Legislator Case Law & Legislation
379/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against death of defendant, remands case for retrial with new judge.

Case Number 379/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the death of one defendant, ruling that the case was prematurely terminated without proper notification of the death. The court found the procedural outcome invalid because the death was not officially communicated to the opposing party before the final judgment. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge to ensure procedural fairness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; In the event of a party's death during proceedings, the case is suspended only upon proper notification of the death to the opposing party, otherwise the judgment remains valid and appealable.

Keywords

AI generated
premature termination of proceedings death of a party notification of death suspension of litigation remand for retrial procedural validity new judge assignment

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 558, paragraph 1, of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3, of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, and 191, paragraph 2, of the Code of Civil Procedure
Article 281, paragraph 2, of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 642/2016
Case 86/2016
Case 1260/2015
Case 1760/2009
Case 1207/2019
Case 1061/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 379 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 379/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1. Π. Π. του Π., κατοίκου ..., έως και 19. Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε ότι η 16η έχει αποβιώσει και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από (α) τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένου και (β) τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Έρευνας, που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρίκα Γερασίμου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2199/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 7135/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/4/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 642/2016, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 1260/2015, ΑΠ 1760/2009).

Συνεπώς σε περίπτωση θανάτου διαδίκου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. α του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενη δε κατά του τελευταίου είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Αντιθέτως η αναίρεση, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 539/2020, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 562/2017). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 286 έως 288, 291 και 292 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι ο θάνατος του απλού ομοδίκου επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, ΑΠ 382/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από 28 Απριλίου 2021 και με αριθ. κατάθεσης 2685/344/28.4.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 7135/28.12.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων δήλωσε ότι η δέκατη έκτη (16η) αναιρεσίβλητη Μ. Τ. απεβίωσε και προσκόμισε την από 21.1.2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Εορδαίας Νομού Κοζάνης από την οποία προκύπτει ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 21.1.2020 στη ....

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος της πιο πάνω αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα μετά την άσκηση της από 14.2.2019 με αριθ. καταθ. 14743/1074/14.2.2019 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης και πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών (13.10.2020), μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (7135/2020), χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου της.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Δήμος Θεσσαλονίκης, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτής. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δέκατης έκτης αναιρεσίβλητης που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της.

Λόγω, δε, της ως άνω γνωστοποίησης του θανάτου της δέκατης έκτης (16ης) αναιρεσίβλητης επήλθε βιαία διακοπή της δίκης ως προς αυτή (άρθρα 286 παρ.1 στ.α και 287 παρ.1 του ΚΠολΔ). Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που εργάζονταν στον αναιρεσείοντα Δήμο Θεσσαλονίκης το επίδικο χρονικό διάστημα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι οποίοι συνδέονται με τη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη με το δεσμό της απλής ομοδικίας, καθότι η ένδικη διαφορά αφορά μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος εργοδότη τους (ΑΠ 540/2020), πρέπει να χωρήσει ως προς αυτούς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ’ εκείνων, που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι και νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται, δε, αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 177/2017, ΑΠ 566/2015).

Ειδικότερα η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει η αναίρεση (ΑΠ 1353/2019, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017).

Με την κρινόμενη από 28.4.2021 και με αριθ. κατάθεσης 2685/344/28.4.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης κατά των δεκαεννέα (19) αναιρεσίβλητων υπό στοιχείο Α του δικογράφου και κατά του αναιρεσίβλητου υπό στοιχείο Β του δικογράφου Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 7135/28.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 14.2.2019 με αριθ.

καταθ. 14743/1074/14.2.2019 έφεσης του έκτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 2199/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 9.10.2017 με αριθ. καταθ. 582951/2406/2017 αγωγής συνολικού αριθμού ογδόντα οκτώ (88) εναγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι υπό στοιχείο Α του δικογράφου της αίτησης δεκαεννέα (19) αναιρεσίβλητοι, κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά του έκτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης και κατά άλλων ένδεκα (11) σε αριθμό Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη.

