Legislator Case Law & Legislation
379/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to statute of limitations defense failure and insufficient reasoning.

Case Number 379/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding labor disputes. The Court found that the lower court failed to properly address the statute of limitations defense and provided insufficient reasoning on the historical basis of the claims. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court fails to adequately address a statute of limitations defense or provides insufficient reasoning on the historical basis of the claims, necessitating remand for further examination.

Keywords

AI generated
statute of limitations defense insufficient reasoning in judgment remand for further examination labor dispute claims appeal against lower court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 22(2) of Law 3693/1957
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3016/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 379 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 379/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Χαράλαμπου Τσόγκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Σ. Α. του Ε., 2) Α. Α. του Ι., 3) Β. Α. του Χ., 4) Ν. Α. του Β., 5) Τ. Α. του Η., 6) Ι. Α. του Χ., 7) Κ. Α. του Κ., 8) Γ. Α. του Ι., 9) Μ. Α.- Δ. του Β., 10) Γ. Α. του Ι., 11) Ή. Α. του Α., 12) Ε. Β. του Κ., 13) Ε. Β. του Α., 14) Γ. Β. του Α., 15) Σ. Β. του Ι., 16) Χ. Β. του Χ., 17) Ε. Β.- Μ. του Θ., 18) Ε. Β. του Β., 19) Α. Γ. του Ν., 20) Σ. Γ. του Β., 21) Χ. Γ. του Ι., 22) Μ. Γ. του Ε., 23) Μ. Γ. του Χ., 24) Γ. Γ. του Θ., 25) Σ. Γ. του Π., 26) Ο. Γ. του Ν., 27) Β. Γ. του Α., 28) Τ. Γ. του Α., 29) Γ. Γ. του Κ., 30) Α. Γ. του Γ., 31) Μ. Γ.- Α. του Δ., 32) Α. Γ. του Γ., 33) Μ. Γ. του Α., 34) Σ. Γ. του Κ., 35) Ζ. Γ.- Θ. του Χ., 36) Ε. Δ.- Π. του Χ., 37) Ε. Δ.- Ν. του Γ., 38) Α. Δ. του Γ., 39) Ά. Δ.- Κ. του Γ., 40) Χ. Δ. του Τ., 41) Ε. Ε. του Γ., 42) Ε. Ε. του Κ., 43) Χ. Ζ. του Β., 44) Γ. Ζ. του Σ., 45) Χ. Κ. του Π., 46) Ν. Κ. του Β., 47) Α. Κ. του Ι., 48) Σ. Κ. του Κ., 49) Α. Κ. του Θ., 50) Α. Κ. του Η., 51) Κ. Κ. του Ι., 52) Ε. Κ. του Κ., 53) Α. Κ. του Β., 54) Γ. Κ. του Τ., 55) Ε. Κ. του Γ., 56) Β. Κ. του Σ., 57) Μ. Κ. του Ε., 58) Π. Κ. του Σ. και 59) Π. Κ. του Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις μόνο επί της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2009 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, εκατόν πέντε (105) τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και οι πενήντα εννέα (59) ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 170/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 6585/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν το αναιρεσείον- εναγόμενο με την από 2-4-2015 και με αριθμό κατάθεσης …/7-4-2015 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες με την από 8-4-2015 και με αριθμό κατάθεσης …/8-4-2015 αίτησή τους, που επαναφέρονται για συζήτηση με την από 7-2-2017 κλήση των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων, μετά την έκδοση της 110/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη, η οποία ανέγνωσε τις από 9-10-2015 αντίστοιχες εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση αρεοπαγίτη, Γεωργίου Αναστασάκου, με τις οποίες εισηγείται την παραδοχή του τετάρτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της πρώτης αίτησης και την παραδοχή της δεύτερης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του τελευταίου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκεινται προς κρίση οι από 2-4-2015 και με αριθμό κατάθεσης …/7-4-2015 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 8-4-2015 και με αριθμό κατάθεσης …/8-4-2015 αίτηση αναίρεσης των Σ. Α. και λοιπών (59 συνολικά), κατά της 6585/ 2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 170/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 6-10-2009 (με αριθμό κατάθεσης …/29-10-2009) αγωγής. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης, νόμιμα φέρονται για συζήτηση με την από 7-2-2017 κλήση των εναγόντων, μετά την έκδοση της 110/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν, αναβλήθηκε η συζήτηση αυτών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

2. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται µε τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να µην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολουμένου µε σύμβαση εργασίας μισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ο εργαζόμενος δικαιούται κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, εκτός των άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων που δικαιούται και εκείνες που έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το ένδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 276/2015).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι 59 ενάγοντες (επί συνόλου 105 αρχικώς εναγόντων, εκ των οποίων οι 46 παραιτήθηκαν νομίμως του δικογράφου της αγωγής) και ήδη αναιρεσίβλητοι (-αναιρεσείοντες), με την ένδικη, από 6-10-2009 (με αριθμό κατάθεσης …/29-10-2009) αγωγή, εκθέτουν ότι, κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον (-αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκαν έκτοτε, συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαριστές σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά µε διαδοχικές συμβάσεις, τις οποίες το εναγόμενο χαρακτήριζε ως μισθώσεις έργου, αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου (διότι εξ αρχής κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του) και στη συνέχεια, από 7-12-2006 για ορισμένους εξ αυτών και από 10-1-2007 για τους λοιπούς, µε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ), διότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004 και, κατόπιν αιτήσεών τους, κατατάχθηκαν σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ του εναγομένου. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζητούν να τους επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενες διαφορές για τα έτη 2001 έως και 2008, μεταξύ των νομίμων αποδοχών που λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς τους που απασχολούνται στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται µε τους ν. 2470/ 1997 και 3205/2003) και αυτών που οι ενάγοντες έλαβαν ως συμβασιούχοι έργου, συνυπολογιζομένου για τον μετά την κατάταξή τους χρόνο και του χρόνου προϋπηρεσίας τους µε συμβάσεις έργου.

Οι διαφορές αποδοχών προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που καταβάλλονταν στον καθένα για κάθε έτος εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος και εκείνα που, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, εάν εξαρχής ήταν εργαζόμενοι ΙΔΑΧ, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ' έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής, κατ' έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς.

Τις αποδοχές αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζητούν, κυρίως, κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου, ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτούς, τόσο κατά το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, όσο και κατά το διάστημα από την κατάταξή τους (ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005) σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ και εφεξής, χωρίς συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, περιέχει όλα τα αναγκαία, κατ' άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη, αφού δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύουν οι ενάγοντες τα συγκεκριμένα ποσά που τους έχουν καταβληθεί, για κάθε επί μέρους αξίωσή τους, ανά έτος, ξεχωριστά. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας την περί αοριστίας ένσταση του εναγομένου και εκεί εφεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19) ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ένδικη αγωγή για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας ήταν αόριστη, διότι οι ενάγοντες, αφού παραθέτουν τα επιμέρους κονδύλια, που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις τους από τις παραπάνω αιτίες για κάθε έτος του ενδίκου χρονικού διαστήματος ξεχωριστά, αφαιρούν στη συνέχεια από το αποτέλεσμα που προκύπτει (μετά συναρίθμηση των ετησίως καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί μέρους ποσών µε βάση τον επικαλούμενο νόμιμο μισθό τους) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβαν για την απασχόλησή τους ως καθαριστές για όλες τις αιτίες αυτές, συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύουν ποια ακριβώς ποσά τους έχουν καταβληθεί ανά έτος ξεχωριστά, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι' του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, μόνο "από" και "με" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ενώ αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).

Επίσης, δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012). 5.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, με βάση διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 113 παρ.5 του Ν.1892/1990 και χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι πενήντα εννέα (59) ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, επί των οποίων απεφάνθησαν θετικά το Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού (ΚΥΣΔΙΠ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ), με τις …-4-2005 και …-4-2005 πράξεις του, καθώς και το ΑΣΕΠ, οπότε, δυνάμει των …-12-2006 και …-1-2007 αποφάσεων του ΥΠΕΠΘ, κατετάγησαν αυτοί σε θέσεις εργασίας ΙΔΑΧ.

