37/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΠροσβολή αποδεικτικού εγγράφου ως πλαστού με λόγο εφέσεως για πρώτη φορά και προσκόμιση με επίκληση δημοσίου εγγράφου που αποδεικνύει την πλαστότητα, χωρίς να αναφέρονται μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν ισχύει η εξαιρετική μας περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ που επιβάλλει με ποινή απαραδέκτου να αναφέρονται και οι μάρτυρες από τον προβάλλοντα ισχυρισμό πλαστότητας, διότι η εν λόγω διάταξη αποβλέπει στην αποτροπή στρεψοδικίας και παρελκύσεως της δίκης, δεν ισχύει δε όταν ο ισχυρισμός πλαστότητας εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφοαναγνωστικής αγωγής (Ολ. Α.Π. 23/99) και το ίδιο για την ταυτότητα του νομοθετικού σκοπού, ισχύει και όταν αποδεικνύεται η πλαστότητα από μόνο το δημόσιο έγγραφο.
Legislator headnote
AI generated37/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 37 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Προσβολή αποδεικτικού εγγράφου ως πλαστού με λόγο εφέσεως για πρώτη φορά και προσκόμιση με επίκληση δημοσίου εγγράφου που αποδεικνύει την πλαστότητα, χωρίς να αναφέρονται μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν ισχύει η εξαιρετική μας περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ που επιβάλλει με ποινή απαραδέκτου να αναφέρονται και οι μάρτυρες από τον προβάλλοντα ισχυρισμό πλαστότητας, διότι η εν λόγω διάταξη αποβλέπει στην αποτροπή στρεψοδικίας και παρελκύσεως της δίκης, δεν ισχύει δε όταν ο ισχυρισμός πλαστότητας εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφοαναγνωστικής αγωγής (Ολ. Α.Π. 23/99) και το ίδιο για την ταυτότητα του νομοθετικού σκοπού, ισχύει και όταν αποδεικνύεται η πλαστότητα από μόνο το δημόσιο έγγραφο.
Αριθμός 37/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Γρύλλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4776/2000 μη οριστική, 8225/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9280/2003 προδικαστική και 6723/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...σε συνδυασμό με την από 16-12-2008 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και την από 17-12-2008 βεβαίωση ταχυδρομήσεως συστημένης επιστολής, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο (άρθρα 128 παρ. 4, 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 460 του Κ.Πολ.Δ., κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον Κ.Πολ.Δ., παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας.
Επομένως ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης.
Όταν πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο, και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες των άρθρων 216, 270, 341 Κ.Πολ.Δ (Ολ. Α.Π. 23/1999).
Το αυτό ισχύει, για την ταυτότητα του νομοθετικού σκοπού αποτροπής παρελκυστικής προβολής ισχυρισμών πλαστότητας εγγράφων στην πολιτική δίκη και στρεψοδικίας, στην περίπτωση κατά την οποία με λόγο έφεσης προτείνεται ισχυρισμός πλαστότητας αποδεικτικού εγγράφου, κατόπιν επικλήσεως και προσκομίσεως δημόσιου εγγράφου που περιήλθε σε γνώση του εκκαλούντος μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αποδεικνύει, λόγω και της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος του (άρθρα 438 έως 441 Κ.Πολ.Δικ), το αναληθές και ανίσχυρο των βεβαιούμενων με το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο κρίσιμων περιστατικών για την ευδοκίμηση της αγωγής.
Διότι με τον τρόπο αυτό, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της οικονομίας της δίκης, επιτυγχάνεται, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η ορθή διάγνωση της εκκρεμούς διαφοράς, χωρίς να είναι απαραίτητη η προσφυγή και σε άλλα, πέρα από το δημόσιο έγγραφο, αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραδεκτού του προτεινόμενου σχετικού ισχυρισμού.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η απόρριψη ενός αιτήματος ως απαραδέκτου, που συγκροτεί τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, κρίνεται από το αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως λεκτικής διατυπώσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από την προσκομιζόμενη γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με την τέλεση και λύση του γάμου μουσουλμάνων, κατά το Αιγυπτιακό Δίκαιο, από το με αριθμό πρακτικού επικύρωσης..., ακριβές αντίγραφο του πιστοποιητικού [διαζυγίου] λύσης του προηγουμένου γάμου του εναγομένου, το οποίο έχει εκδοθεί από τον Ιμάμη του Ειρηνοδικείου ..., που είναι καταχωρημένο, από 15-3-1998 στα μητρώα Αστικών Υποθέσεων του Νοτίου Καΐρου, με αριθμό ...και προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση (σημειώνεται ότι η προσκομιδή του ξενόγλωσσου αυτού εγγράφου καθώς και του αλλοδαπού Αιγυπτιακού νόμου σχετικά με τα δημόσια έγγραφα, για την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, με την υπ' αριθμ. 9280/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί, σύμφωνα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου και με την από 17-10-2005 βεβαίωση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Κάιρο, ανακαλουμένης της μη οριστικής διατάξεως της παραπάνω απόφασης) και από τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο ενώπιον του Αντιδημάρχου Χαϊδαρίου στις 25-6-1998, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....ληξιαρχική πράξη γάμου του Ληξιαρχείου Δήμου Χαϊδαρίου. Στις 24-12-1992 ο εναγόμενος που κατάγεται από την Αίγυπτο, είχε συνάψει νόμιμα γάμο, με αμοιβαία συμφωνία των συζύγων, κατά τους κανόνες του Αιγυπτιακού Δικαίου, με την ..., ο οποίος τελέστηκε ενώπιον του Ιμάμη της περιοχής ...
