Legislator Case Law & Legislation
379/2017 AI generated

379/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 379/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη - Eισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

379/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθ. 289/2016 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 και 552 επ ΚΠολΔικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 379 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 379/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη - Eισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Δ. χήρας Χ., Σ. το γένος Λ. Μ., 2)Μ. Σ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Πετρίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ι. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Ασημακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-1-2017 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9958/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 289/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 24-3-2016 αίτησή τους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθ. 289/2016 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 και 552 επ ΚΠολΔικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενό της, ενόψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.

Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ’ εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακύρωσης αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. Επομένως τα περιστατικά που συνδέονται με τις καταστάσεις αυτές (πλάνη, απάτη, απειλή) και ρυθμίζονται ειδικά με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει εξαρχής ακυρότητα και όχι ακύρωση.

Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ’ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ’ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν το γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας. Από το ανωτέρω άρθρο καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου, αν και υπάρχει εκμετάλλευση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου 179 ΑΚ.

Εξάλλου κατά το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι, ιδίως, η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να λάβει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από τις διατάξεις αυτές, των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και ειδικότερα τη δεύτερη, προκύπτει ότι, για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικειμένης στα χρηστά ήθη, απαιτείται, αφενός μεν η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν, κατά το χρόνο της συνομολόγησής τους, κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών να γίνεται με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες.

‘ Ετσι, για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεοναστική απαιτείται να συντρέχουν, αθροιστικά, τρία στοιχεία, ήτοι : α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ’ αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου τούτου, από τον αντισυμβαλλόμενο.

Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, δηλαδή, το θύμα, λόγω της απερισκεψίας ή της έλλειψης επαρκούς σκέψης, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε διανοητική μειονεξία, δεν αποδίδει στις πράξεις του τη σημασία και την αξία που αυτές είχαν, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποκύπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί δε νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή, χωρίς να είναι απαραίτητη, για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης, κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικώς επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδιας.

Αν συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΑΚ, σε κάθε ανταλλακτική σύμβαση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ. Αν, όμως λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου, χωρίς, όμως να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή, ακυρότητα της δικαιοπραξίας , λόγω της αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ’ αυτήν ανήθικο χαρακτήρα.

Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

‘ Ετσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ ΑΠ 20/2005) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία της σωρεύσεως σ’ αυτήν αντιφατικών ιστορικών βάσεων, που στηριζόντουσαν στις διατάξεις περί πλάνης, απάτης και αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη - αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή κατά την κύρια και από τα άρθρα 178,179 και 180 ΑΚ βάση της, ως μη νόμιμη και ενόψει τούτου προς αποφυγή εκδόσεως δυσμενέστερης απόφασης για τις εκκαλούσες, που θα προέκυπτε από την εξαφάνιση της προσβαλλομένης και την εκδίκαση εκ νέου της αγωγής και την απόρριψή της κατά την εν λόγω βάση της, ως μη νόμιμη, ένεκα του προκύπτοντος δυσμενέστερου δεδικασμένου, απέρριψε την έφεση κατά το κεφάλαιό της αυτό.

Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 522, 524 παρ. 1,525 και 536 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν αυτεπαγγέλτως, όπως έχει τη δυνατότητα κρίνει την πρωτοδίκως απορριφθείσα ως απαράδεκτη αγωγή ως μη στηριζόμενη στο νόμο, έχει την εξουσία και χωρίς ειδικό παράπονο να την απορρίψει, με τους επιβαλλομένους όμως από τη λειτουργία του δεδικασμένου και από την αρχή της απαγόρευσης έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα, περιορισμούς, οι οποίοι ενόψει της προκύπτουσας διαφορετικής έκτασης του δεδικασμένου, από την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ή μη νόμιμης, επιβάλλουν την απόρριψη της έφεσης, ώστε να μην καταστεί χειρότερη η θέση του εκκαλούντα από το δυσμενέστερο δεδικασμένο, πράγμα το οποίο ο νόμος επιτρέπει μόνο στην εξαιρετική περίπτωση που η απορριφθείσα πρωτοδίκως ως απαράδεκτη ή αόριστη αγωγή κρίνεται νόμιμη και απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα στην αγωγή οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες εξέθεταν ότι ο Χ. Σ. του Ε., σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης από αυτές, καθώς και ο αδελφός της πρώτης, Ι. Μ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../18-10-1979 συμβολαίου πώλησης του εκτελούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Έλληνα Προξένου στη Φρανκφούρτη Γερμανίας, Ι.

Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησαν, κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του περιγραφομένου στην αγωγή αγρού, συνολικού εμβαδού 15.647,46 τ.μ, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της άλλοτε Κοινότητας ... Θεσσαλονίκης, στην περιοχή ... και στη θέση "...". Ότι εκ του ανωτέρω ακινήτου, τμήμα, εμβαδού 670,46 τ.μ., απαλλοτριώθηκε υπέρ του Οργανισμού Ύδρευσης Θεσσαλονίκης, ενώ από το εναπομείναν ακίνητο, εμβαδού 14.977 τ.μ., μετά τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις εφαρμογής, προέκυψαν τα περιγραφόμενα στην αγωγή, τρία γεωτεμάχια και συγκεκριμένα, το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.517,53 τ.μ., το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 3.226,80 τ.μ., το οποίο εξ ολοκλήρου ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη της οδού ...

Θεσσαλονίκης και το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.057,10 τ.μ.,, που εμπίπτει στο γενικό χώρο προορισμού για αθλοπαιδιές. Ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος τους, Χ. Σ., απεβίωσε στις 9-1-1985 και άφησε την υπ’ αριθμ. .../16-12-1983 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη και δημοσιεύτηκε νόμιμα, δυνάμει της οποίας κατέλιπε σ’ αυτές (ενάγουσες), κατ’ ισομοιρία, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω αγρού.

Ότι, αρχικά, αυτές αγνοούσαν την ύπαρξη της ανωτέρω διαθήκης και για το λόγο αυτό αποδέχθηκαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος, την επαχθείσα σ’ αυτές κληρονομία, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../31-12- 1992 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη- Παχυγιαννάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη από αυτές.

Ότι, ακολούθως, μετά την ανεύρεση της ανωτέρω διαθήκης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../7-8-2012 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Εξαδακτύλου-Αργυρούδη, περί διόρθωσης της υπ’ αριθμ. .../31-12-1992 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, που πρόκειται να καταχωριστεί νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτές κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους, με βάση την εκ διαθήκης επαγωγή.

Ότι ο δικαιοπάροχος τους, Χ. Σ. και ο έτερος συγκύριος του ανωτέρω αγρού, Ι. Μ., δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../4-6-1982 και .../16-12-1983 προσυμφώνων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ιδανικά μερίδια του ανωτέρω μείζονος αγροτεμαχίου και συγκεκριμένα, ο δικαιοπάροχος τους ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον εναγόμενο, ιδανικά μερίδια που αναλογούν σε εδαφικά τμήματα εμβαδού 4.000 τ.μ.

και 2.500 τ.μ., αντί συνολικού τιμήματος 9.357.142 δραχμών και ήδη 27.460, 43 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι, τόσο ο δικαιοπάροχος τους όσο και οι ίδιες, συνδέονταν με τον εναγόμενο με μακροχρόνια φιλία και με σχέσεις γειτνίασης, καθώς και με σχέση εντολέως-εντολοδόχου, λόγω της ιδιότητας αυτού ως δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και ήδη συνταξιούχου δικηγόρου, ως εκ τούτου δε, είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη σ’ αυτόν.

Περαιτέρω, εξιστορούσαν ότι, ως κληρονόμοι του Χ. Σ., γνώριζαν ότι υποχρεούνται να προβούν στη μεταβίβαση προς τον εναγόμενο των προσυμφωνημένων εδαφικών τμημάτων του ανωτέρω αγρού, συνολικού εμβαδού 6.500 τ.μ. και ότι, μετά τις προσυμφωνημένες μεταβιβάσεις, θα απέμενε στην κυριότητα αυτών ιδανικό μερίδιο που αντιστοιχεί σε εδαφικό τμήμα 1.000 τ.μ., περίπου, από το ανωτέρω μείζον ακίνητο, ενώ ο εναγόμενος τις διαβεβαίωνε ότι η σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, σε εκτέλεση των ανωτέρω προσυμφώνων, ήταν μία εντελώς τυπική διαδικασία, που έπρεπε να προηγηθεί, προκειμένου, στη συνέχεια, να προβούν από κοινού, ως συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, στην αξιοποίηση αυτού.