Ότι το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο του εναγομένου, μετά τον έλεγχο και την αξιολόγηση των στοιχείων, απεφάνθη ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΥΠΕΠΘ, οι δε συμβάσεις εργασίας τους υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι τα ίδια δέχθηκε και το ΑΣΕΠ.

Ότι το εναγόμενο με τις ανωτέρω αποφάσεις του αναγνώρισε πως οι συμβάσεις καθενός εξ αυτών αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και ότι επί πολλά έτη τους ανέθετε τον καθαρισμό των σχολικών εγκαταστάσεων των ιδίων σχολείων, με μοναδικό κριτήριο τη δυνατότητα καλής εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας, χωρίς τη διεξαγωγή μειοδοτικού ή άλλου διαγωνισμού.

Ότι αναγνώρισε, επίσης, πως ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον καθορισμένο από το ίδιο τόπο, αντί αμοιβής καθοριζόμενης για τον καθένα βάσει του αριθμού των αιθουσών που θα καθάριζαν και καταβαλλόμενης σε μηνιαίες δόσεις, αντίστοιχες της διάρκειας των συμβάσεών τους. Ότι υποχρεούνταν να εκτελούν τις εργασίες καθαρισμού αυτοπροσώπως καθημερινά, μετά τη λήξη της σχολικής εργασίας, ο δε αρμόδιος προϊστάμενος καθόριζε αποκλειστικά το καθημερινό ωράριο εργασίας και μεριμνούσε για την τήρησή του.

Ότι, συνεπώς, το εναγόμενο αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις των εναγόντων είχαν ως αντικείμενο όχι την εκτέλεση ορισμένου έργου, δηλαδή την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, στο οποίο απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι, αλλά την παροχή εργασίας με τη μορφή υπηρεσιών καθαρισμού κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, μετά τη λήξη του οποίου και μέχρι την έναρξη του επομένου δεν ήταν αναγκαία η παροχή της εν λόγω εργασίας.

Ότι οι εναγόμενοι παρείχαν και εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως καθαριστές, δυνάμει συμβάσεων ΙΔΑΧ και ότι, συνεπώς, δικαιούνται όλες τις αποδοχές και επιδόματα, που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις (που μνημονεύονται στην απόφαση) και τις οποίες λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους δημόσιοι υπάλληλοι- καθαριστές, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος διαφορετικής μισθολογικής αντιμετώπισής τους.

Ότι αυτά ισχύουν ειδικότερα και ως προς την 49η εκκαλούσα- ενάγουσα (Α. Κ.), η οποία προσλήφθηκε το έτος 2003 (το ορθόν 1-3-2002), ήτοι μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, η οποία ορθώς κατατάχθηκε με την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 διαδικασία. Ότι, ενώ κατετάγησαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις έργου.

Ότι έτσι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε ο καθένας να είχε καταταγεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας του, η οποία διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Ότι επιπλέον έπρεπε να λαμβάνουν και για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων των εναγόντων, που είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, προκύπτουν, κατά τα λοιπά, οι παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση μισθολογικές διαφορές υπέρ αυτών, με συνυπολογισμό δώρων εορτών, επιδόματος αδείας και της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 170/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, δικάζοντας επί της αγωγής, την δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην απόφαση λεπτομερώς, κατά περίπτωση, ποσά, µε το νόμιμο τόκο.

6. Το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τη νομική σκέψη που διατυπώνεται παραπάνω (βλ. αρ. 4), υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σε αυτή και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανέλεγκτα κατέληξε και οι οποίες έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις έργου στον καθαρισμό σχολείων, κάλυψαν αληθώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κρίση ότι θα έπρεπε να λάβουν την αμοιβή που προβλέπεται για τους αντίστοιχους εργαζομένους στο προσωπικό ΙΔΑΧ του εναγομένου και πολύ περισσότερο για το προσωπικό δημοσίου δικαίου.

