Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds regarding a claim against the Greek State.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting its lawsuit against the Greek State. The court found the claim time-barred because the five-year limitation period expired on March 28, 2018, as the administrative response to the initial notice occurred in March 2013. Consequently, the court ruled that the appeal lacked merit and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93 of Law 2362/1995; Article 143 of Law 4270/2014: The statute of limitations for claims against the State is interrupted by a written notice to the competent authority, and the new period begins from the date of the authority's written reply, not the following year.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 379 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 379/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αγγελική Νάνου - Καρολίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13971/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2041/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμόν 2041/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 13971/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 14.12.2018 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 93 ν. 2362/1995: "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...".
Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 93 του ν. 2365/1995 προκύπτει ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως (ΑΠ 612/2022, ΑΠ 996/2018) και όχι από το τέλος του έτους κατά το οποίο συνέβη το διακοπτικό γεγονός.
Η ρύθμιση αυτή επαναλήφθηκε και στην διάταξη του άρθρου 143 του ν. 4270/2014 όπου υπό τον τίτλο "Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου" ορίζεται ότι : "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α. Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
β. Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης.
Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. γ. Με την υποβολή αίτησης προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία θεώρησης ή έγκρισης του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αν δεν εκδοθεί πρακτικό, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης.
Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. δ. Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται. ε. Με την έκδοση τίτλου πληρωμής. Η ολική ή μερική συμψηφιστική εξόφληση δεν διακόπτει την παραγραφή. στ. Με την αναγνώριση της απαίτησης από το Δημόσιο με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών.
Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό." Κατά συνέπεια, ενόψει της ρητής αυτής ρυθμίσεως, δεν υφίσταται κενό και επομένως ούτε πεδίο αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 270 παρ. 2 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι η παραγραφή που διακόπηκε, στις περιπτώσεις των αξιώσεων του άρθρου 250 ΑΚ, αρχίζει εκ νέου μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή.
Εξάλλου, η ειδική αυτή ρύθμιση του άρθρου 93 ν. 2362/1995, η οποία επαναλήφθηκε στο άρθρο 143 ν. 4270/2014, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 2 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 6, 13, 14 ΕΣΔΑ, διότι η διάταξη του άρθρου 143 ν. 4270/2014, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 141 του ίδιου νόμου, όπως αντίστοιχα ειδική ήταν η διάταξη του άρθρου 93 ν. 2362/1995 σε σχέση με εκείνες 90 παρ. 1 και του άρθρου 91 εδ.
α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995, η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Τα αυτά ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για τις αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 140, 141 και 143 του ν. 4270/2014.
Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια).
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, Ολ.
Α.Π. 38/2005, ΑΠ 996/2018). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, καθώς και επανενάρξεως της τυχόν διακοπείσας παραγραφής, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος (ΑΠ 996/2018).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019 , ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018).
Η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1, 91 και 93 περ. β' του ν. 2362/1995, τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 143 περ. β' ν. 4270/2014 και του άρθρου 270 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η παραγραφή της επίδικης απαιτήσεως διακόπηκε με την από 7.5.2012 έγγραφη όχληση της ενάγουσας στην αρμόδια δημόσια αρχή και άρχισε εκ νέου στις 28.3.2013, χρονολογία την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση και όχι την 1.1.2014, ήτοι την αρχή του επόμενου έτους εντός του οποίου έλαβε χώρα η διακοπή και ότι η επίδικη απαίτηση παρεγράφη στις 28.3.2018, αφού δεν έλαβε χώρα διακοπτικό της παραγραφής γεγονός έως την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 19.12.2018, κάνοντας δεκτή την προταθείσα από το εναγόμενο ένσταση παραγραφής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 8407038062/12-8-2010 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η οποία καταρτίστηκε στις 12-8-2010 στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη δάνειο ποσού 450.000 ευρώ ενώ την πιστή τήρηση των όρων της ως άνω σύμβασης εγγυήθηκε ο Ξ.
Α. ευθυνόμενος εις ολόκληρον με αυτή ως αυτοφειλέτης. Προς εξασφάλιση αυτής ο ενάγουσα ενέγραψε δυνάμει της υπ' αριθμόν 26763/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία βαρών στον τόμο 2523, φύλλο 41 και με αριθμό 4, προσημείωση υποθήκης έως του ποσού των 150.000 ευρώ επί ακινήτου κυριότητας του εγγυητή και συνέστησε ενέχυρο κατά τις διατάξεις του ν. 2844/2000 έως του ποσού των 300.000 ευρώ επί πρώτων υλών και ετοίμων προϊόντων της κυριότητας της δανειολήπτριας εταιρείας.
Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στις 5-10-2010 και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) ετών σε οκτώ (8) εξαμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη των οποίων συμφωνήθηκε να καταβληθεί την 31η Δεκεμβρίου 2010 και η τελευταία στις 30 Ιουνίου 2014. Όπως αποδείχθηκε από το υπ' αριθμ. Πρωτ. ... έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίου, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου, κατά την 141/28-4-2010 συνεδρίαση του ενέκρινε την παροχή εγγύησης του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου του ως άνω δανείου σε ποσοστό 70% σύμφωνα με τους όρους της υπ' αριθ.
