Supreme Court dismisses appeal against administrative court ruling on public enterprise status and awards costs to the municipality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the second-instance judgment regarding the legal status of a municipal enterprise. The appellant argued the entity was a private law person subject to bankruptcy, but the court found this irrelevant as the entity operates under public law regulations defining its charitable nature. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the costs of the municipality of Volos.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 566 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 109(7)(b) of Law 3852/2010: An appeal against a judgment concerning a public enterprise must be directed at the successor entities if the original defendant has ceased to exist; the court ruled that the legal form of a public enterprise does not determine its applicability to public law regulations, and thus the appeal based on private law status is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 379 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 379/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ρ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βασιλικό, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. (Κ.Ο. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση", που εδρεύει στο Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Για την αναιρεσίβλητη, που έχει λυθεί και εκκαθαρισθεί, παραστάθηκαν ως διάδοχοι της τα ακόλουθα: α)Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Βόλου" που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντινιά Βακουφτσή, που κατέθεσε προτάσεις και β)Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ" (Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) που εδρεύει στο Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Ζυγούρη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/11/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξουσίες των διαδόχων της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δεν αυτός αποβιώσει ή προκειμένου για αντίδικο νομικό πρόσωπο, αν αυτό έπαυσε να υπάρχει, αυτή (αναίρεση) πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του αποβιώσαντος ή των οιονεί καθολικών διαδόχων του καταργηθέντος νομικού προσώπου.
Διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1987). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 7 εδ. β του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α 87/7.6.2010), η οποία προστέθηκε το πρώτο με το άρθρο 43 παρ. 5 του Ν. 3979/2011 (ΦΕΚ Α 138/16.6.2011) και διατηρήθηκε σε ισχύ με λεκτικές μόνο μεταβολές του περιεχομένου της με το άρθρο 76 του Ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α 232/9.12.2016) και στη συνέχεια με το άρθρο 15 Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31.7.2017), ορίζεται ότι στις περιπτώσεις λύσης (μεταξύ άλλων) και κοινωφελών (δημοτικών) επιχειρήσεων, οφειλές αυτών προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων αποδοχών του μεταφερομένου (στον αντίστοιχο φορέα του οικείου δήμου που αναλαμβάνει τις δραστηριότητες της λυθείσας κοινωφελούς επιχείρησης κατά το εδάφιο α της ιδίας διάταξης) προσωπικού τους, μπορεί να καταβάλλονται από τον οικείο Δήμο, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" ορίζεται ότι τη λύση της (δημοτικής ή κοινοτικής) επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής και ότι μετά την εκκαθάριση όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την έχει συστήσει.
Με το άρθρο 9 της με αριθ. 50891/10.9.2007 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β 1876/29.9.2007), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 264 εδ. δ του ιδίου ως άνω Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως η παρ. 6 αυτής αντικαταστάθηκε με την με αριθ. 12049/19.4.2017 όμοια Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 1415/26.4.2017), ρυθμίσθηκαν οι λεπτομέρειες της λύσης και εκκαθάρισης δημοτικών ή κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων.
Ειδικότερα με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, επαναλαμβάνεται η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 262 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, με την παρ. 3 ορίζεται ότι η εκκαθάριση γίνεται μόνο από ορκωτούς λογιστές που ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, με την παρ. 4 ορίζεται ότι μετά τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και τις αρμοδιότητές του ασκούν οι εκκαθαριστές (εκτός από εκείνες που θα κρατήσει το ίδιο το δημοτικό ή κοινοτικό Συμβούλιο), οι οποίοι οφείλουν να διενεργήσουν απογραφή, αμέσως μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, με την παρ. 5 ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη της επιχείρησης, το δε υπόλοιπο περιέρχεται στο Δήμο ή την Κοινότητα που έχει συστήσει την επιχείρηση και ότι οι λογαριασμοί της εκκαθάρισης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, το οποίο επίσης αποφασίζει για την απαλλαγή των εκκαθαριστών από κάθε ευθύνη και τέλος με την παρ. 6 ορίζεται ότι το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την τριετία από την ημερομηνία έναρξης αυτής, ότι για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της τριετίας και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο κάθε φορά για την ολοκλήρωση αυτής απαιτείται πράξη της αρμόδιας για την εποπτεία του Δήμου αρχής, κατόπιν σχετικής απόφασης του οικείου δημοτικού συμβουλίου και ότι σε κάθε περίπτωση ο συνολικός χρόνος της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την οκταετία.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 103 παρ.1 στοιχ. α του Ν. 3852/2010 και με προφανή σκοπό την εξοικονόμηση δαπανών από τους δήμους ορίσθηκε ότι κάθε δήμος μπορεί να συνιστά ή να έχει έως δύο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και ένα για τους τομείς αθλητισμού, πολιτισμού και περιβάλλοντος), εφόσον δε διαθέτει κοινωφελή επιχείρηση τότε μπορεί να έχει έως ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που περιέρχονται στο νέο δήμο συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε ένα νομικό πρόσωπο για καθένα από τους τομείς αρμοδιότητάς του που προβλέπονται στην περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση λύσης δημοτικής (κοινωφελούς) επιχείρησης, ο οικείος Δήμος δεν καθίσταται άνευ άλλου τινός διάδοχος των προς τρίτους υποχρεώσεων της δημοτικής επιχείρησης που λύθηκε, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δημοτικού Συμβουλίου ν' αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου την ανάληψη και εξόφληση τέτοιων οφειλών της λυθείσας δημοτικής επιχείρησης από τη λειτουργία της προς τρίτους.
