Legislator Case Law & Legislation
37/2011 AI generated

37/2011 · 37/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 37/2011
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 37 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 37/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και ΝικόλÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 37/2011

Απόφαση 37 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 37/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Bangue Nationale de Grece (France)", η οποία είχε έδρα στη Γαλλία και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AMUNDI ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" (πρώην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και νωρίτερα "ΕΡΜΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "AMUNDI ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Δ.Α.Κ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5661/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5976/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουλίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 17 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 21.7.2009 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της 5976/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το ΠΔ 433/1993 και τον Ν. 2214/1994 (και πριν την τροποποίηση τους με τους νόμους 3283/2004 και 3371/2005, που δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση), προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών οι οποίες μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρίες επενδύσεων, ήταν και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως από ανώνυμη εταιρία που συνιστάται για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 19 §§1,2 και 20 §§ 1 και 5 του ίδιου νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι τράπεζα. Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στον θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διαθέσεως των μεριδίων (ΑΠ 272/2008).

Σύμφωνα δε με τα άρθρα 21 και 22 του ίδιου νόμου (1969/1991) η αποδοχή αιτήσεως συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποφασίζεται από την Α.Ε. Διαχειρίσεως, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ο Κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου, που εγκρίνεται από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς, περιέχει τουλάχιστον: 1) Την ονομασία του αμοιβαίου κεφαλαίου και τις επωνυμίες της Α.Ε. Διαχειρίσεως και του θεματοφύλακα, 2) τον σκοπό του αμοιβαίου κεφαλαίου, από τον οποίο πρέπει να προκύπτουν οι επενδυτικοί και οικονομικοί στόχοι του αμοιβαίου κεφαλαίου, η επενδυτική του πολιτική και η πολιτική και μέθοδοι δανειοδοτήσεως του, 3) το είδος των κινητών αξιών, στις οποίες μπορεί να επενδύεται η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, 4) την τιμή των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου κατά τον χρόνο της συστάσεως του, 5) την προμήθεια που καταβάλλει ο μεριδιούχος στην Α.Ε. Διαχειρίσεως κατά τη διάθεση και εξαγορά μεριδίων, 6) τις αμοιβές που καταβάλλει το αμοιβαίο κεφάλαιο στην Α.Ε. Διαχειρίσεως και τον θεματοφύλακα, 7) τον χρόνο και τη διαδικασία διανομής στους μεριδιούχους των κερδών του αμοιβαίου κεφαλαίου, 8) μνεία της διάρκειας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ακόμη, από τον συνδυασμό των άρθρων 20 § 3 και 24 § 1 του Ν. 1969/1991, συνάγεται ότι το ενημερωτικό δελτίο για το αμοιβαίο κεφάλαιο, το οποίο παραδίδεται δωρεάν από την Α.Ε. Διαχειρίσεως σ' αυτόν που επιθυμεί να καταστεί μεριδιούχος πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, περιέχει τον Κανονισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου, επιπλέον δε σύμφωνα με το άρθρο 44 του παραπάνω νόμου, οι πρόσοδοι του αμοιβαίου κεφαλαίου από τόκους, μερίσματα και κέρδη διανέμονται ετησίως στους μεριδιούχους.

Σύμφωνα δε το άρθρο 13 του Κανονισμού που διέπει τα επίμαχα αμοιβαία κεφάλαια "Ερμής" που διαχειρίζεται η αναιρεσίβλητη η διαχειριστική χρήση του αμοιβαίου κεφαλαίου έχει τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους (§ 1). Στο τέλος δε κάθε διαχειριστικής χρήσεως η Α.Ε. Διαχειρίσεως (αναιρεσίβλητης) αποφασίζει για τα διανεμόμενα κέρδη του αμοιβαίου κεφαλαίου που προκύπτουν από μερίσματα, τόκους, τοκομερίδια κλπ. Η Α.Ε. Διαχειρίσεως θα δημοσιεύει στο τέλος κάθε χρήσεως σε μία ημερήσια πολιτική και σε μια ημερήσια οικονομική εφημερίδα των Αθηνών συνοπτική κατάσταση του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου, τον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως και τη διάθεση των κερδών καθώς και κάθε άλλη σημαντική πληροφορία που επιτρέπει στους επενδυτές να μορφώσουν γνώμη για τις δραστηριότητες του αμοιβαίου κεφαλαίου και τα αποτελέσματα του (§ 2). Κατά τον ίδιο δε Κανονισμό προβλεπόταν ότι η διανομή των κερδών θα γίνεται εντός τριών μηνών από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσεως και θα αναγγέλλεται με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο. Δικαίωμα εισπράξεως κερδών έχουν όσοι είναι κάτοχοι μεριδίων την τελευταία ημέρα της διαχειριστικής χρήσεως εντός της οποίας προέκυψαν τα κέρδη (§3).

Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19 § 7 και 48 § 6 (όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το αρθ. 13 παρ. 19 του Ν. 2533/1997) του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι οι τίτλοι μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου δύνανται να ενεχυρασθούν για εξασφάλιση απαιτήσεως, σύμφωνα με τους όρους των §§ 1 και 2 του άρθρου 3 του ΑΝ 1818/1951 και των άρθρων 1244 επ. ΑΚ. Η ενεχύραση αυτή ισχύει κατά της Α.Ε. Διαχειρίσεως, αφότου αυτή ανακοινωθεί στην τελευταία από τον ενεχυρούχο δανειστή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1221 ΑΚ επί ενεχυράσεως κινητού πράγματος επιτρέπεται να συμφωνηθεί να παίρνει ο δανειστής τα ωφελήματα του πράγματος. Αν το πράγμα είναι από τη φύση του καρποφόρο, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής θεωρείται ότι έχει αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1222 του ΑΚ αν ο δανειστής έχει δικαίωμα να παίρνει τα ωφελήματα, οφείλει επιμέλεια για την παραγωγή και την είσπραξη τους. Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων και εκείνων των άρθρων 361, 455, 960, 1247, 1248, 1249 και 1254 του ΑΚ προκύπτει ότι από της ανακοίνωσης από τον ενεχυρούχο δανειστή προς την διαχειρίστρια ανώνυμη εταιρεία της ενεχύρασης των τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με την πρόσθετη συμφωνία να εισπράττει ο ενεχυρούχος δανειστής και τα προκύπτοντα κέρδη των ενεχυρασθέντων τίτλων, επέρχεται εκ του νόμου εκχώρηση προς τον ενεχυρούχο δανειστή της ενεχυρασθείσας απαίτησης, αλλά και εκείνης για τα μελλοντικά κέρδη των ενεχυρασθέντων τίτλων, καίτοι τα τελευταία ως μέλλουσα απαίτηση τελούν υπό την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της εκκαθάρισης τους, έκτοτε δε αποκόπτεται κάθε δεσμός του ενεχυραστή οφειλέτη με την ενεχυρασθείσα απαίτηση και τα ωφελήματά της, τα οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκαν, δεν μπορεί ούτε να τα εισπράξει ούτε να τα μεταβιβάσει περαιτέρω ο ενεχυράσας οφειλέτης, γιατί με την ανακοίνωση της εκχώρησης αποξενώνεται από την απαίτηση και δεν μπορεί να αναμειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο σ' αυτήν. Τέλος, ναι μεν η εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας παραβίαση της εκ του άρθρου 1222 του ΑΚ υποχρέωσής της να επιδείξει την οφειλόμενη επιμέλεια στην είσπραξη των ωφελημάτων του ενεχυρασθέντος πράγματος ιδρύει υποχρέωση αποζημίωσης του ενεχυράσαντος οφειλέτη εφόσον αυτός υπέστη οποιαδήποτε ζημία από την αμελή αυτή συμπεριφορά, χωρίς όμως συγχρόνως να επέρχεται αναμεταβίβαση της αξίωσης από τα απαιτητά ωφελήματα στο πρόσωπο του ενεχυράσαντος οφειλέτη. Ειδικότερα δε, στην περίπτωση που δεν προέβαινε η ενεχυρούχος δανείστρια σε δήλωση εισπράξεως των κερδών της χρήσεως που αναλογούσαν στα ενεχυρασθέντα μερίδια, εντός της προθεσμίας που έθεσε η διαχειρίστρια με τη δημοσιευθείσα πρόσκληση της, σε εφαρμογή της προαναφερθείσας ρύθμισης του κανονισμού της, τότε αυτή ως διαχειρίστρια όφειλε να προβεί στην επανεπένδυση των κερδών στο όνομα της ενεχυρούχου δανείστριας, δηλαδή να εκδώσει νέους τίτλους για το ποσό των κερδών υπέρ εκείνης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή ήταν η δικαιούχος των κερδών, έκδοση