Τούτο, διότι πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν τους ενάγοντες σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων και δικαιολογούν, για το πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό του εναγομένου, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004).

Εξάλλου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, οι κατατασσόμενοι μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 παρ.6 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους, ο δε χρόνος των συμβάσεών τους μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο, που επιδίκασε (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει πρόσωπα υπαγόμενα στην ίδια κατηγορία, παραβίασε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Αντιθέτως, κρίνοντας το Μονομελές Εφετείο ότι ο χρόνος, που οι ενάγοντες εργάσθηκαν στην υπηρεσία του εναγομένου πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, πρέπει να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας στις ίδιες θέσεις, ώστε να καταταγούν στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και να λάβουν τις αποδοχές των κλιμακίων αυτών (μετά την κατάταξή τους), ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 11 του π.δ. 164/2004, 1 παρ.3, 4 και 5 του ν. 3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 4, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 4, 20 του ν. 3205/2003 και με επάρκεια παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραδέχθηκε σχετικώς.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3320/2005, με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ, ισχυρίζεται ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών προϋπηρεσία των εναγόντων λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι η πιο πάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αυτή αφορά περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, των οποίων αύξησε τη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

7. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν χορηγούνται στους δικαιούχους οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες προς ή μεγαλύτερες προς το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους ενάγοντες, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων. Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είναι παράνομη και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16 και 17/2015, ΑΠ 38/2017).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή τους οι ενάγοντες, μεταξύ των άλλων, ζήτησαν την επιδίκαση στον καθένα από αυτούς ολοκλήρου του ποσού της ειδικής παροχής των 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ μηνιαίως για το μετά την 1-7-2002 χρονικό διάστημα, επικαλούμενοι απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό 2/32172/0022/4-7-2002 ΚΥΑ, με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους (από 1-1-2002) 88 ευρώ και (από 1-7-2002) 176 ευρώ, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής, ως προσωπικής διαφοράς, στους υπαλλήλους που αυτή καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 1-1-2005 και σε διοριζομένους ή μετατασσομένους μετά την 1-1-2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.

Επί του ανωτέρω αιτήματος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, υπαγόμενοι και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούνται να λάβουν, για το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα (2005 έως και 2008), μεταξύ άλλων, και τη διαφορά μεταξύ της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 από 176 ευρώ μηνιαίως και του κινήτρου απόδοσης ύψους 86 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό κατηγορίας ΥΕ (άρθρο 12 παρ.1 του ν. 3205/2003) και ύψους 57 ευρώ μηνιαίως για το ίδιας κατηγορίας προσωπικό από 1-1-2008 (άρθρο 6 παρ.3 του ν. 3670/2008), εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, τη δε παροχή αυτή ελάμβαναν οι συνάδελφοί τους στην ίδια υπηρεσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που επιδίκασε τμήμα της πιο πάνω παροχής των 176 ευρώ, μετά από αφαίρεση, δηλαδή, από το ποσό αυτό του κινήτρου απόδοσης, ανερχόμενο σε 90 (176 μείον 86) ευρώ μέχρι 31-12-2007 και σε 119 (176 μείον 57) ευρώ από 1-1-2008, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002, 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 και 2 παρ.3 του ν. 3336/2005, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.

Τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται, εάν η Διοίκηση, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσει νομίμως τη διακριτική της ευχέρεια και εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.

Ακόμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν εκτίθενται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή των εναγόντων στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Επιπροσθέτως, δεν αιτιολογείται στην απόφαση με ποιο τρόπο οι ενάγοντες κατέστησαν δικαιούχοι της πιο πάνω παροχής, καθόσον δεν διαλαμβάνονται παραδοχές ότι δικαιούχοι της παροχής αυτής είναι όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, μόνιμοι ή με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου (ν. 3205/2003), ενώ δεν διευκρινίζεται εάν οι ενάγοντες λαμβάνουν και άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές (πλην του αφαιρεθέντος κινήτρου απόδοσης από 86 και 57 ευρώ), ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, επειδή για τον προσδιορισμό των διαφορών των αποδοχών των εναγόντων συνυπολόγισε την ως άνω ειδική παροχή και για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος.

9. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της".

Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ν. 2362/1995, η οποία κατά περιεχόμενο είναι εν μέρει όμοια με εκείνη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Η διακοπή της παραγραφής επέρχεται και στην περίπτωση που η σχετική αγωγή εισάγεται ενώπιον αναρμοδίου καθ' ύλη ή κατά τόπο δικαστηρίου, η δε αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν εμποδίζει ούτε τη δημιουργία της εκκρεμοδικίας ούτε την επέλευση των ουσιαστικών αποτελεσμάτων από την άσκηση της αγωγής, η οποία, διατηρώντας τις συνέπειες αυτές, δεν απορρίπτεται, αλλά παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 332/2015).

10. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως παραγραμμένες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ισχυριζόμενο ότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση αγωγής μόνο ενώπιον αρμοδίου καθ' ύλη δικαστηρίου.

Ενόψει, όμως, του ότι η διακοπή της ως άνω διετούς παραγραφής επέρχεται και στην περίπτωση που η σχετική αγωγή εισάγεται ενώπιον αναρμοδίου καθ' ύλη ή κατά τόπο δικαστηρίου, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής με τις προγενέστερες τέσσερις αγωγές, που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθμούς κατάθεσης …/2005, …/2005, …/2007 και …/2009, αντίστοιχα, τόσο από άποψη νομικής και πραγματικής ταυτότητας των ενδίκων αξιώσεων, όσο και από άποψη υποκειμένων της διαφοράς (εναγόντων).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της έφεσης των εναγόντων και απαντώντας στον ισχυρισμό του εναγομένου περί του ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποκύψει σε διετή παραγραφή, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες άσκησαν διαδοχικά τέσσερις αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήτοι 1) την με αριθμό κατάθεσης …/2005, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 29-12-2005, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 23-4-2007 και κατ' αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της, μετά δε από κλήση των εναγόντων, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 19-10-2007, ορίστηκε δικάσιμος η 10-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για την 16-3-2009 και κατ' αυτήν ματαιώθηκε, 2) την με αριθμό κατάθεσης …/2005, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 29-12-2005, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 26-4-2007 και κατ' αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της, μετά δε από κλήση των εναγόντων, επιδοθείσα την 19-10-2007, ορίστηκε δικάσιμος η 9-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για την 17-3-2009 και κατ' αυτήν ματαιώθηκε, 3) την με αριθμό κατάθεσης …/ 2007, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 27-12-2007, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 3-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της και 4) την με αριθμό κατάθεσης …/2009, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 1-4-2009, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 3-12-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 10-11-2010 και κατ' αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της.

Ότι οι παραπάνω αγωγές, οι οποίες έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή, αφορούσαν διαφορές αποδοχών των ετών 2001 έως και 2005 η πρώτη, 2000 έως και 2005 η δεύτερη, 2002 έως και 2007 η τρίτη και 2001 έως και 2008 η τέταρτη, οι δε ενάγοντες έχουν παραιτηθεί από τα δικόγραφα αυτών με την ένδικη αγωγή (χωρίς αναφορά του χρόνου επίδοσης της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο).

Ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 οι απαιτήσεις των ετών 2001 και 2002, αφού οι δύο πρώτες αγωγές επιδόθηκαν την 29-12-2005. Ότι αναφορικά με τις απαιτήσεις που περιέχονται στην τρίτη αγωγή, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή αυτές των ετών 2003 και 2004 και ως προς τις απαιτήσεις των ετών 2005 έως και 2008 διεκόπη η παραγραφή και άρχισε εκ νέου την 3-12-2008, ημερομηνία κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της εν λόγω (τρίτης) αγωγής.