Πράγματι, αν η βούληση του νομοθέτη ήταν η αυτοδίκαιη διαδοχή του οικείου δήμου στις προς τρίτους υποχρεώσεις δημοτικής επιχείρησης που λύθηκε, τότε δεν θα είχε δικαιολογητικό λόγο η θέσπιση της ως άνω διάταξης (ΑΠ 841/2018, ΑΠ 1846/2017). Επομένως, κατά το στάδιο αυτό εξακολουθεί να νομιμοποιείται παθητικά η υπό εκκαθάριση τελούσα δημοτική (ή κοινοτική) κοινωφελής επιχείρηση αναφορικά με την απαίτηση των τρίτων, όπως των εργαζομένων προηγουμένως σε αυτήν, εκτός εάν για την οφειλή αυτή (ή μέρος αυτής) έχει προηγουμένως ληφθεί σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, για την καταβολή της στον τρίτο από τον Δήμο.
Στην περίπτωση αυτή η σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου φέρει το χαρακτήρα στερητικής αναδοχής χρέους. Τούτο μάλιστα ορίσθηκε και ρητά προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων με πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση και ειδικότερα με το άρθρο 16 παρ.1 και 3 του Ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Β 192/14.11.2018) με ισχύ από 31.7.2017, με το οποίο προστέθηκαν σχετικά εδάφια στο εδάφιο β της παρ. 7 του άρθρου 109 του Ν. 3852/2010.
Μετά όμως την λήξη της εκκαθάρισης της δημοτικής ή κοινοτικής (κοινωφελούς) επιχείρησης με την έγκριση του ισολογισμού λήξης αυτής από το δημοτικό ή το κοινοτικό συμβούλιο, οπότε παύει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η δημοτική ή κοινοτική επιχείρηση και όλα τα περιουσιακά στοιχεία αυτής (και επομένως και υποχρεώσεις) περιέρχονται στο Δήμο ή Κοινότητα που είχε συστήσει την τελευταία, νομιμοποιείται πλέον παθητικά ο Δήμος ή η Κοινότητα για τυχόν αμφισβητούμενες και μη ικανοποιηθείσες από την εκκαθάριση απαιτήσεις τρίτων κατά της δημοτικής ή της κοινοτικής επιχείρησης.
Πολλώ δε μάλλον νομιμοποιείται παθητικά, αν για τις εναπομένουσες οφειλές της δημοτικής επιχείρησης, μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, λήφθηκε περαιτέρω και απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για την ανάληψη αυτών από το Δήμο, κατ' εφαρμογή του άνω άρθρου 109 παρ. 7 εδ. β του Ν. 3852/2010. Αντιθέτως δεν νομιμοποιείται παθητικά ο συσταθείς ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου οργανισμός στον οποίο συγχωνεύονται άλλα ήδη λειτουργούντα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 103 παρ.1 στοιχ.
α και 2 του Ν. 3852/2010 (όχι όμως και η λυθείσα δημοτική επιχείρηση, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά την παρ. 5 του άρθρου 252 του ως άνω Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), για το μόνο λόγο ότι μεταξύ των σκοπών του ούτω συσταθέντος ΝΠΔΔ περιελήφθησαν οι δραστηριότητες που προηγουμένως ασκούσε η λυθείσα και τεθείσα υπό εκκαθάριση δημοτική ή κοινοτική κοινωφελής επιχείρηση.
Και τούτο διότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση συγχώνευσης της δημοτικής επιχείρησης στο συνιστώμενο ΝΠΔΔ, αλλά αυτή εξακολουθεί να υφίσταται για τις ανάγκες της εκκαθάρισης μέχρι την έγκριση του τελικού ισολογισμού εκκαθάρισης και κατά συνέπεια είναι νομικά αδιάφορο το γεγονός ότι το συνιστώμενο ΝΠΔΔ ανέλαβε τις δραστηριότητες αυτής στο πλαίσιο των ιδρυτικών του σκοπών.
Τέλος από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων και εκείνων των άρθρων 61 και 72 επ. του ΑΚ, 62 και 73 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, εάν το νομικό πρόσωπο (δημοτική επιχείρηση) που ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παύσει να υφίσταται, λόγω περάτωσης των εργασιών της εκκαθάρισης και περιέλευσης του υπολοίπου της περιουσίας του στο δήμο που είχε συστήσει αυτή, χωρίς όμως να γνωρίζει τούτο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη (απαράδεκτη) η αναίρεση που στρέφεται κατ' αυτής και νομίμως χωρεί η συζήτησή της κατά του καθολικού διαδόχου αυτής δήμου, ο οποίος καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στη θέση της αναιρεσίβλητης και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 402/2014, ΑΠ 512/2011, ΑΠ 1773/2001).
