Appeal dismissed for lack of specific reasoning regarding defendant's mental capacity claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment for lack of specific reasoning. The lower court rejected the defendant's claim that his deaf-mutism warranted a reduced charge, finding he possessed sufficient capacity to understand the wrongfulness of his acts. The Court held that while the lower court was not strictly obligated to address this specific argument, it did so substantively and thus the appeal based on insufficient reasoning was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A judgment must provide specific and detailed reasoning on all independent claims raised by the accused, including those regarding mental capacity, to satisfy constitutional and statutory requirements for appealability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 379 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 379/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Α., κατοίκου Άνω Λιοσίων Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Γεώργιο Αθανασάτο, ο οποίος διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 654/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της αποφάσεως 21/2023 του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.49/4-4-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 396/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, στα άρθρα του ποινικού νόμου που εφάρμοσε το ως άνω Δικαστήριο και το άρθρο 98 του Π.Κ. και τον διορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό 49/2024, αίτηση του αναιρεσείοντος, Σ. Κ. του Α., κατοίκου Άνω Λιοσίων Αττικής, με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, στις 4-4-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 21/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, αφού, σε περίπτωση βασιμότητάς του, έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής, όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στα άρθρα 83 και 36 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 661/2023, ΑΠ 1026/2023, ΑΠ 235/2021).
Κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης, κατά τον χρόνο τέλεσής της, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, επιβάλλεται μειωμένη ποινή.
Κατά την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, που κύρωσε τον νέο ΠΚ, στο άρθρο 34 του ΠΚ έχουν ενταχθεί τρεις κατηγορίες δραστών. Εκείνοι που έχουν κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή διατάραξη της συνείδησης για οποιοδήποτε λόγο (όπως κωφαλαλία ή μέθη αντίστοιχα). Για την άρση του καταλογισμού υιοθετείται το μικτό σύστημα, με βάση το οποίο δεν αρκεί η συνδρομή των πιο πάνω βιολογικών όρων, αλλά απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, να διαπιστωθεί και η συνδρομή του αξιολογικού όρου, απαιτείται δηλαδή να διαπιστωθεί ότι ο δράστης, εξαιτίας της κατάστασης στην οποία βρισκόταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη για το άδικο αυτό.
Κατά τις διατάξεις αυτές, ως διανοητική διαταραχή νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια ή ολιγοφρενία, που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, ως ψυχική διαταραχή νοείται κάθε μορφής διαταραχή, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου και ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, εμφανίζεται σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι από τη φύση της παροδική (ΑΠ 882/2023, ΑΠ 507/2022).
Ο κατά το άρθρο 36 του ΠΚ ισχυρισμός, περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, προβάλλεται όταν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 34 του ίδιου Κώδικα και η ικανότητα προς καταλογισμό, λόγω κάποιας από τις εκεί αναφερόμενες ψυχικές καταστάσεις, δεν έχει εκλείψει εντελώς, αλλά μειώθηκε σημαντικά, οπότε επιβάλλεται μειωμένη ποινή, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.
Για την πληρότητα δε αυτού του ισχυρισμού, δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί μόνο τις σχετικές διατάξεις του ΠΚ ή τις έννοιες, που αναφέρονται σ' αυτές, αλλά πρέπει να προβάλει κατά τρόπο ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνεται κάθε περίπτωση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης, ώστε ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών, να κρίνει αν ο δράστης είναι ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό, έχοντας εν μέρει μόνο ικανότητα για διάκριση του αδίκου και δυνατότητα συμμόρφωσής του, σύμφωνα με την αντίληψή του, για το άδικο αυτό, μέχρις ενός ορισμένου βαθμού και να οδηγηθεί στην κρίση περί επιβολής μειωμένης ποινής (ΑΠ 1026/2023, ΑΠ 354/2019, ΑΠ 1794/2009, ΑΠ 792/2008).
Ειδικότερα, η κωφαλαλία αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή, πλην όμως δεν αρκεί μόνο η επίκλησή της για να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του δράστη περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, αλλά θα πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να διαπιστωθεί ότι, εξαιτίας της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, ακριβώς επειδή ισχύει το μικτό σύστημα, με βάση το οποίο δεν αρκεί η συνδρομή μόνο του βιολογικού όρου, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση να διαπιστωθεί και η συνδρομή του αξιολογικού όρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 21/2023 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αποφάνθηκε ότι ο ανήλικος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Σ. Κ. του Α. τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, της ληστείας κατά συναυτουργία, για την οποία κηρύχθηκε ποινικά υπεύθυνος, καθώς επίσης της κλοπής, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού, για τις οποίες επίσης κηρύχθηκε ποινικά ανεύθυνος (άρθρα 42 παρ. 1, 45, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 121 επ., 309-308 παρ.1, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 ν. 4855/2021, 372 παρ. 1 και 380 παρ. 1 ΠΚ) και του επέβαλε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων διάρκειας τριών (3) ετών για την αξιόποινη πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία και το αναμορφωτικό μέτρο της καταβολής ποσού πενήντα (50) ευρώ στην Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Αθηνών για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε διά του συνηγόρου του, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, τους οποίους κατέθεσε εγγράφως και "αυτοτελή ισχυρισμό περί επιβολής ελαττωμένης ποινής κατ' άρθρο 83 ΠΚ, λόγω συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των προϋποθέσεων του άρθρ. 36 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 34 ΠΚ", που ανέπτυξε και προφορικά, αναφέροντας, κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Όπως προκύπτει από τη δικογραφία σε βάρος μου αλλά και θα διαπιστώσετε από την εξέτασή μου ενώπιον του ακροατηρίου Σας (ενώπιον του οποίου έχει κληθεί και ο εκ πατρός παππούς μου, Κ.