Ότι η τέταρτη αγωγή επιδόθηκε την 1-4-2009 και ότι, συνεπώς, οι απαιτήσεις των ετών 2005 έως και 2008 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών.

Ειδικότερα, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δεν παρατίθεται η ιστορική βάση των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση με την ένδικη αγωγή, τόσο ως προς τη νομική και πραγματική βάση των αξιώσεων, όσο και των υποκειμένων αυτών (εναγόντων).

Συνεπώς, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που αφορά σε αξιώσεις των εναγόντων για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας από το έτος 2005 έως την ημερομηνία κατάταξης του καθενός, καθώς και σε αγωγικές αξιώσεις για διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών και επίδομα αδείας του ενδίκου χρονικού διαστήματος μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, είναι βάσιμος.

11. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες Σ. Α. κλπ, με το μοναδικό λόγο της αίτησής τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, παρ' όλο που το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι, με τις με αριθμό κατάθεσης …/2005 και …/2005 αγωγές τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκαν στο εναγόμενο την 29-12-2005, και τις διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν, είχαν διακόψει την παραγραφή για τις απαιτήσεις τους του έτους 2004 και ότι για τις ίδιες απαιτήσεις άσκησαν στη συνέχεια τις με αριθμό κατάθεσης …/2007 και …/2009 αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκαν στο εναγόμενο την 27-12-2007 και 1-4-2009, αντίστοιχα (αγωγές από το δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή), παρά ταύτα έκρινε ότι οι ένδικες απαιτήσεις τους, που ανάγονται στο έτος 2004, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή.

Με βάση τις παραδοχές που αναφέρονται ανωτέρω (με αρ.10), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, απαντώντας στους ισχυρισμούς των διαδίκων περί του ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποκύψει σε διετή παραγραφή και περί διακοπής της παραγραφής, δέχθηκε, κατ' αρχήν, ότι με τις δύο πρώτες αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (αρ.

καταθ. …/2005 και …/2005), που επιδόθηκαν στο εναγόμενο την 29-12-2005 και τις διαδικαστικές πράξεις που επακολούθησαν, είχε διακοπεί η παραγραφή των αξιώσεων που ανάγονται στο έτος 2004 και ότι, στη συνέχεια, για τις ίδιες απαιτήσεις ασκήθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι λοιπές δύο αγωγές, που επιδόθηκαν στο εναγόμενο την 27-12-2007 και 1-4-2009, αντίστοιχα, εντούτοις έκρινε ότι οι αξιώσεις του έτους 2004, που περιέχονται στην ένδικη αγωγή, χωρίς αναφορά του χρόνου επίδοσης της τελευταίας, με την οποία παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα των προγενέστερων τεσσάρων αγωγών, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφενός παραβίασε τις αναφερόμενες ανωτέρω (με αρ. 9) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί διακοπής της παραγραφής, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών.

Ειδικότερα, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δεν παρατίθεται η ιστορική βάση των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση με την ένδικη αγωγή, τόσο ως προς τη νομική και πραγματική βάση των αξιώσεων του έτους 2004, όσο και των υποκειμένων αυτών (εναγόντων).

Επομένως, ο ως άνω μοναδικός λόγος της αίτησης των εναγόντων, με τον οποίο, κατά την επιτρεπτή νοηματική απόδοσή του, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. 12.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, κατά παραδοχή του δευτέρου, τετάρτου και πέμπτου, ως προς το δεύτερο μέρος του, από τους λόγους της από 2-4-2015 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και του μοναδικού λόγου της από 8-4-2015 αίτησης των Σ. Α. κλπ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 6585/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, κατά το μέρος που επιδίκασε την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και κατ' αυτό που αφορά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, στην έκταση που καλύπτει η παραδοχή του πέμπτου λόγου, ως προς το δεύτερο μέρος του, της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και η παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης των εναγόντων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή δώρου εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικού διαστήματος, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και να ερευνηθεί παράλληλα η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων και η αντένσταση διακοπής της παραγραφής στην έκταση που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης.

Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.2 του ν. 3693/1957, να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6585/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