δε νέων τίτλων υπέρ της μεριδιούχου οφειλέτιδος εταιρείας δεν ήταν δυνατή, αφού έπειτα από την ενεχύραση των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων, είχε πλέον καταστεί οριστικά δικαιούχος των κερδών και ως εκ τούτου φορέας κάθε νέου τίτλου, ο οποίος θα προέκυπτε από την επανεπένδυση τους, η ενεχυρούχος δανείστρια, ανεξάρτητα από το εάν μεταγενέστερα αποσβέστηκε το ενέχυρο, εφόσον κατά την προαναφερθείσα παρ. 3 του άρθ. 13 του Κανονισμού Αμοιβαίου Κεφαλαίου, δικαίωμα είσπραξης των κερδών έχουν όσοι είναι κάτοχοι μεριδίων της τελευταίας ημέρας της διαχειριστικής περιόδου (δηλ. όσοι τέλος του έτους) εντός της οποίας προέκυψαν τα κέρδη.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5976/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Τον Αύγουστο του έτους 1994 η αρχική ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Banque Nationale de Grece", που διαδέχθηκε με καθολική διαδοχή λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η νυν ενάγουσα τραπεζική εταιρία και συνακόλουθα υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής ενάγουσας, χορήγησε στην εταιρία "ΕΚΟΝ Βιομηχανίες Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία Βιομηχανικές Εφαρμογές Μεταλλουργίας και Ηλεκτρονικών ΑΒΕ", η οποία τελούσε υπό ειδική εκκαθάριση και με ειδική εκκαθαρίστρια την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης ΑΕ" (αρχική δεύτερη εναγόμενη), με τις από 5.8.1994 και 24.8.1994 συμβάσεις δύο δάνεια ύψους 345.000.000 δρχ. και 160.000.000 δρχ. αντίστοιχα, αποδοτέα πέντε μήνες μετά τη λήψη τους. Προς εξασφάλιση των δανείων αυτών η δανειολήπτρια εταιρία ενεχύρασε στην ενάγουσα με συμφωνητικά ίδιας ημερομηνίας με τις παραπάνω συμβάσεις τους εξής επ' ονόματι της τίτλους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων: Για μεν το πρώτο δάνειο τον υπ' αριθμ. ... τίτλο 71.287,74 μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου "Ερμής Δυναμικό" και τον υπ' αριθμ. ... τίτλο 132.481,41 μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου "Ερμής Εισοδήματος", για δε το δεύτερο δάνειο έναν τίτλο 18.961,4759 μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου "Ερμής Δυναμικό" και τον υπ' αριθμ. ... τίτλο 82.398,4948 μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου "Ερμής Εισοδήματος". Όλων των ανωτέρω αμοιβαίων κεφαλαίων διαχειρίστρια ήταν η (πρώτη) εναγόμενη, με τις δε παραπάνω συμβάσεις ενεχυράσεως συμφωνήθηκε ακόμη ότι οι ως άνω τίτλοι θα παραδίδονταν προς φύλαξη στη νυν ενάγουσα ως θεματοφύλακα. Τις πιο πάνω ενεχυράσεις η ενάγουσα ανακοίνωσε στην εναγόμενη την 26.8.1994 και την 6.9.1994, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 12.788Γ71994 και 2641Β/-1994 εκθέσεις επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών ... και ... αντίστοιχα. Περαιτέρω, με τον όρο 4 των δύο συμβάσεων ενεχυράσεως, σύμφωνα με το άρθρο 1221 ΑΚ, συμφωνήθηκε όπως τις ετήσιες προσόδους (ωφελήματα) των μεριδίων που διανέμονται από τα δύο παραπάνω αμοιβαία κεφάλαια λαμβάνει η ενάγουσα ως ενεχυρούχος δανείστρια, επικουρικώς δε με τον όρο 3 των ίδιων συμβάσεων ενεχυράσεως ορίσθηκε ότι συνεχυράζονται και όλα τα δικαιώματα της ενεχυράζουσας δανειολήπτριας προσωπικά και πραγματικά που