Αν δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για τη γνωστοποίηση του θανάτου επί φυσικού προσώπου ή για τη μεταβολή της νομικής προσωπικότητας επί νομικού προσώπου, συνάγεται απόδειξη ότι ο αναιρεσείων δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της εν λόγω μεταβολής (ΑΠ 401/2018, ΑΠ 642/2016, ΑΠ 1282/2009, ΑΠ 65/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα με επίκληση δημόσια έγγραφα που αναφέρονται στην παθητική νομιμοποίηση των παραστάντων κατά τη συζήτηση της αναίρεσης Δήμου Βόλου και ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού - ΔΗΠΕΘΕ Δήμου Βόλου" (Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.), προκύπτουν τ' ακόλουθα:
Με την από 25.11.2011 και με αριθ. κατάθ. 159/29.11.2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας που στρεφόταν κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση τελούσας δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗΠΕΘΕ Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση" και έδρα την πόλη του Βόλου, στην οποία κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα απασχολείτο η ενάγουσα μέχρι την 1.6.2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε αποχώρησε της εργασίας της, καθότι είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για την πλήρη συνταξιοδότησή της λόγω γήρατος, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η τότε εναγομένη να της καταβάλει το 50% της αποζημίωσης απόλυσης (αντί του 40%, καθότι τούτο είχε αποφασισθεί με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης), που ανερχόταν στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 46.740,36 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 2.6.2011 μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 108/24.10.2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, με την οποία έγινε αυτή δεκτή στο σύνολό της, ως κατ' ουσία βάσιμη. Μετά την κατάθεση της εν λόγω αγωγής, το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Βόλου με την με αριθ. 748/ 12.12.2011 απόφασή του αποφάσισε κατά πλειοψηφία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 109 παρ. 7 εδ.
β του Ν. 3852/2010 την ανάληψη της οφειλής αυτής έναντι της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, μέχρι του ποσού όμως των 15.000 ευρώ. Το εν λόγω ποσό μάλιστα καταβλήθηκε από το Δήμο Βόλου στις 30.12.2011 στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με το από 28.11.2011 χρηματικό ένταλμα πληρωμής. Στη συνέχεια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα κοινωφελής δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση" άσκησε την από 30.11.2012 και με αριθ.
κατάθ. 951/6.12.2012 έφεση αυτής κατά της εν λόγω οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία επικαλέσθηκε ότι η ανωτέρω αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης της ενάγουσας - εφεσίβλητης δεν μπορεί να υπερβεί το όριο των 15.000 ευρώ, ποσό που έχει ήδη εξοφληθεί. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 239/28.11.2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, αφού κατά παραδοχή της έφεσης και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής εξαφάνισε, κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, την ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη κατά το μέρος που υπερέβαινε το όριο των 15.000 ευρώ και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, λόγω εξόφλησης του ποσού αυτού από τον Δήμο Βόλου (μη κατά τα άνω διάδικο στην δίκη ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας) με καταβολή αυτού στην ενάγουσα.
Κατά της με αριθ. 239/28.11.2014 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη από 27.11.2017 και με αριθ. κατάθ. 60/27.11.2017 αίτηση αναίρεσης, την οποία έστρεψε κατά της εναγομένης -εκκαλούσας υπό εκκαθάριση τελούσας κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση" (αρχικής διαδίκου), ως αναιρεσίβλητης.
Ήδη όμως πριν την άσκηση της αναίρεσης, με την με αριθ. 612/27.9.2017 απόφαση του δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Βόλου εγκρίθηκε ο ισολογισμός λήξης της εκκαθάρισης της κοινωφελούς επιχείρησης με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση", με συνέπεια οι τυχόν υπάρχουσες οφειλές αυτής να περιέλθουν κατά το άρθρο 262 παρ.2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και 9 παρ. 5 εδ.
β της με αριθ. 50891/10.9.2007 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β 1876/29.9.2007) στο Δήμο Βόλου που είχε συστήσει αυτήν. Μάλιστα με την ίδια απόφαση (612/27.9.2017) του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βόλου, ο τελευταίος, επικαλούμενος τη ρύθμιση του άρθρου 109 παρ. 7 εδ. β του Ν. 3852/2010, ανέλαβε τις οφειλές δικαστικών υποθέσεων της πιο πάνω δημοτικής επιχείρησης που εκκρεμούσαν ενώπιον των δικαστηρίων, στις οποίες περιλαμβανόταν και η επίδικη υπόθεση (βλ.
αριθ. 3 της συνημμένης στην πιο πάνω απόφαση συγκεντρωτικής κατάστασης). Επομένως, μετά την έκδοση της ως άνω με αριθ. 612/27.9.2017 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βόλου, οπότε έπαυσε να υφίσταται η εναγομένη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση", νομιμοποιούμενος ως αναιρεσίβλητος κατά το άρθρο 558 του ΚΠολΔ ήταν ο Δήμος Βόλου, κατά του οποίου έπρεπε να στραφεί η ένδικη από 27.11.2017 αίτηση αναίρεσης.
Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης ήταν σε γνώση της κατάργησης της ως άνω δημοτικής επιχείρησης και της ανάληψης των οφειλών από το Δήμο Βόλου και κατά συνέπεια η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ακύρως (απαραδέκτως) κατά της ως άνω δημοτικής επιχείρησης.
Επομένως, νομίμως χωρεί η συζήτησή της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά του Δήμου Βόλου, ο οποίος κλήθηκε προς τούτο από την αναιρεσείουσα και εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση στη θέση της καταργηθείσας αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, απορριπτομένων ως αβασίμων των διαλαμβανομένων στις προτάσεις του περί του αντιθέτου ισχυρισμών αυτού για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού ως αναιρεσίβλητου, ο οποίος προβάλλει κατά τα λοιπά υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Αντιθέτως δεν νομιμοποιείται παθητικά υπό την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου ο κληθείς επίσης από την αναιρεσείουσα και λειτουργών υπό τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) οργανισμός με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού - ΔΗΠΕΘΕ Δήμου Βόλου" (Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.), ο οποίος, μετά τη σύστασή του κατ' άρθρο 103 παρ.1 του Ν. 3852/2010 με την συγχώνευση σε αυτό τριάντα δημοτικών Ν.Π.Δ.Δ., δυνάμει της με αριθ. 254/18.4.2011 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βόλου, που εγκρίθηκε με την με αριθ.
πρωτ. 1263/48151 από 20.5.2011 απόφαση της γενικής γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 1316/16.6.2011), ανέλαβε και τις δραστηριότητες της τότε λυθείσας και τελούσας υπό εκκαθάριση δημοτικής επιχείρησης, όπως ορθώς επισημαίνει αυτός με τις προτάσεις του.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον ανωτέρω Δημοτικό Οργανισμό, ο οποίος δεν νομιμοποιείται με την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου στην ένδικη διαφορά. Τα δικαστικά έξοδα του ως άνω Οργανισμού, που παρέστη με ιδία πληρεξουσία δικηγόρο και κατέθεσε χωριστές προτάσεις, ως έχων αντίθετα συμφέροντα με τον Δήμο Βόλου, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179, 183 του ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος που αφορά τον παραστάντα Δήμο Βόλου υπό την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α 189) ορίζεται ότι "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970 (ΦΕΚ Α 171) "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίσθηκε ότι "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά με μεταγενέστερους νόμους (Ν. Δ/μα 207/1076, Ν. 1082/1980, Ν. 1545/1985 και Ν. 1876/1990) και προσδιορίσθηκε τελικώς με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α 110) στο ποσό των 15.000 ευρώ. Οι ως άνω διατάξεις ως εκ του σκοπού της θέσπισης τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών με στόχο την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους, στην περίπτωση δε των τραπεζών και των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, επιβαρύνουν το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 14/2001, ΟλΑΠ 10/1998, ΟλΑΠ 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.
Οι δε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. Ι του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α 114), ορίζεται ότι οι δημοτικές αρχές διευθύνουν και ρυθμίζουν όλες τις τοπικές υποθέσεις, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, με στόχο την προστασία, την ανάπτυξη και τη συνεχή βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας, οι δε αναφερόμενες στο νόμο επί μέρους δραστηριότητες των Δήμων και Κοινοτήτων αφορούν κυρίως τους τομείς α) ανάπτυξης, β) περιβάλλοντος, γ) ποιότητας ζωής και εύρυθμης λειτουργίας των πόλεων και των οικισμών, δ) απασχόλησης, ε) κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, στ) παιδείας, πολιτισμού και αθλητισμού και ζ) πολιτικής προστασίας.
Ειδικότερα στον τομέα παιδείας, πολιτισμού και αθλητισμού περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ίδρυση και λειτουργία βιβλιοθηκών, η ίδρυση και λειτουργία κέντρων δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, η εφαρμογή πολιτικών για την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού και την προβολή των πολιτιστικών αγαθών, με τη λειτουργία πολιτιστικών και πνευματικών κέντρων, μουσείων, πινακοθηκών, κινηματογράφων και θεάτρων, φιλαρμονικών και σχολών διδασκαλίας μουσικής, σχολών χορού, ζωγραφικής, γλυπτικής κλπ, καθώς και η μελέτη και εφαρμογή πολιτιστικών προγραμμάτων και η διοργάνωση συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων ή η συμμετοχή τους σε αυτά (άρθ. 75 περ.