οικ. 2/49086/0025/14-7-2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και της υπ' αριθμ. Οικ. 2/54979/23-7-2009 απόφασης του ίδιου Υπουργού. Προς εξυπηρέτηση του δανείου η ενάγουσα προέβη στο άνοιγμα του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού ενώ κατά τη διάρκεια της κίνησης πίστωσης η πιστούχος με την από 31-12-2011 επιστολή της αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το κατά το προσωρινό (περιοδικό) κλείσιμο του λογαριασμού στην ως άνω ημερομηνία προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 473.477,80 ευρώ.
Ακολούθως στις 21-2-2012 λόγω της καθυστέρησης καταβολής εκ μέρους της πιστούχου τριών συνεχών χρεολυτικών δόσεων του δανείου ήτοι της 31ης Δεκεμβρίου 2010, της 30ης Ιουνίου 2011 και της 31ης Δεκεμβρίου 2011, η ενάγουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης (βλ. τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βλαχογιάννη) και το οριστικό κλείσιμο του προαναφερθέντος λογαριασμού, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο 502.012,42 ευρώ.
Στη συνέχεια η ενάγουσα μετέφερε το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, ο οποίος μετά την πάροδο τριών μηνών από την τελευταία καθυστερούμενη δόση, είχε υπόλοιπο 507.143,95 ευρώ, από το οποίο ένα μέρος καλύπτεται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τα ανωτέρω.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα στις 7-5-2012 με έγγραφό της προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία ήταν η αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης αρχή, αιτήθηκε την κατάπτωση της εγγύησης ήτοι την καταβολή στην ίδια ποσού 345.628,02 ευρώ. Ωστόσο, η εν λόγω αρχή με το από 28-3-2013 έγγραφό της αρνήθηκε την καταβολή και ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις από την ενάγουσα σχετικά με την ρευστοποίηση των λοιπών εξασφαλίσεων, τις οποίες είχε λάβει για την αποπληρωμή του δανείου.
Με βάση όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η επίδικη αξίωση της ενάγουσας γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη εντός του έτους 2012, η δε παραγραφή της είναι πενταετής και άρχισε την 1-1-2013 κατ' άρθρα 90 παρ. 1 και 91 ν. 2362/1995 (ήδη άρθρα 140 παρ. 1 και 141 ν. 4270/2014). Ακολούθως, η παραγραφή της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας διακόπηκε με την από 7-5-2012 έγγραφη όχληση της ενάγουσας στην αρμόδια δημόσια αρχή ήτοι την 25η Διεύθυνση Κίνησης, Κεφαλαίου, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, κατ' άρθρο 93 περ.
β εδ. α του ν. 2362/1995 (ήδη άρθρο 143 περ. β εδ α' ν. 4270/2014) και άρχισε εκ νέου σύμφωνα με την ίδια διάταξη στις 28-3-2013, χρονολογία την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη και όχι την 1-1-2014, όπως αβασίμως διατείνεται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ήτοι την αρχή του επόμενου έτους, εντός του οποίου έλαβε χώρα η διακοπή.
Επομένως, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας υπέπεσε σε παραγραφή στις 28-3-2018 δοθέντος ότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι έλαβε χώρα διακοπτικό της παραγραφής γεγονός έως τις 19.12.2018 ήτοι έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής με την επίδοσή της στο εναγόμενο (βλ. προσκ. την υπ' αριθ. 59735Δ/19.12.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ.
Μ.)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμόν 13971/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1, 91 και 93 περ. β' ν. 2362/1995 και των άρθρων 140, 141 και 143 περ. β' ν. 4270/2014 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 270 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα η επίδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, προερχόμενη από σύμβαση χρεωλυτικού δανείου με την εταιρεία "ΑΒΡΑΜΟΓΛΟΥ Α.Ε.", γεννήθηκε στις 22.2.2012 που η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως και στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο 502.012,42 ευρώ και στη συνέχεια μετέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού στο λογαριασμό οριστικής καθυστερήσεως, ο οποίος είχε υπόλοιπο 507.143,95 Ευρώ, από το οποίο ένα μέρος καλύπτεται από την εγγύηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η πενταετής δε παραγραφή της αξιώσεως της αναιρεσείουσας, διακόπηκε με την από 7.5.2012 έγγραφη όχλησή της προς την αρμόδια δημόσια αρχή και άρχισε νέα παραγραφή στις 28.3.2013 που απάντησε εγγράφως η ως άνω αρχή και όχι την 1.1.2014, κατά ρητή επιταγή των άρθρων 93 ν. 2365/1995 και 143 ν. 4270/2014 και παρεγράφη έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (19.12.2018) καθόσον δεν έλαβε χώρα γεγονός διακοπτικό της παραγραφής από την έγγραφη απάντηση της ως άνω αρχής έως την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.2.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2041/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