απορρέουν από τους τίτλους μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων. Ακολούθως, βάσει της από 13.3.1995 συμβάσεως δανείου η ενάγουσα χορήγησε στην παραπάνω δανειολήπτρια εταιρία το ποσό του 1.025.000.000 δρχ., που θα χρησιμοποιείτο για την εξόφληση πέντε προγενέστερων δανείων που ήδη είχε λάβει (εκτός των δύο προαναφερόμενων η δανειολήπτρια είχε λάβει ένα δάνειο ύψους 292.000.000 δρχ., ένα δάνειο ύψους 101.000.000 δρχ. και ένα άλλο δάνειο ύψους 127.000.000 δρχ.). Εκ παραλλήλου, με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε (όρος 15) ότι προς εξασφάλιση του ως άνω δανείου, αποδοτέου την 31.8.1995, η δανειολήπτρια θα ενεχύραζε στην ενάγουσα διάφορους τίτλους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, μεταξύ των οποίων και οι δύο επίδικοι. Οι δύο αυτές συμβάσεις ενεχύρου δεν γνωστοποιήθηκαν στην εναγόμενη διαχειρίστρια των δύο επίμαχων αμοιβαίων κεφαλαίων". Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο και τα εξής: "Η εναγόμενη ως διαχειρίστρια των αμοιβαίων κεφαλαίων "Ερμής Δυναμικό" και "Ερμής Εισοδήματος" δημοσίευσε στην ημερήσια πολιτική εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και στην ημερήσια οικονομική εφημερίδα "ΕΞΠΡΕΣ" των Αθηνών ανακοίνωση ότι θα καταβάλει τα κέρδη των αμοιβαίων κεφαλαίων της χρήσεως 1994 την 31.3,1995. Τα κέρδη ανά μερίδιο ήταν για μεν το πρώτο αμοιβαίο κεφάλαιο ποσό 64,94 δρχ., για δε το δεύτερο κεφάλαιο αντίστοιχα ποσό 191,51 δρχ. Η καταβολή θα γινόταν με πίστωση λογαριασμού ή με επιταγή, σε όσους μεριδιούχους μέχρι την 17.2.1995 δήλωναν στην εναγόμενη την προτίμηση τους να εισπράξουν τα κέρδη. Αν δεν υπήρχε τέτοια δήλωση, η εναγόμενη ως διαχειρίστρια θα προέβαινε στην επανεπένδυση των κερδών, δηλαδή θα εξέδιδε νέους τίτλους για το ποσό των κερδών υπέρ του μεριδιούχου που δεν είχε προβεί στη σχετική δήλωση. Μέχρι την 17.2.1995, αλλά και μέχρι την ημέρα καταβολής των κερδών (31.3.1995), η ενάγουσα δεν υπέβαλε δήλωση ή αίτημα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 1969/1991 και του Κανονισμού της εναγομένης, για είσπραξη των κερδών από τους προαναφερόμενους τίτλους μεριδίων των δύο αμοιβαίων κεφαλαίων της εναγομένης, με επακόλουθο η τελευταία να προβεί σε επανεπένδυση των κερδών των εν λόγω τίτλων εκδίδοντας νέους τίτλους επ' ονόματι της μεριδιούχου δανειολήπτριας εταιρίας "ΕΚΟΝ κλπ.". Η ενάγουσα υπέβαλε αίτημα καταβολής των κερδών από τα μερίδια των δύο αμοιβαίων κεφαλαίων της εναγομένης, ύψους 5.860.784,08 δρχ. και 41.151.650,60 δρχ. αντίστοιχα", εκ των υστέρων με την από 7.6.1995 επιστολή της, πλην όμως αυτά είχαν επανεπενδυθεί την 31.3.1995, όπως έχει προαναφερθεί, αφού η ενάγουσα δεν είχε ζητήσει την πληρωμή τους με σχετική γνωστοποίηση". Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι "Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι έπρεπε τα ωφελήματα των δύο αμοιβαίων κεφαλαίων της εναγομένης να επανεπενδύονταν στο όνομά της (ενάγουσας), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι: Με τη νέα σύμβαση δανείου που κατάρτισε η ενάγουσα την 13.3.1995 με την εταιρία "ΕΚΟΝ κλπ.", ύψους 1.025.000.000 δρχ., τα προϋπάρχοντα επίδικα δύο δάνεια (των 345.000.000 δρχ. και των 160.000.000 δρχ. που είχαν χορηγηθεί στη