Ι υπό στοιχ. στ αριθ. 2, 3, 5 και 8). Οι αρμοδιότητες αυτές στη συνέχεια επεκτάθηκαν και με πρόσθετες δράσεις από 1.1.2011 με τα άρθρα 94 παρ. 4 και 95 παρ. 1 του Ν. 3852/2010. Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1, 2 και 3 του ιδίου Κώδικα, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 παρ. 19 του Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α 263), ορίσθηκε ότι Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να συστήσει δημοτική ή κοινοτική κοινωφελή επιχείρηση με σκοπό την οργάνωση λειτουργιών ή δραστηριοτήτων και την παροχή υπηρεσιών συναφών ή συνδεόμενων με τις αρμοδιότητές τους, που αναφέρονται στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού και του περιβάλλοντος, με εξαίρεση την καθαριότητα των κοινόχρηστων χώρων και την αποκομιδή των απορριμμάτων, τη δημιουργία και συντήρηση πρασίνου και τη λειτουργία κοιμητηρίων και κέντρων αποτέφρωσης νεκρών και ότι σκοπός των ανωτέρω επιχειρήσεων μπορεί να είναι επίσης η οργάνωση δημοτικής συγκοινωνίας, η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας, καθώς και η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων και πολιτικών προώθησης της απασχόλησης για την ανάπτυξη της περιοχής τους (παρ. 1), ότι είναι δυνατή από την κοινωφελή επιχείρηση η παράλληλη επιδίωξη περισσότερων σκοπών, κατά τα ανωτέρω, οι οποίοι είναι μεταξύ τους συναφείς και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν εμπορικό ή βιομηχανικό χαρακτήρα, πλην όμως δεν επιτρέπεται η συμμετοχή κοινωφελούς επιχείρησης σε άλλες επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής (παρ. 2) και ότι αντικείμενο δραστηριότητας της κοινωφελούς επιχείρησης δεν μπορούν να αποτελέσουν, καθ` οιανδήποτε μορφή, οι παραχωρηθείσες στους Ο.Τ.Α.
κρατικές αρμοδιότητες, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 75 παρ. II του παρόντος (παρ. 3). Στην έννοια του τομέα του πολιτισμού και των δράσεων που προάγουν τα πολιτιστικά και πνευματικά ενδιαφέροντα της τοπικής κοινωνίας, στις οποίες αναφέρονται οι ανωτέρω ρυθμίσεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, εμπίπτει κάθε πολιτιστικό δρώμενο, που έστω και αν δεν απευθύνεται άμεσα στο σύνολο του τοπικού πληθυσμού, προβάλλει κάθε μορφής τέχνη, συνιστά το ίδιο καλλιτεχνική δράση και αναδεικνύει την πολιτιστική ευαισθησία των τοπικών φορέων, αφυπνίζει και ενισχύει την πολιτιστική συνείδηση και τα πνευματικά ενδιαφέροντα της τοπικής κοινωνίας και προάγει την παιδεία των πολιτών υπό την ευρεία αυτής έννοια.
Οι ως άνω επιχειρήσεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κατά το άρθρο 252 παρ.5 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του ιδίου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (1.6.2011), πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 4071/2012, ορίσθηκε ότι η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο Ο.Τ.Α.
για τις δραστηριότητες και τις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, ότι προϋπόθεση προς τούτο αποτελεί η κατάθεση από την επιχείρηση διετούς προγράμματος δράσης αυτής, στο οποίο οπωσδήποτε αναφέρονται οι δραστηριότητες και οι υπηρεσίες, η οικονομική δαπάνη αυτών και η ενδεχόμενη χρηματοδότησή τους από τυχόν τέλη της παραγράφου 3 ή άλλους πόρους, καθώς και οι ειδικότεροι όροι άσκησής της και ότι τα στοιχεία του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και εκείνα που συναφώς προκρίνουν ο Ο.Τ.Α.
και η κοινωφελής επιχείρηση, μεταξύ των οποίων οπωσδήποτε τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, καθώς και ρήτρες σε περίπτωση παραβάσεως συμφωνηθέντων όρων, αποτελούν το περιεχόμενο συμβάσεως, η οποία συνάπτεται μεταξύ τους (παρ. 1), ότι για τη χρηματοδότηση της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, ΦΕΚ 248 Α'), όπως ισχύει και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί από την επιχείρηση για άλλους σκοπούς, εκτός αυτών που αναφέρονται στο πρόγραμμα δράσης, ούτε να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδότησης προς άλλη επιχείρηση Ο.Τ.Α. (παρ. 2), ότι εφόσον η δραστηριότητα της επιχείρησης συνδέεται με την παροχή υπηρεσιών, είναι δυνατή, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, η είσπραξη εύλογης αποζημίωσης από τους αποδέκτες αυτών για κάλυψη μέρους του κόστους των προσφερόμενων υπηρεσιών και ότι η σχετική απόφαση υπόκειται στην προηγούμενη έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του (παρ. 3), ότι με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., μπορεί να προσδιορίζονται τα βασικά στοιχεία που περιέχει το πρόγραμμα δράσης αυτού του άρθρου, ο τρόπος καθορισμού του ύψους της χρηματοδότησης, οι προϋποθέσεις αναθεώρησής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ. 4) και ότι ο οικείος Ο.Τ.Α.
με απόφαση του συμβουλίου του είναι δυνατόν να παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα προς την επιχείρηση, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο για την επιτέλεση των σκοπών της, τη χρήση εγκαταστάσεων, εξοπλισμού ή άλλων μέσων και ότι για ορισμένο χρόνο περαιτέρω παραχώρηση αυτών προς άλλη κοινωφελή επιχείρηση του ιδίου Ο.Τ.Α.