Ότι, ακολούθως, σε εκτέλεση των ανωτέρω, υπ’ αριθμ. .../4-6-1982 και .../16-12-1983 προσυμφώνων πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη και έχοντας αποδεχτεί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ. Σ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, η καθεμία, το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω αγρού, συμβλήθηκαν, ως κληρονόμοι του ως άνω εκ προσυμφώνου πωλητή και δικαιοπαρόχου τους, στα υπ’ αριθμ. .../31-12-1992 συμβόλαια πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη- Παχυγιαννάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, δυνάμει:

των οποίων φέρονται να μεταβιβάζουν στον εναγόμενο εδαφικά τμήματα μεγαλύτερα των προσυμφωνημένων και συγκεκριμένα, εδαφικά τμήματα, εμβαδού 4.700 τ.μ. και 2.800 τ.μ., αντίστοιχα και συνολικού εμβαδού 7.500 τ.μ., αντί των προσυμφωνημένων εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 4.000 τ.μ. και 2.500 τ.μ., αντίστοιχα και συνολικού εμβαδού 6.500 τ.μ..

Ότι κατά τη σύνταξη των ανωτέρω συμβολαίων, ο εναγόμενος εκμεταλλεύτηκε, αφενός την απεριόριστη εμπιστοσύνη που έδειχναν αυτές στο πρόσωπο του και αφετέρου την απειρία τους στη σύνταξη συμβολαίων και μεθόδευσε, μαζί με τη συντάξασα συμβολαιογράφο, στην οποία υπέδειξε τη μη μεγαλόφωνη ανάγνωση των συμβολαίων, τη μεταβίβαση προς αυτόν 1.000 τ.

μ. επιπλέον αυτών που είχαν προσυμφωνηθεί, ενώ οι ίδιες είχαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι προβαίνουν σε μεταβίβαση εδαφικών τμημάτων, συνολικού εμβαδού 6.500 τ.μ.. Ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να πετύχει τη μεταβίβαση 1.000 τ.μ. επιπλέον των προσυμφωνηθέντων, επινόησε, ως τέχνασμα, την αναγκαιότητα μεταβίβασης αυτών (1.000 τ.μ.), δήθεν λόγω της ρυμοτομίας της οδού ..., που έλαβε χώρα μετά τη σύνταξη των ανωτέρω προσυμφώνων πώλησης, εν γνώσει της αβασιμότητας του ισχυρισμού αυτού και με πλήρη άγνοια των ιδίων, με τον τρόπο δε αυτό πέτυχε την εξαπάτηση τους.

Ότι ο εναγόμενος πέτυχε παροχή προφανώς δυσανάλογη με την αντιπαροχή που συμφωνήθηκε, δεδομένου ότι κατέβαλε τίμημα για την πώληση εδαφικών τμημάτων συνολικού εμβαδού 6.500 τ.μ., ενώ έλαβε εδαφικά τμήματα, συνολικού εμβαδού 7.500 τ.μ., χωρίς να καταβάλει αντάλλαγμα για τα επιπλέον 1.000 τ.μ., που αντιστοιχούν σε ποσοστό 13,33%, περίπου, του συνολικά μεταβιβασθέντος ακινήτου (και σε ποσοστό 6,60% του αρχικού αγροτεμαχίου, εμβαδού 14.977 τ.μ.), το δε τίμημα που κατέβαλε, αντιστοιχούσε σε ποσοστό 85% της αγοραίας αξίας του εδαφικού τμήματος που περιγράφεται στο πρώτο από τα ως άνω συμβόλαια και σε ποσοστό 89% της αγοραίας αξίας του δεύτερου εδαφικού τμήματος, αναγόμενης, μάλιστα (της αγοραίας αξίας) στο χρόνο κατάρτισης των προσυμφώνων και όχι στο χρόνο σύνταξης των ως άνω οριστικών συμβολαίων, κατά τον οποίο αυτή ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Ότι τα ανωτέρω, υπ’ αριθμ..../31-12-1992 συμβόλαια πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη είναι άκυρα, ως αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη, λόγω της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Ότι μετά την κατάρτιση των ανωτέρω . συμβολαίων πώλησης, ο εναγόμενος, ως κύριος ποσοστού 83,60% εξ αδιαιρέτου του μείζονος αγροτεμαχίου, στο οποίο (ποσοστό) περιλαμβάνεται και το ποσοστό 6,60% εξ αδιαιρέτου, που τους ανήκει, κατά τα ανωτέρω, αφενός μεν υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται στα ανωτέρω ΚΑΕΚ ..., ...