Με την ως άνω αγωγή τους οι δεκαεννέα (19) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι είχαν προσληφθεί από το πρώτο εναγόμενο (Δημόσιο) και ότι είχαν απασχοληθεί ως καθαριστές-καθαρίστριες με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου σε σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ότι κατετάγησαν την 10.1.2007 σε οργανικές θέσεις του πρώτου εναγομένου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και ότι από 1.1.2011 μετετάχθησαν σε προσωποπαγείς θέσεις του έκτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (Δήμου Θεσσαλονίκης) με την ίδια σχέση εργασίας κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 του Ν. 3870/2010, ότι ο έκτος εναγόμενος τους αναγνώρισε μόνο την υπηρεσία που είχαν από την κατάταξή τους την 10.1.2007 και δεν αναγνώρισε την προϋπηρεσία τους στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σχέση εργασίας που είχε χαρακτηρισθεί μονομερώς ως "μίσθωση έργου", ότι αν είχε αναγνωρίσει την προϋπηρεσία τους αυτή θα είχαν ενταχθεί σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια με υπέρτερες από τις καταβαλλόμενες σ’ αυτούς αποδοχές και εκ του λόγου αυτού ζητούσαν α) να αναγνωρισθεί μισθολογικά το σύνολο του χρονικού διαστήματος που απασχολήθηκε έκαστος στο ίδιο αντικείμενο έως στις 10.1.2007, β) να υποχρεωθεί ο έκτος εναγόμενος να τους καταβάλει τις αναγραφόμενες σ’ αυτή (αγωγή) διαφορές μηνιαίων αποδοχών για τα αναγραφόμενα για έκαστο από αυτούς χρονικά διαστήματα , όπως προκύπτουν, ειδικότερα, από τις μηνιαίες αποδοχές που δικαιούταν ο καθένας από αυτούς να λαμβάνει, με βάση τα μισθολογικά κλιμάκια που θα έπρεπε να ενταχθεί με την αναγνώριση του συνόλου της προϋπηρεσίας του στις 31.10.2011 κατά το ποσό που υπερέβαιναν οι μηνιαίες αυτές αποδοχές, μετά τη μείωσή τους κατά ποσοστό 25%, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011, τις μηνιαίες αποδοχές τους όπως διαμορφώθηκαν α) από 1.11.2011 δυνάμει των μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4024/2011 και β) από 1.1.2016 δυνάμει μισθολογικών των διατάξεων του Ν. 4354/2015, μετά από αφαίρεση του ποσού των 933,33 ευρώ που έκαστος εξ αυτών λάμβανε μηνιαίως κατά την αγωγή.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω με αριθ. 2199/2018 απόφασή του, μεταξύ των άλλων διατάξεών του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως τον έκτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Θεσσαλονίκης και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στην 21η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη, στην 22η ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, στην 23η ενάγουσα και ήδη 3η αναιρεσίβλητη, στον 25ο ενάγοντα (Σ.

Χ.) μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, στην 26η ενάγουσα και ήδη 4η αναιρεσίβλητη, στην 27η ενάγουσα και ήδη 5η αναιρεσίβλητη, στην 28η ενάγουσα και ήδη 6η αναιρεσίβλητη, στην 29η ενάγουσα και ήδη 7η αναιρεσίβλητη, στην 30η ενάγουσα και ήδη 8η αναιρεσίβλητη, στην 31η ενάγουσα και ήδη 9η αναιρεσίβλητη, στην 32η ενάγουσα και ήδη 10η αναιρεσίβλητη, στην 33η ενάγουσα και ήδη 11η αναιρεσίβλητη, στην 34η ενάγουσα και ήδη 12η αναιρεσίβλητη, στην 35η ενάγουσα και ήδη 13η αναιρεσίβλητη, στον 36η ενάγοντα και ήδη 14ο αναιρεσίβλητο, στην 37η ενάγουσα και ήδη 15η αναιρεσίβλητη, στην 38η ενάγουσα και ήδη 16η αναιρεσίβλητη, στην 40η ενάγουσα και ήδη 17η αναιρεσίβλητη, στην 41η ενάγουσα και ήδη 18η αναιρεσίβλητη και στην 43η ενάγουσα και ήδη 19η αναιρεσίβλητη, τα αναγραφόμενα για καθένα από αυτούς ποσά με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 14.2.2019 έφεσης του έκτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, στρεφόμενης α) κατά των ως άνω εναγόντων και υπό στοιχείο Α εφεσίβλητων και β) κατά του πρώτου εναγομένου (Ελληνικού Δημοσίου) και υπό στοιχεία Β εφεσίβλητου, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 7135/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση ως προς τους εφεσίβλητους, πλην του 25ου ενάγοντα - 4ου εφεσίβλητου Σ.

Χ., μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς τον οποίο έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 9.10.2017 αγωγή ως προς αυτόν. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό δε της άσκησής της από τον αναιρεσείοντα Δήμο Θεσσαλονίκης και για την πρόσληψη της πληρεξούσιας δικηγόρου του ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α.

προσκομίζει, κατ’ άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 3852/2010, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, α) τις με αριθμ. 329/21.4.2021 και 1057/10.11.2021 αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Θεσσαλονίκης με τις οποίες παρασχέθηκε η εντολή στο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Στράνη να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης και να εκπροσωπήσει το Δήμο Θεσσαλονίκης στη συζήτησή της, β) τα με αριθμ. .../27.4.2021 και .../16.11.2021 πληρεξούσια της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ειρήνης Κανατάκη με τα οποία ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος Κ.

Ζ. και ο Αντιδήμαρχος αυτού Χ. Α., που αναπληρώνει το Δήμαρχο Θεσσαλονίκης δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. 9264/1.9.2020 απόφασης αυτού (Δημάρχου), αντίστοιχα, παρέχουν, με την ως άνω ιδιότητά τους, την πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και για την εκπροσώπηση του Δήμου κατά τη συζήτηση αυτής (ΑΠ Ολομ. 13/2018, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 640/2016).

Καθό, όμως, μέρος η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του αναιρεσίβλητου (υπό στοιχείο Β του δικογράφου) Ελληνικού Δημοσίου, που ήταν ομόδικο του έκτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αντίδικο αυτού στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθότι ο αναιρεσείων Δήμος Θεσσαλονίκης δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έναντι του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ούτε με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς αυτό (Δημόσιο) και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το ως άνω αναιρεσίβλητο.

Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη με δήλωση αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού (ΑΠ 668/2018, ΑΠ 1345/2017, ΑΠ 18/2016). Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2-13, 15-18, 20-26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με χρόνο έναρξης της ισχύος της τελευταίας από 1.1.2004, ορίσθηκε α) με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία (ένα έτος για την απονομή του αμέσως επομένου μετά το εισαγωγικό Μ.Κ.