και πιστοποιήθηκε με το σχετικό πιστοποιητικό γάμου που εξέδωσε ο τελευταίος. Ακολούθως, στις 14-3-1998, οι ως άνω σύζυγοι προέβησαν κατόπιν συμφωνίας τους, ενώπιον του Ιμάμη της αυτής περιοχής σε λύση του γάμου τους, το αντίστοιχο δε πιστοποιητικό λύσης αυτού καταχωρήθηκε στα μητρώα Αστικών Υποθέσεων του Δικαστηρίου του Νοτίου Καΐρου με αριθμό ..., στις 15-3-1998 (βλ.
ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο, που βρίσκεται στο Δικαστήριο, του άνω πιστοποιητικού λύσης του γάμου, με αριθμό πρακτικού επικύρωσης ...). Με την έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού η λύση του γάμου των προαναφερομένων συζύγων κατέστη αμετάκλητη, εφόσον κατά το αιγυπτιακό δίκαιο είναι δυνατή η λύση του γάμου με συμφωνία των συζύγων, προς τούτο δε εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό που λύνει το γάμο οριστικά και αμετάκλητα, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ο γάμος που ο εναγόμενος είχε συνάψει στις 24-12-1992, με την Αιγύπτια υπήκοο ..., είχε λυθεί αμετάκλητα από τις 15-3-1998, σύμφωνα με το, με αριθμό ... διαζύγιο, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, του Ιμάμη ..., υπαγόμενο στο Δικαστήριο του Νοτίου Καΐρου και έτσι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα, στις 25-6-1998, ο προαναφερθείς γάμος του εναγομένου με την ..., δεν υφίστατο.
Ο προβαλλόμενος κατ' ένσταση ισχυρισμός της εκκαλούσας, περί πλαστότητας του παραπάνω πιστοποιητικού λύσης του γάμου του εφεσιβλήτου με την Αιγύπτια υπήκοο, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον προς απόδειξη αυτού, πέραν της προσκομιδής των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα, δεν αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο προηγούμενος γάμος του εναγομένου συζύγου της εκκαλούσας έχει λυθεί αμετάκλητα από τις 15-3-1998 και επομένως, είναι νόμιμος και έγκυρος ο γάμος που τέλεσε με αυτόν, στις 25-6-1998 και απέρριψε την αγωγή της, δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζει αυτή με την έφεσή της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο, εφόσον δέχεται ότι από τα προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα αποδεικνύεται ο με την έφεσή της προταθείς ισχυρισμός της περί πλαστότητας του από 14-3-1998 πιστοποιητικού του Ιμάμη περιοχής του Καΐρου της Αιγύπτου ..., σχετικά με τη λύση του στην Αίγυπτο τελεσθέντος από τον αναιρεσίβλητο πρώτου γάμου του, ο οποίος, εάν εξακολουθούσε, συνιστούσε κώλυμα για τον με την αναιρεσείουσα τελεσθέντα ακολούθως και προσβαλλόμενο από αυτή με την αγωγή της ως άκυρο δεύτερο γάμο του, εντούτοις κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δικ.
απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι για την πληρότητά του - και παρά το ότι αποδεικνυόταν εγγράφως - έπρεπε να αναφέρονται ονομαστικά επί πλέον μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ότι παρά το νόμο κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτη η ένσταση της αναιρεσείουσας περί πλαστότητας του αλλοδαπού εγγράφου που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος με το από 2-6-2002 έγγραφο του αιγυπτιακού Ειρηνοδικείου που αποδείκνυε την πλαστότητα και το ανίσχυρο του περιεχομένου του πρώτου, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6723/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