και ..., ως συγκύριος, κατά ποσοστό 83,60% εξ αδιαιρέτου, αφετέρου δε προέβη, μαζί με τον έτερο συγκύριο, Ι. Μ., στην πώληση του προκύψαντος, μετά την πράξη εφαρμογής, οικοπέδου, εμβαδού 4.517,53 τ.μ., προς τον Α. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...2001 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Βαρσάμη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 830.456,58 ευρώ, από το οποίο, ποσό 694.261,70 ευρώ αντιστοιχούσε στο φερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό- του εναγομένου.

Ότι, στη συνέχεια, ο αγοραστής, Α. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2003 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ. Σαραγιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Ότι οι ίδιες (ενάγουσες) εγκρίνουν μεν τις ανωτέρω δύο μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες, ωστόσο, δεδομένου ότι η αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανέρχεται σε 1.200,00 ευρώ ανά τ.μ., δικαιούται η καθεμία από αυτές, ως αποζημίωση, το ποσό που αντιστοιχεί στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της (3,30%), δηλαδή, 178.893,60 ευρώ.

Ότι, επικουρικά, ο εναγόμενος έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος, κατά το ποσό των 178.893, 60 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας καθεμιάς από αυτές. Ότι ο εναγόμενος, φερόμενος ως συγκύριος των υπολοίπων δύο ακινήτων που προέκυψαν με τις πράξεις εφαρμογής, εμβαδού 3.226,80 τ.μ. και 4.057,10 τ.μ., κατά ποσοστό 83,60% εξ αδιαιρέτου - στο οποίο (ποσοστό) περιλαμβάνεται και το ποσοστό 6,60% εξ αδιαιρέτου, που τους ανήκει - μαζί με τον έτερο συγκύριο αυτών, Ι.

Μ., συνέστησαν, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2004 συμβολαίου σύστασης πραγματικής δουλείας, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγκότη, που μεταγράφηκε νόμιμα, πραγματική δουλεία διόδου, στα περιγραφόμενα στην αγωγή τμήματα των ανωτέρω δύο ακινήτων, συνολικού εμβαδού 1.804,46 τ.μ., υπέρ του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στην εταιρία ..., με διάρκεια μέχρι τις 18-2-2014, έναντι τιμήματος 336.000,00 ευρώ, καταβλητέο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, από το οποίο ο εναγόμενος, με βεβαιότητα, θα λάβει, μέχρι την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της κρινόμενης αγωγής, ποσό 276.000,00 ευρώ, μέρος του οποίου, ύψους 9.108,00 ευρώ, δικαιούται καθεμία από αυτές, βάσει του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της (3,30%) επί του δουλεύοντος ακινήτου.

Επικουρικά, ισχυρίζονται ότι εναγόμενος τις εξαπάτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, με σκοπό να αποσπάσει από αυτές τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια επί του ως άνω ακινήτου, ενώ στη συνέχεια, ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους, τις απέτρεψε να ασκήσουν τις νόμιμες αξιώσεις τους, προξενώντας σε καθεμία από αυτές ζημία ύψους 467.331,60 Ευρώ, για την οποία δικαιούνται ισόποση αποζημίωση, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, ποσού 100.040,00 ευρώ η καθεμία, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, εκ των οποίων ποσό 40,00 επιφυλάσσονται να αξιώσουν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των υπ’ αριθμ. .../31-12-1992 συμβολαίων πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, κατά το μέρος που αφορούν στη μεταβίβαση 700 τ.μ. και 300 τ.μ., αντίστοιχα, επιπλέον των προσυμφωνηθέντων, ως αισχροκερδών και αντιθέτων στα χρηστά ήθη, να αναγνωρισθούν αυτές συγκυρίες, κατά ποσοστό 3,30% εξ αδιαιρέτου η καθεμία, των ανωτέρω τριών ακινήτων, με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.517,53 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 3.226,80 τ.μ.

και με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.057, 10 τ.μ., να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει, σε καθεμία από αυτές, ποσοστό 3,30% εξ αδιαιρέτου ‘ του δευτέρου και τρίτου των ανωτέρω ακινήτων και σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσής τους, να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει αποζημίωση ίση με την αξία του μεριδίου που νέμεται και συγκεκριμένα, ποσό 288.438, 00 ευρώ σε κάθε μια με το νόμιμο τόκο από τις 31-12-1992, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης συνολικού ποσοστού 6,60% εξ αδιαιρέτου επί του πρώτου ακινήτου, να καταβάλει, σε καθεμία από αυτές, το ποσό των 178.893,60 νομιμοτόκως, να διορθωθούν οι πρώτες ανακριβείς εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...

