379/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/10/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated379/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν.4335/2015] λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ.
Full text
Απόφαση 379 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 379/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λέκκο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/10/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, [όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν.4335/2015] λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ.
ΑΠ 3/08, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1586/08) όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, [μεταξύ των οποίων και αυτός της αοριστίας (ΑΠ 669/07)] που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), μεταξύ των οποίων και αυτός της προκλήσεως δικονομικής βλάβης από την ακυρότητα της λαβούσας χώρα κλητεύσεως (Ολ.ΑΠ 2/2001).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ. ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007) έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 434/10 ΑΠ 148/2009) δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών αυτού (ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1994/14).
Με τον πρώτο, υπό στοιχ.α' λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη του, προταθέντα προς απόδειξη της προβληθείσης από τον ίδιο ενστάσεως εξοφλήσεως, θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό καταβολής, έναντι της αγωγικής απαιτήσεως, του συνολικού ποσού των 20.500 δολ.ΗΠΑ, γενομένης τμηματικώς δια εμβασμάτων "στις 14-10-2004, 14-11-2004, 18-11-2004, 9-11-2004 και 22-12-2004 ποσών 4000, 4050, 4000, 5000 και 3000 δολ.ΗΠΑ αντιστοίχως". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής κατά την οποία "...Συνοψίζοντας το Δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει...να απορριφθεί η ένσταση εξοφλήσεως που πρόβαλε ο εφεσίβλητος (αναιρεσείων) διότι αυτός δεν απέδειξε ότι οι ανερχόμενες στο ποσό των 20050 δολ. ΗΠΑ ως άνω καταβολές έγιναν προς εξόφληση της επίδικης οφειλής....", προκύπτει οτι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη (και) τον προταθέντα ως άνω ισχυρισμό αλλ'όμως τον απέρριψε, με ρητή παραδοχή, ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Οι περαιτέρω, δια των υπό στοιχ. β' και γ' του ιδίου ως άνω [πρώτου] λόγου της αναιρέσεως, προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αφενός την σαφέστατη κατάθεση της μάρτυρος του αντιδίκου (αναιρεσιβλήτου) Α. Π. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία βεβαίωσε την προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως καταθέτοντας ότι "μέχρι τον Αύγουστο του 2004 όλες τις προηγούμενες συναλλαγές του αυτός (αναιρεσείων) τις είχε εξοφλήσει" και αφετέρου τα νομίμως μετ'επικλήσεως από τον ίδιο προσκομισθέντα "δύο αντίγραφα γραμματίων είσπραξης της Εμπορικής Τραπέζης και ειδικότερα τα από 27-4-2004 και 19-5-2004 για τα ποσά των 5000 και 3000 δολ.
ΗΠΑ αντίστοιχα γραμμάτια" κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες αφού, από της διατάξεις των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ, προκύπτει σαφώς ότι δεν συγχωρούνται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων [όπως η προσβαλλομένη] οι δια των επικαλουμένων ως άνω αιτιάσεων επιχειρούμενοι κατ'ορθή εκτίμηση των δικογράφων της αίτησης, να θεμελιωθούν, εκ του άρθρου 559 αρ.11 και 12 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, μόνο όμως αναφορικά με την ανεύρεση δια αυτών της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι για τη συναγωγή εμμέσου αποδείξεως ή αναφορικά με την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/11).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 412/18, ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 560 αρ.1β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι "....η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία αυτονόητα θα οδηγούσαν το Δικαστήριο να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα δικαίου, δηλαδή να δεχθεί ότι δεν είναι δυνατόν να έχει καταβάλει για χρέος 20050 δολ.ΗΠΑ το ποσό των ποσό αυτό και έτερο ποσό 8000 δολ.ΗΠΑ...." κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως των εκτιθεμένων στη παραπάνω μείζονα σκέψη ως απαιτουμένων για την πληρότητα του σχετικού από το άρθρο 560 αρ. 1β ΚΠολΔ λόγου, στοιχείων, αφενός του προσδιορισμού των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, παραβιάζει η πληττόμενη απόφαση και αφετέρου της αναφοράς του κανόνα δικαίου για την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στη μείζονα σκέψη του οποίου αυτά (διδάγματα) χρησιμοποιήθηκαν.? Ο από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ [όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το ν.4335/2015] λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως απορρέουσα από την αντιφατικότητα αιτιολογιών ιδρύεται στην περίπτωση αντιφάσεως των διαλαμβανομένων στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογιών μεταξύ τους εις τρόπον, ώστε εξ αιτίας αυτής να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος ουσιαστικού δικαίου όχι δε και όταν υφίσταται ασυμφωνία (αντίφαση) των αιτιολογιών αυτής προς το περιεχόμενο άλλων εγγράφων έστω και διαδικαστικών (ΑΠ 912/2018).
Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο τρίτος, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτεθιμένων, η από το άρθρο αρ.560 αρ.6 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι το απορριπτικό της προβληθείσης ενστάσεως εξοφλήσεως σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον αντιφάσκει τόσο με την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Α.
Π., η οποία επιβεβαίωσε την ουσιαστική βασιμότητα της καταθέτοντας ότι "μέχρι τον Αύγουστο του 2004 όλες τις προηγούμενες συναλλαγές του (ο αναιρεσείων) τις είχε εξοφλήσει" όσο και με την προκύπτουσα "από τα από 27-4-2004 και 19/5/2004 για τα ποσά των 1000 και 3000 δολ.ΗΠΑ γραμμάτια καταβολής" απόδειξη κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) χωρίς να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του τελευταίου (ΚΠολΔ 106 και 191 παρ.2)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 10-10-2017 και με αριθμ.καταθ.41/2017] αίτηση αναιρέσεως της 205/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