και δύο έτη για την απονομή όλων των επομένων μισθολογικών κλιμακίων) και ότι λαμβάνεται υπόψη γι’ αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού και β) με το ως άνω άρθρο 15 παρ. 1 ότι "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη:

α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι. ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ’ αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Εξ άλλου προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), επακολούθησε ο νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Παρ.1.

Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του.

Παρ.2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, άπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ` εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.

Παρ. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παρ. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Παρ. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44Α). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής και των παραπάνω διατάξεων του Ν. 3205/2003 συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο, ΟΤΑ κλπ με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί κατά την έννοια του άρθρου 15 παρ. 1 περ.

ι του Ν. 3205/2003 και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 παρ. 4 εδ. β’ Ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλαδή ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 598/2020, ΑΠ 59/2018).

Εξάλλου με την παρ.1 του άρθρου 18 του Ν. 3870/2010 (ΦΕΚ Α 138/9.8.2010) "Εκλογικές δαπάνες συνδυασμών και υποψηφίων και έλεγχος αυτών, κατά τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές" ορίζεται ότι "1.α.i. Το προσωπικό, που έχει καταταγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 (ΦΕΚ 48Α) σε οργανικές θέσεις καθαριστριών και καθαριστών με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και απασχολείται στον καθαρισμό σχολικών μονάδων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, μεταφέρεται από 1.1.2011, με την ίδια σχέση εργασίας, σε προσωποπαγείς θέσεις στους αντίστοιχους δήμους, όπως αυτοί συνιστώνται με το άρθρο 1, που ανήκουν οι μονάδες αυτές, για την άσκηση της αρμοδιότητας καθαρισμού των οικείων σχολικών μονάδων της χωρικής τους αρμοδιότητας, σύμφωνα και με τη ρύθμιση του άρθρου 75 παρ. 1 περ.

ε του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων..." ii. Για τη μεταφορά εκδίδεται μέχρι 31.12.2010 σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. iii. Το ανωτέρω προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς, στο οποίο υπαγόταν πριν από τη μεταφορά του στους δήμους, τυχόν δε επιπλέον αποδοχές με τα πάσης φύσεως επιδόματα διατηρούνται ως προσωπική διαφορά".

Με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 "Συλλογικές διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κλπ" (ΦΕΚ Α 180) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση(Κεφάλαιο Α`). Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του νόμου αυτού οι διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού έχουν εφαρμογή στους έμμισθους πολιτικούς υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των ΟΤΑ, ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου για το προσωπικό των ως άνω νομικών προσώπων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 1876/1990. Επίσης με το άρθρο 172 παρ.1 του Ν. 3574/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" ορίζεται ότι "Οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 όπως ισχύει".

Με το άρθρο 19 του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, ν.π.δ.δ. και ο.τ.α. ισχύουν οι διατάξεις αυτού του νόμου, εφ` όσον δεν αποκλείονται από τη φύση τους και με την επιφύλαξη των παρακάτω ρυθμίσεων: 1.

Όπου στο νόμο αυτόν αναφέρονται εργοδοτικές οργανώσεις ή εργοδότης, νοούνται ο Υπουργός Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Ειδικά για τους εργαζόμενους στα ν.π.δ.δ. και στους ο.τ.α. συμμετέχει και ο υπουργός που ασκεί σ` αυτούς την εποπτεία. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να οριστεί κοινός εκπρόσωπος με κοινή απόφαση των δύο υπουργών.

Από πλευράς των εργαζομένων οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας της κατηγορίας αυτής υπογράφονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ανάλογης βαθμίδας. 2. Σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, οι όροι εργασίας καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου υπουργού, εφ` όσον πρόκειται για εργαζόμενους στο Δημόσιο και του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος υπουργού για εργαζόμενους στα ν.π.δ.δ.

και ο.τ.α". Κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων υπογράφηκε η από 31.1.2011 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού δικαίου Προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" (πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφάλισης 8/31.1.2011) με συμβαλλόμενους αφενός τους εκπροσώπους του Ελληνικού Δημοσίου και του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και αφετέρου τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που εφαρμόζεται στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων που απασχολείται στους δήμους, στις κοινότητες, στους συνδέσμους, στα ιδρύματα και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των δήμων και κοινοτήτων και οργανισμούς που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους δήμους ή τις κοινότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 2 της ως άνω Σ.Σ.Ε. ορίζεται ότι στο ως άνω προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου επεκτείνονται οι αναγραφόμενες σ’ αυτό διατάξεις των νόμων που αφορούν τις μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ και την κατάταξη αυτών στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003, με το άρθρο 5 καθορίζεται το ύψος των ημερομισθίων εργατών και βοηθητικού προσωπικού από 1.10.2008 με βάση τα χρόνια υπηρεσίας, το επίδομα γάμου, το επίδομα τέκνων και το ανθυγιεινό επίδομα, με το άρθρο 9 καθορίζονται τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης, με το άρθρο 16 καθορίζεται η αναγνώριση προϋπηρεσίας για το προσωπικό που κατατάσσεται στους ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3320/2005 και με το άρθρο 21 καθορίζονται τα πλασματικά μισθολογικά κλιμάκια του προσωπικού που υπάγεται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα με τη συμπλήρωση των αναγραφομένων ετών υπηρεσίας.

