επίκληση της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο στο όνομα του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, παρεμβαλλόμενη, μόνον τη διέπουσα κάθε αρχή της οικονομίας πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον.

Συνακόλουθα δε συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο προς αναπλήρωση της ελλειπούσης ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο. Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ45/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά του πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως δεν εμφανίσθηκε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Κ. Τ., αλλά η πρώτη τούτων Α. Τ., καθώς και ο Π Τ., που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, χωρίς να συντρέχει λόγος νόμιμης αντιπροσώπευσής της, ως πληρεξούσιοι αυτής, με βάση το .../2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κανατούρη και δήλωσαν ότι διορίζουν για να την εκπροσωπήσει το δικηγόρο Δ.

Λυμπεράκη, με τον οποίο παραστάθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, ο οποίος και παραστάθηκε για λογαριασμό της (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων). Πλην όμως σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε η τελευταία δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει, αφού δε συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκουσίου αντιπροσώπου προς διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο για την αναπλήρωση της ελλείπουσας ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και συνεπώς θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απούσα.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη με την ομόδικό της πρώτη τούτων, επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-10-2011 οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 21-11-2012 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως αν και αυτή είναι παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο μετά την αναβολή για την εγκύρως επισπεύσασα τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο επέχει θέση κλήτευσης και δεν απαιτείται νέα κλήτευση κατ' αυτήν.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 2-3-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε με διάνοια κυρίου από το έτος 1980 και μέχρι 15-1-2006.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο ενάγων κατέλαβε το επίδικο ακίνητο κατά το 1997 (και όχι κατά το 1980 που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή) και κατά συνέπεια δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος για την έκτακτη χρησικτησία. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 10, 11, 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, εσφαλμένα κατέληξε στην ως άνω κρίση του, (ότι δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος χρησικτησίας), αφού από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (τοπογραφικά διαγράμματα, ένορκες βεβαιώσεις καθώς και αποδεικτικό πληρωμής τελών τηλεφώνου) και ειδικότερα από την 4595/14-5-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αποδείχθηκε ότι αυτός νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το 1980 και συνεπώς μέχρι την άσκηση της αγωγής του, ενώ δεν αποδείχθηκε και η νομή του επιδίκου εκ μέρους των αντιδίκων του, δεδομένου ότι οι αναφερόμενες από αυτούς δικαστικές ενέργειες και λοιπές πράξεις, όπως η αποστολή κατά το 1993 εξώδικης διαμαρτυρίας προς τον Δήμο Καλλιθέας, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει το επίδικο αδέσποτο, δεν δικαιολογούν την "αδιαφιλονίκητη κυριότητα", νομή και κατοχή στο επίδικο ακίνητο".

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, Ως αίτηση, κατά τη έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο της αίτησης που έμεινε αδίκαστη και ποια είναι η αίτηση αυτή. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστα αιτήματα της αγωγής του, χωρίς να διευκρινίζεται σ' αυτόν το περιεχόμενο των αιτημάτων αυτών και ποια είναι τα αιτήματα αυτά, Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 355 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διενέργεια ή όχι αυτοψίας σε κάποια δίκη, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ώστε η κρίση με την οποία δέχεται ή απορρίπτει σχετικό αίτημα δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει τα αιτήματα του αναιρεσείοντος, για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη διαπίστωση πράξεων νομής εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) στο επίδικο ακίνητο, χωρίς όμως ναδεχθεί ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπέπεσε σε κάποια από τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, και να ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ως άνω λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, η από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε τις ως άνω αιτήσεις του, χωρίς αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η υπό συζήτηση πλημμέλεια αφορά σε έλλειψη αιτιολογίας και εντεύθεν εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η αίτηση περί διεξαγωγής αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

Για τους λόγους αυτούς :

Απορρίπτει την από 19-02-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5251/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων των οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