Δ. του Α., ως διερμηνέας κωφαλάλων), είμαι κωφάλαλος, πάθηση η οποία συντελεί στη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών μου λειτουργιών και στη διατάραξη της συνείδησής μου σε διαρκή και εξακολουθητική βάση, ώστε να μην είμαι σε θέση να αντιληφθώ τον άδικο χαρακτήρα της πράξης μου ή και να ενεργήσω με βάση την αντίληψή μου για το άδικο αυτό, τόσο γενικά όσο και σίγουρα και κατά τις στιγμές που τελέστηκαν οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι, και, κατά συνέπεια, η ικανότητά μου για καταλογισμό έχει μειωθεί σημαντικά, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθ. 36 παρ.1 ΠΚ, δυνάμει του οποίου πρέπει να μου επιβληθεί ποινή ελαττωμένη, επιμετρημένη βάσει του άρθ. 83 ΠΚ περί λόγων μείωσης της ποινής.
Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού, πέραν βέβαια της πρόδηλης κατάστασής μου, την οποία θα εξακριβώσει και το Δικαστήριό Σας, έχουν προσκομιστεί στον φάκελο της υπόθεσης και συμπεριλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα: α) Η υπ' αριθ. πρωτ. 56196/7-11-20217 απόφαση αναθεώρησης χορήγησης επιδόματος σε κωφάλαλα άτομα του Δήμου Φυλής. (β) Η από 23-4-2021 βεβαίωση φοίτησης του Δημοσίου Ειδικού Γυμνασίου Κωφών ναι Βαρηκόων Αγίας Παρασκευής.
Επισημαίνουμε δε ότι με το άρθρο 33 του προϊσχύσαντος ΠΚ "1. Η πράξη που τέλεσε κωφάλαλος δεν του καταλογίζεται, αν κριθεί ότι δεν είχε την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. 2. Αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου, ο κωφάλαλος τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή (άρθρο 83).
Άραγε, ο ποινικός νομοθέτης, ο οποίος, ως έχει η ως άνω διάταξη, έως τις 30-6-2019 αναγνώριζε αυτόματα, με την παρ. 2 και στην χειρότερη για τον κατηγορούμενο περίπτωση, ελαττωμένο καταλογισμό, και, πολύ συχνά, αναγνώριζε την πλήρη άρση του καταλογισμού του κατηγορουμένου, βάσει της παρ.1 μετακινήθηκε, από την 1-7-2021 και με βάση τον ισχύοντα ΠΚ, εκ διαμέτρου αντίθετα και έφτασε στο σημείο να μην αναγνωρίζει κανένα διανοητικό μειονέκτημα στα κωφάλαλα άτομα, τα οποία, είναι πασίδηλο ότι υστερούν διανοητικά σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό;".
Τον ισχυρισμό αυτόν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία, που περιλαμβάνεται στο αιτιολογικό της απόφασής του: "Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος τυγχάνει μεν κωφάλαλος, πλην, όμως, δεν διαπιστώθηκε ότι αυτός, εξαιτίας αυτής της κατάστασης, κατά το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, δεν είχε την ικανότητα, είτε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, είτε να ενεργήσει, σύμφωνα με την αντίληψή του, για το άδικο αυτό και επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός του αυτός (ΠΚ 36§1, σε συνδ.
με 34), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσης". Ο ανωτέρω ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί μειωμένου καταλογισμού εξαιτίας της κωφαλαλίας του, κατ' άρθρο 36 ΠΚ, δεν προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, καθόσον έγινε επίκληση μόνο της κωφαλαλίας του και των εννοιών του νόμου της διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών και της διατάραξης της συνείδησής του, χωρίς να συνοδεύεται από πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν τις προβαλλόμενες αυτές ψυχικές καταστάσεις και τον βαθμό επηρεασμού της ικανότητάς του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του, προκειμένου να κριθεί αν, κατά την τέλεση των πράξεων, αυτός ήταν ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό, έχοντας εν μέρει μόνο ικανότητα για διάκριση του αδίκου και δυνατότητα συμμόρφωσής του, σύμφωνα με την αντίληψή του, για το άδικο αυτό, μέχρις ενός ορισμένου βαθμού και να οδηγηθεί έτσι το Δικαστήριο στην κρίση περί επιβολής μειωμένης ποινής.
Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος αυτού, πλην όμως, ως εκ περισσού, ερεύνησε στην ουσία του τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε με την προαναφερόμενη αιτιολογία.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 49/2024 αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Κ. του Α., κατοίκου Άνω Λιοσίων Αττικής, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 21/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2025.