Περαιτέρω, με το Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α’ 226/27-10-2011), ορίζεται στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού με έναρξη ισχύος των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού από 1.11.2011 (άρθρο 32 παρ.4) και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4 ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), ....", στο άρθρο 6 παρ.1, ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά,"...

στο άρθρο 12 του νόμου αυτού το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4, στο άρθρο 13 οι βασικοί μισθοί του ως άνω προσωπικού με καθορισμό του βασικού μηνιαίου μισθού του Μ.Κ. 1 της Υ.Ε. κατηγορίας στο ποσό των επτακοσίων ογδόντα (780) ευρώ και οι εισαγωγικοί μηνιαίοι βασικοί μισθοί των Μ.Κ. 1 των κατηγοριών Δ.Ε., Τ.Ε.

και Π.Ε. και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων με βάση τον αναγραφόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο υπολογισμού τους και στα άρθρα 15, 17, 18 και 19 τα επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, οικογενειακής παροχής, θέσης ευθύνης και κινήτρων απόδοσης αντίστοιχα. Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της Π.Ν.Π. 16.12.2011 (Α’ 262), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.4047/2012 (Α 31), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: ....

Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3. ....4.

Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Η εφαρμογή της διάταξης της ως άνω περ. β του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011 που θα άρχιζε από 1.11.2012, ανεστάλη μέχρι 31.12.2016 με τη διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 "Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016-Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016" (Α’ 222) με την οποία ορίζεται ότι "1. ...2 Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β’ του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011(Α’ 226).

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012 .....". Η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011, καταργήθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 4354/2015 (Α 176) με τίτλο "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" από 1.1.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού).

Ακολούθως με το Κεφάλαιο Β του ως άνω νόμου (4354/2015) και τίτλο του κεφαλαίου αυτού "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο. του Κεφαλαίου A του Ν. 3429/2005 και άλλες μισθολογικές διατάξεις", ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι στις διατάξεις του ως άνω Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και άλλων φορέων του Δημοσίου Τομέα (άρθρο 7), ορίζεται ότι το ως άνω προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά κατέχει, σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) (άρθρο 8), καθορίζονται οι βασικοί μισθοί του ως άνω προσωπικού, ο βασικός μηνιαίος μισθός του Μ.Κ. 1 της Υ.Ε.

κατηγορίας στο ποσό των επτακοσίων ογδόντα (780) ευρώ και οι εισαγωγικοί μηνιαίοι βασικοί μισθοί των Μ.Κ. 1 των κατηγοριών Δ.Ε., Τ.Ε. και Π.Ε. και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων με βάση τον αναγραφόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο υπολογισμού τους (άρθρο 14), η οικογενειακή παροχή (άρθρο 15), το επίδομα θέσης ευθύνης (άρθρο 16), το επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας (άρθρο 18), το επίδομα απομακρυσμένων-παραμεθορίων περιοχών (άρθρο 19) και η διασφάλιση των αποδοχών στην περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, οπότε η διαφορά διατηρείται ως προσωπική για τον υπολογισμό της οποίας δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης (άρθρο 27 παρ.1).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016,).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος της δέχθηκε τα εξής : "Δυνάμει αλλεπάλληλων συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ήδη υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητο) και των εναγόντων (μεταξύ των οποίων και οι υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητοι), το πρώτο προσέλαβε τους τελευταίους, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες καθαριότητας των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για χρονικό διάστημα απασχόλησης από 1/9 έως την 30/6 εκάστου έτους, [δηλαδή ίσο περίπου με το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης], ήτοι για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών του Ελληνικού Δημοσίου....

Οι διαδοχικές συμβάσεις επιγραφόμενες ως "συμβάσεις μίσθωσης έργου", συνήφθησαν, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990, για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγόμενου..... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο, επί σειρά συνεχόμενων διαδοχικών ετών μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005......

Ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, για τη θεώρηση των συμβάσεων τους, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, οι ενάγοντες κατέθεσαν εμπροθέσμως αιτήσεις στο ΥΠΕΠΘ, βάσει των σχετικών διατάξεων του προαναφερόμενού άρθρου. Επί των αιτήσεών τους, απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και το ΑΣΕΠ, οπότε με υπ’ αριθμόν 132333/Δ4/7-12-2006 και 2928/Δ4/10-1-2007 αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ κατετάγησαν σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας, έκτοτε, βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, την ειδική παροχή των 176€ και οικογενειακό επίδομα, οι δε μηνιαίες τους αποδοχές ανέρχονταν, την 31-10-2011 στο συνολικό ποσό των 1.244,44€, ενώ από 1-1-2011 (εννοεί από 1.11.2011), στο ποσό των 933,33 ευρώ, χωρίς τον συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους.

Ως απασχολούμενοι οι ενάγοντες, με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, δικαιούνται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, τις διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων αποδοχών τους καθώς και τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, για το μετά την κατάταξη τους χρονικό διάστημα καθώς και τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις για την κατηγορία αυτή των εργαζομένων, για το χρονικό διάστημα προ της κατάταξής τους σε οργανικές θέσεις, ενώ, δεν δικαιούνται διαφορές αποδοχών, για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα.

Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος Δήμος δεν αμφισβητεί ειδικώς τα αιτούμενα κονδύλια....". Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι με την με αριθμό 2928/10.1.2007 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων όλοι οι αναιρεσίβλητοι κατετάγησαν σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα της καθαρίστριας ΥΕ και ότι από 1.1.2011 με την με αριθμό 33826/23.12.2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας μεταφέρθηκαν σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας και ειδικότητας στο έκτο εναγόμενο Δήμο Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "....1) η 21η ενάγουσα, Π. Π. του Π. (1η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-1-1999 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.033,83€, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 100,50 € (1.033,83-933,33) το μήνα για χρονικό διάστημα 21 μηνών, ήτοι από 22-12-2014 και έως 30-9-2016, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 21η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.110,50 €...., 2) η 22η ενάγουσα, Ε. Τ. του Θ. (2η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-1998 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.061,58€, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 128,25 € (1.061,58-933,33) το μήνα για χρονικό διάστημα 24 μηνών, ήτοι από 13.10.2015 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 22η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 3.078 €..., 3) η 23η ενάγουσα, Ι. Μ. του Α. (3η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-1996 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.090,08 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 156,75 € (1090,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 34 μηνών, ήτοι από 2-11-2014 και έως 30.9.2016, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 23η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 5.329,50 €, .... 6) η 26η ενάγουσα, Μ. Σ. του Α. (4η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-1995 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.090,08€ ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 156,75 € (1.090,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 35 μηνών, ήτοι από 25.10.2014 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 26η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο, το ποσό των 5.486,25 €..., 7) η 27η ενάγουσα, Χ. Ν. του Κ. (5η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1η-11-1993 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της ....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.120,08 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 186,75 € (1120,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 35 μηνών, ήτοι από 25.10.2014 και έως 30.9.2017.... Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 27η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 6.536,25 €...., 8) η 28η ενάγουσα, Τ.

Τ. του Α. (6η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-10-2000 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της .... Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.006,83 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 73,50 € (1006,83 - 933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 31 μηνών, ήτοι από 9.2.2015 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 28η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.278,50 €..., , 9) η 29η ενάγουσα, Ε. Π. του Μ. (7η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-1986 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της...

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, τα ποσό των 1.219,08 Ε, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 285,75 € (1219,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 35 μηνών ήτοι από 21-10-2014 και έως 30.9.2017.... Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 29η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 10.001,25 €..., 10) η 30η ενάγουσα, Ό.

Φ. του Β. (8η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 15-1-1997 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της.... Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο- εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.061,58 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 128,25 € (1.061,58-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 35 μηνών ήτοι από 17-10-2014 και έως 30-9-2017....

Συνολικά λοιπόν οφείλεται στην τριακοστή ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 4.488,75 €..., 11) η 31η ενάγουσα, Μ. Κ. του Α. (9η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-3-1995 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.090,08 €, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 156,75 € (1.090,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 34 μηνών, ήτοι από 4-11-2014 και έως 30-9-2017.... Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 31η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 5.329,50 €..., 12) η 32η ενάγουσα, Δ.

Μ.-Β. (10η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-10-2000 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.006,83 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 73,50 € (1.006,83-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 32 μηνών, ήτοι από 24.1.2015 και έως 30.9.2017....

Συνολικά λοιπόν οφείλεται στην 32η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.352 €, 13) η 33η ενάγουσα, Σ. Κ. του Γ. (11η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-1999 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.033,83 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 100,50 € (1.033,83-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 35 μηνών, ήτοι από 27-10-2014 και έως 30.9.2017.... Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 33η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο, το ποσό των 3.517,50 €..., 14) Η 34η ενάγουσα, Π.

Π. του Θ. (12η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-2001 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της.... Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά, από το έκτο εναγόμενο εργοδότη της, το ποσό των 1.006,83 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 73,50 € (1.006,83-933,33) το μήνα για χρονικό διάστημα 34 μηνών, ήτοι από 2.11.2014 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 34η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.499 €...., 15) η 35η ενάγουσα, Α. Κ. του Δ. (13η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-2001 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο- εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.006,83 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 73,50 € (1.006,83-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 34 μηνών, ήτοι από την 2-11-2014 και έως 30.9.2017....

Συνολικά λοιπόν οφείλεται στην τριακοστή πέμπτη ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.499 €..., 16) ο 36ος ενάγων, Β. Γ. του Α. (14ος αναιρεσίβλητος), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαριστής, το πρώτον, την 1-2-1998 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής του....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία του, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα εργοδότη του, το ποσό των 1.061,58 € ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 128,25 € (1061,58 - 933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 35 μηνών, ήτοι από 27-10-2014 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στον 36° ενάγοντα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 4.488,75 €..., 17) η 37η ενάγουσα Γ. Κ. του Β. (15η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-1996 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της...

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.090,08 €, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 156,75 € (1.090,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 24 μηνών, ήτοι από 30-9-2015 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 37η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 3.762 €..., 18) η 38η ενάγουσα, Μ. Τ. του Ε. (16η αναιρεσίβλητη), ......, 20) η 40η ενάγουσα, Ε. Τ. του Μ. (17η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-10-1985 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο- εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.219,08 €, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 285,75 € (1.219,08-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 31 μηνών, ήτοι από 9-2-2015 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 40η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 8.858,25 €..., , 21) η 41η ενάγουσα, Φ. Γ. του Χ. (18η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-10-2000 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....