δανειολήπτρια εταιρία την 5.8.1994 και 24.8.1994 αντίστοιχα) ενοποιήθηκαν σε ένα δάνειο από κοινού με τα άλλα τρία δάνεια που έλαβε η τελευταία (ύψους 292.000.000 δρχ., 101.000.000 δρχ. και 127.000.000 δρχ. αντίστοιχα), με επακόλουθο τα δύο επίμαχα προϋπάρχοντα δάνεια να αποσβεσθούν με τη χορήγηση του νέου δανείου, που χορηγήθηκε προς εξόφληση των παλαιών. Εκ παραλλήλου, οι προϋπάρχουσες ενεχυρικές συμβάσεις με ημερομηνία 5.8.1994 και 24.8.1994 αντικαταστάθηκαν με τη νέα από 13.3.1995 ενεχυρική σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της δανειολήπτριας εταιρίας. Όμως, η νέα αυτή σύμβαση ενεχύρου δεν ανακοινώθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία (όπως συνομολογεί και η ενάγουσα), όπως επέβαλαν οι διατάξεις των άρθρων 19 § 7 και 48 § 6 του Ν. 1969/1991 και συνακόλουθα η εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση (δεν ίσχυαν πλέον οι παλαιές δύο συμβάσεις ενεχύρου της 5.8.1994 και 24.8.1994) να επανεπενδύσει τα πιο πάνω κέρδη σε νέα μερίδια επ' ονόματι της και όχι στη μεριδιούχο δανειολήπτρια εταιρία, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω επανεπένδυση έγινε μετά την 31.3.1995. Επιπλέον αυτών, η ενάγουσα εφόσον είχε εξουσιοδοτηθεί να εισπράττει τα ωφελήματα από τα μερίδια των δύο αμοιβαίων κεφαλαίων, είχε υποχρέωση - σύμφωνα με το άρθρο 1222 ΑΚ - και όφειλε να επιδείξει επιμέλεια για την είσπραξη τους συμμορφούμενη με τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού της εναγομένης. Αυτή όμως δεν επέδειξε τη σχετική επιμέλεια για την είσπραξη των προσόδων των ενεχυρασθέντων τίτλων, μη προβαίνοντας εμπροθέσμως σε δήλωση καταβολής των κερδών από τα επίδικα δύο αμοιβαία κεφάλαια". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της που είχε ασκήσει για την καταβολή των κερδών από τα αμοιβαία κεφάλαια της χρήσεως του έτους 1994, που είχαν ενεχυρασθεί προς αυτήν από την αναιρεσίβλητη, εσφαλμένα εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 7, 441, 48 παρ. 6 του Ν.1969/1992, 361, 459, 460, 1221, 1222, 1244, 1247, 1248, 1249 του ΑΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν τη νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας ενεχυρούχου δανείστριας στο να επιδιώξει την επανεπένδυση των κερδών της χρήσης του έτους 1994 στο σύνολό της και την αξίωση καταβολής τους ανεξάρτητα από το ότι: 1) δεν είχε έγκαιρα υποβάλει (η αναιρεσειουσα) σχετική δήλωση προς την αναιρεσίβλητη διαχειρίστρια, που γνώριζε την ιδιότητά της ως ενεχυρούχου δανείστριας καθόλη την ένδικη εν προκειμένω χρήση του έτους 1994 και 2) μεσολάβησε η κατάρτιση νέας συμβάσεως ενεχυράσεως χωρίς όμως έννομες συνέπειες για την υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι με την αγωγή της η αναιρεσείουσα άσκησε την αξίωση αποδόσεως των κερδών, η οποία θεμελιώθηκε στις προηγούμενες από 5-8-1994 και 24-8-1994 ενεχυρικές συμβάσεις που είχαν ανακοινωθεί στην εναγομένη και αφορούσε κέρδη των αμοιβαίων κεφαλαίων εκ της χρήσεως 1994, τα οποία είχαν προκύψει πριν από την κατάρτιση της νέας σύμβασης ενεχυράσεως και με βάση το άρθρο 13 παρ. 3 του Κανονισμού ανήκουν σ' αυτή οριστικά. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 5976/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