επιτρέπεται, αν τούτο εγκρίνεται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και εφόσον η τελευταία αναλαμβάνει τις δαπάνες συντήρησής τους (παρ. 6). Με την διάταξη του άρθρου 44 παρ. 6 του Ν. 3979/2011 (ΦΕΚ Α 138) ερμηνεύθηκε αυθεντικά η παρ. 1 του άρθρου 259 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και ορίσθηκε ότι κατά την αληθή έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 259 του ν. 3463/2006 στη χρηματοδότηση κοινωφελών επιχειρήσεων για δραστηριότητες και παρεχόμενες υπηρεσίες περιλαμβάνονται και όλες εν γένει οι λειτουργικές δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθοδοσίας για την εκτέλεση των ανωτέρω δραστηριοτήτων.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 103 παρ.1 στοιχ. α του Ν. 3852/2010 και με προφανή σκοπό την εξοικονόμηση δαπανών από τους δήμους ορίσθηκε ότι κάθε δήμος μπορεί να συνιστά ή να έχει έως δύο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και ένα για τους τομείς αθλητισμού, πολιτισμού και περιβάλλοντος), εφόσον δε διαθέτει κοινωφελή επιχείρηση τότε μπορεί να έχει έως ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που περιέρχονται στο νέο δήμο υποχρεωτικά σε ένα νομικό πρόσωπο για καθένα από τους τομείς αρμοδιότητάς του που προβλέπονται στην περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου.
Με τη διάταξη του άρθρου 108 παρ. 1 του ιδίου Νόμου ορίσθηκε περαιτέρω ότι στην περίπτωση συνένωσης Ο.Τ.Α πρώτου βαθμού σε νέο δήμο, οι κοινωφελείς επιχειρήσεις αυτών συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε μία κοινωφελή επιχείρηση. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι κοινωφελής επιχείρηση, που ανήκει σε δήμο ή κοινότητα (δημοτική ή κοινοτική κοινωφελής επιχείρηση) και διώκει ειδικότερα κατά το καταστατικό της την οργάνωση πολιτιστικών δραστηριοτήτων και που μπορεί κατά νόμο να χρηματοδοτείται από τον οικείο Ο.Τ.Α προς κάλυψη του κόστους λειτουργίας της (όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει), εμπίπτει στην έννοια της κοινωφελούς επιχείρησης του άρθρου 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970, με συνέπεια, στην περίπτωση της καθοιονδήποτε τρόπο αποχώρησης, απομάκρυνσης ή απόλυσης προσωπικού αυτής συνδεομένου με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η προβλεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και 3198/1955 αποζημίωση να περιορίζεται στο προβλεπόμενο από το νόμο όριο των 15.000 ευρώ.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή συνάδει με τους λόγους γενικότερου συμφέροντος που οδήγησαν στη θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων, συνιστάμενου στον περιορισμό της σχετικής δαπάνης από την καταβολή των πέραν του ορίου του νόμου αποζημιώσεων εκ μέρους της δημοτικής επιχείρησης, η οποία (δαπάνη) τελικά επιρρίπτεται, μέσω της δημοτικής φορολογίας, σε όλους τους δημότες του οικείου δήμου ή κοινότητας που χρηματοδοτεί τις εν λόγω επιχειρήσεις προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους, ενόψει μάλιστα του ότι για την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρουν οι εν λόγω δημοτικές επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν από τους αποδέκτες των υπηρεσιών μέρος μόνο του κόστους παροχής των παρεχομένων υπηρεσιών, ως εύλογη αποζημίωση, και μάλιστα αφού λάβουν την έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, με συνέπεια εκ των πραγμάτων να είναι ελλειμματικές.
Συνάδει επίσης με τον κατά νόμο ρητό χαρακτηρισμό των δημοτικών αυτών επιχειρήσεων στη διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ως "κοινωφελών". Εξ άλλου η εκδοχή αυτή δεν αντιβαίνει στη φύση των παρεχομένων από τις ως άνω κοινωφελείς επιχειρήσεις υπηρεσιών, ως ζωτικής σημασίας προς εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και ενταύθα της τοπικής κοινωνίας, καθότι η πνευματική ανέλιξη και η προαγωγή της παιδείας, για τις οποίες ενδιαφέρεται το Κράτος υπό την ευρεία αυτού έννοια (περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α), τις οποίες εξυπηρετούν οι πολιτιστικές δραστηριότητες των ανωτέρω δημοτικών επιχειρήσεων, επάγονται τον χαρακτηρισμό αυτό των υπηρεσιών τους (πρβλ.
ΑΠ 1631/2017 για τους απασχολουμένους στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, ΑΠ 360/2007, AΠ 646/2005, για τους απασχολουμένους στον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό, ΑΠ 591/2015, ΑΠ 1121/2013 για τους απασχολουμένους στη Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδόμησης, Οικισμού και Στέγασης, ΑΠ 1396/2006 για τους απασχολουμένους στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] κοινωφελής επιχείρηση με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ (Κ.Ο.ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) Δήμου Βόλου" του δήμου Βόλου του νομού Μαγνησίας προήλθε από τη συγχώνευση τεσσάρων (4) αμιγών δημοτικών επιχειρήσεων με τις επωνυμίες α) "Καλλιτεχνικός Οργανισμός Δήμου Βόλου",
β) "Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) Βόλου",
γ) "Κέντρο Μουσικού Θεάτρου (ΚΕ.Μ.Θ.) και
δ) "Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Βόλου", δυνάμει της με αριθ. 8570/2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 15757/31.7.2009). Ότι με το άρθρο 3 του καταστατικού της ορίσθηκε ότι σκοπός της ως άνω κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης είναι η παραγωγή, η διοργάνωση και η παρουσίαση των πολιτιστικών δραστηριοτήτων του δήμου Βόλου, στους τομείς της Μουσικής, του Θεάτρου, του Χορού και των Εικαστικών Τεχνών, καθώς και η παραγωγή εκπαιδευτικού έργου στους προαναφερθέντες τομείς των τεχνών για παιδιά - νέους και ενήλικες.