Σύμφωνα με τη συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα εργοδότη της, το ποσό των 1.006,83 €, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 73,50 € (1.006,83-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 34 μηνών, ήτοι από 10.11.2014 και έως 30.9.2017....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 41η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 2.499 €...και 23) η 43η ενάγουσα Μ. Τ. του Γ. (19η αναιρεσίβλητη), προσλήφθηκε, με σύμβαση μίσθωσης έργου, ως καθαρίστρια, το πρώτον, την 1-9-2001 και έκτοτε απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, αδιάλειπτα μέχρι και την ημερομηνία κατάταξής της....Σύμφωνα με την συνολική προϋπηρεσία της, θα έπρεπε να λαμβάνει, κατόπιν ορθού υπολογισμού, που δεν αμφισβητείται ειδικά από το έκτο εναγόμενο-εκκαλούντα-εργοδότη της, το ποσό των 1.006,83 €, ως μηνιαίο μισθό, ήτοι επιπλέον ποσό 73,50 € (1.006,83-933,33) το μήνα, για χρονικό διάστημα 3 μηνών, ήτοι από 17.4.2013 και έως 1.7.2013, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε....

Συνολικά, λοιπόν, οφείλεται στην 43η ενάγουσα από το έκτο εναγόμενο το ποσό των 220,50 €.... Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, όσον αφορά την κριθείσα με (γνήσια) σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου απασχόλησης των εναγόντων είναι φανερό ότι φορέας της εργασιακής σχέσης με τον οποίο συνδέονταν αυτοί, από την ημεροχρονολογία της κατάταξής τους και εντεύθεν, τυγχάνει ο 6ος εναγόμενος-εκκαλών Δήμος Θεσσαλονίκης, ο οποίος και αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο εκάστου εκ των εναγόντων.....

Περαιτέρω, αναφορικά με το συνολικό χρόνο εργασίας των εναγόντων προ της κατάταξής τους και την εν γένει υπηρεσιακή τους εξέλιξη και μετά την κατάταξη τους, κατά το έτος 2007 σε θέση εργασίας αορίστου χρόνου (μετά από την οποία αφορά το σύνολο των αγωγικών τους αξιώσεων), προσκομίζονται από την πλευρά τους, βεβαιώσεις υπηρεσίας και υπηρεσιακών μεταβολών, καθώς και αντίγραφα των ετήσιων διαδοχικών και αδιάλειπτων συμβάσεων τους....

Με την ένδικη αγωγή τους ζητούν μόνο την καταβολή, εις έκαστον εξ αυτών, της μισθολογικής διαφοράς, δυνάμει της προϋπηρεσίας ενός εκάστου, διανυθείσας, κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή, με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και για χρονικά διαστήματα, που είχαν καταταγεί και μισθοδοτούνταν από το εκκαλούν, το οποίο αν είχε προσμετρήσει ως όφειλε το σύνολο της προϋπηρεσίας μας αυτής θα είχε προβεί και σε ορθό υπολογισμό των καταβλητέων αποδοχών τους, όπως οι σχετικές διατάξεις (Ν. 3205/2003, 4024/2011 και 4354/2015) ορίζουν.

Ως εκ τούτου οι σχετικοί υπ’ αριθμ. 1ος , 3ος και 4ος εκ των λόγων εφέσεως, πρέπει ν’ απορριφθούν ως νόμω και ουσία αβάσιμοι.....". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του έκτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως προς τους ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου μισθολογικές διατάξεις της από 31.1.2011 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου των Ο.Τ.Α (πράξη καταθ. 8/31.1.2011) που εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες και τις μισθολογικές διατάξεις του νόμου 3205/2003 που εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, παράλληλα δε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των μισθολογικών διαφορών που επιδίκασε σε έκαστο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με την εφαρμογή των μισθολογικών διατάξεων των νόμων 4024/2011 και 4354/2015 και ειδικότερα ως προς τον τρόπο υπολογισμού τους σε σχέση με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 29 του Ν. 4024/2011 και 27 του ν. 4354/2015, αντίστοιχα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ορθής εφαρμογής τους.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις μισθολογικές διατάξεις του Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" για τον υπολογισμό του ύψους των αποδοχών που δικαιούταν έκαστος αναιρεσίβλητος το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 προκειμένου να κρίνει, αν λόγω της εφαρμογής από 1.11.2011 των μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4024/2011 στους αναιρεσίβλητους, η μείωση των μηνιαίων αποδοχών εκάστου από αυτούς από 1.11.2011 ήταν μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που δικαιούταν το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους και επιδικάσει την υπερβάλλουσα το ως άνω ποσοστό διαφορά, κατ’ άρθρο 29 του ως άνω νόμου (4024/2011) και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε για τον ως άνω υπολογισμό του ύψους των μηνιαίων αποδοχών των αναιρεσίβλητων του μηνός Οκτωβρίου 2011 τις μισθολογικές διατάξεις της έχουσας ισχύ ουσιαστικού νόμου από 31.1.2011 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού δικαίου Προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" (πράξη κατάθ.