Ότι αναλυτικότερα οι δραστηριότητες αυτής περιλαμβάνουν: 1) την εκπαίδευση παιδιών και νέων στις τέχνες και τη σύγχρονη τεχνολογία στα τέσσερα κέντρα νεότητας (..., ..., ...), με τη λειτουργία επιμορφωτικών τμημάτων θεατρικού παιχνιδιού, μουσικής, ρυθμικής γυμναστικής, χορού κλπ, καθώς επίσης και με τη λειτουργία επιμορφωτικών τμημάτων για εκμάθηση Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, με τη λειτουργία στα κέντρα αυτά νεανικών δανειστικών βιβλιοθηκών με ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο ... 2) την εκπαίδευση παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας στις τέχνες και τη σύγχρονη τεχνολογία στο "...", που ως σκοπό του έχει τη δημιουργική απασχόληση, την ανάπτυξη της αισθητικής αγωγής, την ενθάρρυνση της καλλιτεχνικής δημιουργίας και την προώθηση της ανάγνωσης και του βιβλίου, με την διοργάνωση δραστηριοτήτων, όπως εργαστήρια δημιουργικής απασχόλησης στη ζωγραφική, κεραμική, γλυπτική, θεατρική αγωγή, μουσική προ-παιδεία, πληροφορική, εκπαιδευτικά προγράμματα με τη χρήση σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων (οπτικοακουστικό υλικό, θεατρικό παιχνίδι κλπ), με τη λειτουργία στο χώρο παιδικής - εφηβικής δανειστικής βιβλιοθήκης, τη συγκέντρωση και δανεισμό εκπαιδευτικού υλικού από φορείς, όπως μουσεία, υπουργεία, ιδρύματα κλπ και τη διοργάνωση εκθέσεων εκπαιδευτικού χαρακτήρα, 3) την εκπαίδευση στη σύγχρονη τεχνολογία και τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου για έφηβους και νέους στο Κέντρο Πληροφόρησης Νέων "...", όπου λειτουργούν τμήματα εκμάθησης και πιστοποίησης γνώσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και τμήματα φωτογραφίας, λάτιν χορών και λοιπών δραστηριοτήτων αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου των εφήβων και των νέων, όπου εντάσσεται και η λειτουργία του "..." με ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο και τη λειτουργία δανειστικής νεανικής βιβλιοθήκης, 4) την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων στο τομέα του χορού στη Δημοτική Σχολή Χορού, όπου λειτουργεί ερασιτεχνική σχολή με επί μέρους τμήματα για την εκμάθηση κλασσικού μπαλέτου, μοντέρνου χορού, χορογυμναστικής κλπ με στόχο, με την ολοκλήρωση των σχετικών σπουδών, να έχουν οι νέοι τα εφόδια για την εισαγωγή σε Ανώτερες Σχολές Χορού, ενώ προβλέπεται η εκπόνηση προγράμματος με στόχο τη γνωριμία των παιδιών και των νέων με το χορό, 5) την επαγγελματική κατάρτιση παιδιών και νέων στον τομέα της μουσικής και του θεάτρου στο Δημοτικό Ωδείο Βόλου και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης, με στόχο την απόκτηση επαγγελματικών διπλωμάτων μουσικών οργάνων και υποκριτικής, που θα παρέχουν στους αποφοίτους επαγγελματική αποκατάσταση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο ελέγχει και πιστοποιεί τους τίτλους σπουδών και με εμπλουτισμό του εκπαιδευτικού έργου με την διεξαγωγή εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων και με τη συνεργασία με παρεμφερή ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού, 6) την διεξαγωγή πολιτιστικών εκδηλώσεων, με τη διοργάνωση, παραγωγή ή συμμετοχή σε συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις (εμφάνιση χορευτικών συγκροτημάτων, παρουσίαση εκθέσεων τέχνης, προβολή κινηματογραφικών ταινιών), στις οποίες περιλαμβάνονται η παραγωγή των εκδηλώσεων του συνόλου των εκπαιδευτικών τμημάτων του Καλλιτεχνικού Οργανισμού, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού της περιοχής για το σύγχρονο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι και την ενίσχυση του πολιτιστικού τουρισμού, 7) τη λειτουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας Βόλου, με επί μέρους δραστηριότητες αυτής την οργάνωση, τον προγραμματισμό και την εκτέλεση έργων ξένων και Ελλήνων συνθετών στο Βόλο, την Ελλάδα και το εξωτερικό, την τόνωση της μουσικής ζωής του τόπου, την αξιοποίηση του καλλιτεχνικού και πολιτιστικού δυναμικού της περιοχής, την ευαισθητοποίηση του κοινού στο συμφωνικό ρεπερτόριο, την διενέργεια εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την ευαισθητοποίηση των παιδιών και των νέων στο συμφωνικό ρεπερτόριο, την πραγματοποίηση εξειδικευμένων προγραμμάτων με κοινωνικό περιεχόμενο για ειδικές κοινωνικές ομάδες, την πραγματοποίηση ηχογραφήσεων και μαγνητοσκοπήσεων εκτέλεσης μουσικών έργων και μουσικών εκδηλώσεων, την κυκλοφορία των προϊόντων με μέσα αναπαραγωγής (CD, CD ROM, διαδίκτυο, τηλεόραση, ραδιόφωνο κλπ), την τυχόν συμμετοχή σε εθνικά και ευρωπαϊκά πολιτιστικά δίκτυα και την σύνδεση της συμφωνικής μουσικής με άλλες τέχνες (όπερα, μιούζικαλ, χορός, κινηματογράφος, θέατρο κλπ).
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.4.1989 από την εναγομένη [ενν. προφανώς από μία εκ των στη συνέχεια συγχωνευθεισών δημοτικών επιχειρήσεων] και έκτοτε απασχολήθηκε σε αυτήν, ως διευθύντρια των οικονομικών υπηρεσιών της, μέχρι την 1.6.2011, οπότε αποχώρησε από την εργασία της, καθότι συμπλήρωσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ, ότι, προς τούτο, η εναγομένη είχε αναγνωρίσει προϋπηρεσία της ενάγουσας από την 1.12.1976 και ότι οι μηνιαίες αποδοχές αυτής, κατά το χρόνο αποχώρησής της, ανέρχονταν στο ποσό των 3.895,03 ευρώ.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 που δικαιούται η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά την αποχώρησή της από την εργασία της, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης αυτής από το ΙΚΑ, δεν μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970, όπως το όριο αυτό προσδιορίσθηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, καθότι η εναγομένη δημοτική επιχείρηση, στην οποία αυτή απασχολείτο, φέρει τον χαρακτήρα κοινωφελούς επιχείρησης, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις.
Με το σκεπτικό αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει, στο πλαίσιο του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης, κατά παραδοχή της έφεσης αυτής) απέρριψε την από 25.11.2011 και με αριθ. κατάθ. 159/2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 46.740,36 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποχώρησή της, λόγω συμπλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, ως μη νόμιμη, καθό μέρος η ανωτέρω αξίωση της ενάγουσας υπερέβαινε το όριο των 15.000 ευρώ.
Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε αξίωση της ενάγουσας μέχρι του ως άνω ορίου των 15.000 ευρώ, με το σκεπτικό ότι η αξίωση αυτή της ενάγουσας έχει αποσβεσθεί με καταβολή του ανωτέρω ποσού σε αυτήν στις 30.12.2011 από τον Δήμο Βόλου (μη διάδικο στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίων), ο οποίος με την με αριθ. 748/2011 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου ανέλαβε την πιο πάνω υποχρέωση της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης, τεθείσας από 16.6.2011 υπό καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης, κατά παραδοχή ως βάσιμης σχετικής ένστασης εξόφλησης που πρότεινε η εκκαλούσα - εναγομένη.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθότι με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η εναγομένη δημοτική επιχείρηση φέρει τον χαρακτήρα κοινωφελούς επιχείρησης, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω διατάξεις.
Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Οι περαιτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που αναφέρονται στη νομική μορφή της ως άνω δημοτικής επιχείρησης ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου κατά το άρθρο 252 παρ. 5 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, έχουσας πτωχευτική ικανότητα και στο ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα κατά την έννοια των άρθρων 9 παρ.1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ.6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990, όπως αυτός οριοθετείται, δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφού το πεδίο ρυθμιστικής ισχύος των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003 δεν εξαρτάται από τη νομική μορφή επιχείρησης, έχουσας κοινωφελή χαρακτήρα, ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ή από το εάν αυτή υπάγεται ή όχι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Σημειώνεται ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.1 του Ν. 1232/1982, όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, αναφέρεται στη λήξη της θητείας διοικητών, υποδιοικητών, διευθυνόντων συμβούλων, γενικών διευθυντών των εκεί αναγραφομένων φορέων, εφόσον διορίσθηκαν μέχρι τις 21.10.1981 και κατά συνέπεια αφορά όλως διαφορετικό θέμα που δεν έχει σχέση με την ένδικη υπόθεση, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της, έστω και αναλόγως.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος στο σύνολό του και απορριπτέος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παραστάντος, υπό την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου, Δήμου Βόλου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.11.2017 και με αριθ. κατάθ. 60/27.11.2017 αίτηση αναίρεσης ως προς το παραστάν κατά τη συζήτηση νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού - ΔΗΠΕΘΕ Δήμου Βόλου" (Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.).
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Απορρίπτει την από 27.11.2017 και με αριθ. κατάθ. 60/27.11.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 239/28.11.2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση υπό την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου Δήμο Βόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παραστάντος Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