Υπ. Εργασίας και Κοιν. Ασφάλισης 8/31.1.2011) που ήταν εφαρμοστέες ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής των αναιρεσίβλητων, ως μισθωτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του αναιρεσείοντος ΟΤΑ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 (που μεταφέρθηκαν οι αναιρεσίβλητοι στον αναιρεσείοντα ΟΤΑ) μέχρι 31.10.2011, δεδομένου ότι από 1.11.2011, όπως προεκτέθηκε, αυτοί αμείβονταν πλέον με τις μισθολογικές διατάξεις του Ν. 4024/2011.

Και τούτο διότι οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μέχρι την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Ν. 4024/2011 (1.11.2011), καθορίζονταν με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος υπουργού μόνο σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στα ως άνω νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 19 του Ν. 1876/1990, όπως άλλωστε προκύπτει και από το στοιχείο 6 του προοιμίου της υπ’ αριθμ.

οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν 3205/2003, με την οποία επεκτάθηκαν από 1.1.2004 οι διατάξεις του ως άνω νόμου και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου κλπ για το λόγο ότι συνέτρεχε αδυναμία υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας για το ως άνω προσωπικό, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, αφού για τον υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσίβλητων του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011 ίσχυαν οι διατάξεις της ως άνω από 31.1.2011 Σ.Σ.Ε.

που συνήφθη κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 του ν. 2738/1999, 172 παρ.1 του ν. 3574/2007 και 19 παρ.1 του Ν. 1876/1990. Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι λάμβαναν στις 31.10.2011 από το αναιρεσείοντα ΟΤΑ ως αποδοχές το συνολικό ποσό των 1.244,44 ευρώ το μήνα, ότι οι μηνιαίες αποδοχές τους ανήλθαν από 1.11.2011 στο ποσό των 933,33 ευρώ (μείωση 25%) και ότι ειδικότερα με βάση την προϋπηρεσία τους και κατόπιν ορθού υπολογισμού έπρεπε να λαμβάνουν ως μισθό και συνακόλουθα και ως διαφορές αποδοχών σε σχέση με τις καταβληθείσες τα εξής ποσά α) η πρώτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.033,83 ευρώ το μήνα, ότι δικαιούται τη διαφορά των 100,50 ευρώ το μήνα (1.033,83-933,33) για το διάστημα από 22.12.2014 έως 30.9.2016 και συνολικά το ποσό των 2.110,50 ευρώ, β) η δεύτερη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.061,58 ευρώ, ότι δικαιούται τη διαφορά των 128,25 ευρώ το μήνα (1.061,58-933,33) για το διάστημα από 13.10.2015 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 3.078 ευρώ, γ) η τρίτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.090,80 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 156,75 ευρώ το μήνα (1.090,80-933,33) για το διάστημα από 2.11.2014 έως 30.9.2016 και συνολικά το ποσό των 5.329, 50 ευρώ, δ) η τέταρτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.090,08 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 156,75 ευρώ το μήνα (1.090,80-933,33) για το διάστημα από 25.10.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 5.486,25 ευρώ, ε) η πέμπτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.120,38 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 186,75 ευρώ το μήνα (1.120,38-933,33) για το διάστημα από 25.10.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 6.536,25 ευρώ, στ) η έκτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.006,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 73,5 ευρώ το μήνα (1.006,83-933,33) για το διάστημα από 9.2.2015 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 2.278,50 ευρώ, 7) η έβδομη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.219,08 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 285,75 ευρώ το μήνα (1.219,08-933,33) για το διάστημα από 2.10.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 10.001,25 ευρώ, 8) η όγδοη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.061,58 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 128,25 ευρώ το μήνα (1.061,58-933,33) για το διάστημα από 17.10.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 4.488,50 ευρώ, 9) η ένατη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.090,08 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 156,75 ευρώ το μήνα (1.090,80-933,33) για το διάστημα από 4.11.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 5.329,5 ευρώ, 10) η δέκατη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.006,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 73,5 ευρώ το μήνα (1.006,83-933,33) για το διάστημα από 24.1.2015 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 2.352 ευρώ, 11) ενδέκατη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.033,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 100,50 ευρώ το μήνα (1.033,83-933,33) για το διάστημα από 27.10.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 3.517,50 ευρώ, 12) η δωδέκατη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.006,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 73,5 ευρώ το μήνα (1.006,83-933,33) για το διάστημα από 2.11.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 2.499 ευρώ, 13) η δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.006,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 73,5 ευρώ το μήνα (1.006,83-933,33) για το διάστημα από 2.11.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 2.499 ευρώ, 14) ο δέκατος τέταρτος αναιρεσίβλητος ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.061,58 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 128,25 ευρώ το μήνα (1.061,58-933,33) για το διάστημα από 27.10.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 4.488,75 ευρώ, 15) η δέκατη πέμπτη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.090,80 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 156,75 ευρώ το μήνα (1.090,08-933,33) για το διάστημα από 30.9.2015 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 3.762 ευρώ, 16)....17) η δέκατη έβδομη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.219,08 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 285,75 ευρώ το μήνα (1.219,75-933,33) για το διάστημα από 9.2.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 8.858,25 ευρώ, 18) η δέκατη όγδοη αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.006,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 73,5 ευρώ το μήνα (1.006,80-933,33) για το διάστημα από 2.11.2014 έως 30.9.2017 και συνολικά το ποσό των 2.499 ευρώ και 19) η δέκατη ένατη η αναιρεσίβλητη ότι έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.006,83 ευρώ και ότι δικαιούται τη διαφορά των 73,5 ευρώ το μήνα (1.006,83-933,33) για το διάστημα από 17.4.2014 έως 1.7.2013 και συνολικά το ποσό των 220,50 ευρώ, διέλαβε στο σκεπτικό του ανεπαρκείς αιτιολογίες α) ως προς τον τρόπο του υπολογισμού του ύψους των μηνιαίων αποδοχών που δικαιούταν έκαστος αναιρεσίβλητος το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011, υπό την ισχύ των μισθολογικών όρων της προαναφερθείσας ΣΣΕ με την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του που είχε από την εργασία του στο Δημόσιο με συμβάσεις μίσθωσης έργου πριν την κατάταξή του (10.1.2007) και μετά την κατάταξή του και μέχρι την ημερομηνία μεταφοράς του στο αναιρεσείοντα Δήμο (1.1.2011), το χρονικό διάστημα της οποίας (προϋπηρεσίας) δεν προσδιορίζεται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον τρόπο του υπολογισμού του ύψους των μηνιαίων αποδοχών που δικαιούταν έκαστος αναιρεσίβλητος από 1.11.2011, υπό την ισχύ των μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4024/2011, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην ένδικη υπόθεση και συγκεκριμένα για την περίπτωση που προκύπτει μείωση των μηνιαίων αποδοχών εκάστου αναιρεσίβλητου από 1.11.2011 μεγαλύτερη της μείωσης κατά ποσοστό 25% των αποδοχών που ελάμβανε το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους, οπότε η υπερβάλλουσα το ως άνω ποσοστό (25%) μείωση διατηρείται ως τμήμα των αποδοχών και καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011 δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, με τη διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 ανεστάλη μέχρι 31.12.2016 η εφαρμογή της διάταξης της ως άνω περ.

β του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011 που προέβλεπε ότι η υπερβάλλουσα το ως άνω ποσοστό (25%) μείωση των αποδοχών θα εφαρμοζόταν από 1.11.2012 και τελικά καταργήθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 4354/2015 και β) ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ύψους των μηνιαίων αποδοχών που δικαιούταν έκαστος των αναιρεσίβλητων στις 31.12.2015 υπό την ισχύ των ως άνω μισθολογικών διατάξεων του Ν. 4024/2011 και ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ύψους των μηνιαίων αποδοχών που δικαιούταν την 1.1.2016 υπό την ισχύ των μισθολογικών διατάξεων του Ν.4354/2015 που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην ένδικη υπόθεση και συγκεκριμένα για την περίπτωση που προκύπτει μείωση των μηνιαίων αποδοχών εκάστου αναιρεσίβλητου από 1.1.2016 σε σχέση με τις μηνιαίες αποδοχές του στις 31.12.2015, οπότε η μείωση αυτή διατηρείται ως τμήμα των αποδοχών και καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 27 παρ.1 του Ν. 4354/2015 και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ΟΤΑ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της από 14.2.2019 έφεσης του αναιρεσείοντος, των από 20.9.2018 προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και των από και από 12.10.2020 προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αμφισβητούσε τόσο το ύψος των μηνιαίων αποδοχών (1.244,44 ευρώ) που ισχυρίζονταν οι αναιρεσίβλητοι ότι τους κατέβαλε το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 όσο και το ύψος των αποδοχών του ιδίου μήνα που έκαστος από αυτούς ισχυριζόταν ότι δικαιούταν με την αναγνώριση του συνόλου της προϋπηρεσίας του, καθώς επίσης και το ύψος των μηνιαίων αποδοχών που ισχυρίζονταν ότι τους κατέβαλε από 1.11.2011 (933 ευρώ), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή από την προσβαλλόμενη απόφαση των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 29 του Ν. 4024/2011 και 27 του Ν. 4354/2015 σε σχέση με τα ως άνω επιδικασθέντα σε έκαστο ενάγοντα ποσά και για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα.

Ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων στο από 26.11.2011 υπόμνημά τους ότι η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη γιατί δεν αναφέρονται με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι από το δικόγραφο αυτής προκύπτει ότι εκτίθενται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως οι ως άνω, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος των λόγων αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Μετά την παραδοχή του πρώτου και του τρίτου των λόγων αναίρεσης και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών παρέλκει η έρευνα του εκ των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι δεν απάντησε επί των αυτοτελών ισχυρισμών που είχε υποβάλλει με το δικόγραφο της έφεσής του και ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ’ αυτόν έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει προς απόδειξη των αυτοτελών ισχυρισμών του και προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των αντιδίκων του.

Συνακόλουθα, κατά παραδοχή των προαναφερομένων πρώτου και τρίτου των λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση, πλην της 16ης αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχείο Α του αναιρετηρίου, πλην της 16ης αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένης, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.4.2021 και με αριθ. κατάθεσης 2685/344/28.4.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 7135/28.12.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το υπό στοιχείο Β της αίτησης αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Αποφαίνεται ότι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου στις 21.1.2020 της δέκατης έκτης (16ης), υπό στοιχείο Α της αίτησης, αναιρεσίβλητης Μ. Τ..

Αναιρεί την με αριθ. 7135/28.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς, πλην της 16ης αναιρεσίβλητης, υπό στοιχείο Α της αίτησης, αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους υπό στοιχείο Α της αίτησης αναιρεσίβλητους, πλην της 16ης αναιρεσίβλητης, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