Ν. Θεσσαλονίκης ώστε στα κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ..., ... και ..., αντί της εσφαλμένης καταχώρισης του εναγομένου, ως συγκυρίου, κατά ποσοστό 83,60% εξ αδιαιρέτου, να αναγραφούν οι ίδιες συγκύριες των ανωτέρω γεωτεμαχίων, κατά ποσοστό 3,30% η καθεμιά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθεμία από αυτές, νομιμοτόκως, το ποσό των 9.108,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα ωφελήματα που έλαβε, άλλως, να υποχρεωθεί να καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επικουρικά, ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να καταβάλει σε καθεμία από αυτές, το ποσό των 476.439,60 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της επί των επίδικων ακινήτων, καθώς και το ποσό των 100.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης και επικουρικά το ίδιο ποσό των 476.439,60 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με βάση το ιστορικό που προεκτέθηκε, οι ενάγουσες επιχείρησαν να θεμελιώσουν την κύρια βάση της αγωγής, περί αναγνώρισης της ακυρότητας των προαναφερομένων δικαιοπραξιών-η οποία αποτελεί πρόκριμα των λοιπών αγωγικών βάσεων και αιτημάτων, πλην της ερειδομένης στο άρθρο 914 ΑΚ, επικουρικής βάσης-στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ.

Ωστόσο, με βάση τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, οι επίδικες δικαιοπραξίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αισχροκερδείς καταπλεονεκτικές, κατά την έννοια του άρθρου 179 ΑΚ γιατί δεν συντρέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, αθροιστικά, για το χαρακτηρισμό τους ως τέτοιων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, oι ενάγουσες έλαβαν, ως τίμημα για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των περιγραφομένων ανωτέρω (δύο) εδαφικών τμημάτων, χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 85% της αγοραίας αξίας του ενός και 89% της αγοραίας αξίας του άλλου εδαφικού τμήματος, άλλως, μεταβίβασαν χωρίς αντάλλαγμα, ποσοστό 13,33% περίπου, του συνολικά μεταβιβασθέντος ακινήτου.

Ενόψει τούτου, δεν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής των εναγουσών και της αντιπαροχής που έλαβαν, αφού αυτή δεν υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας συναλλασσόμενος κάποιο όφελος, από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου, με αντίστοιχη ζημία το άλλου.

Βέβαια, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η δυσαναλογία μεταξύ της παροχής αυτών και της αντιπαροχής που έλαβαν, είναι προφανής και για τον πρόσθετο λόγο ότι, κατά το χρόνο σύνταξης των προσβαλλομένων συμβολαίων πώλησης, οι αγοραίες αξίες των επιδίκων ακινήτων ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες των προαναφερομένων (οι οποίες ανάγονται στο χρόνο σύνταξης των αντιστοίχων προσυμφώνων), πλην όμως, δεν προσδιορίζουν τις εν λόγω αξίες, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει τη βασιμότητα του ισχυρισμού τους.

Εξάλλου, με βάση τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν προκύπτει ανήθικος χαρακτήρας των δικαιοπραξιών, που να επιφέρει την ακυρότητα αυτών, κατά την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ, σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα, τα αναφερόμενα σε εξαπάτηση των εναγουσών περιστατικά, δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αφού ρυθμίζονται ειδικώς με το άρθρο 147 του ίδιου Κώδικα, ενώ η αγωγή δεν έχει έρεισμα στη διάταξη αυτή.

Επομένως, η αγωγή, καθόσον επιχειρείται θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα, για τον ίδιο λόγο και ως προς τις λοιπές αγωγικές βάσεις και αιτήματα, που έχουν ως πρόκριμα την αναγνώριση της ακυρότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών, κατά τα προαναφερόμενα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι σωρεύονται σ’ αυτήν αντιφατικές ιστορικές βάσεις, στηριζόμενες στις διατάξεις περί πλάνης, απάτης και αντίθεσης στα χρηστά ήθη. Ωστόσο, επειδή η απόρριψη της αγωγής, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως μη νόμιμης, καθιστά επιβλαβέστερη τη θέση των εκκαλουσών, το παρόν, δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη γι’ αυτές απόφαση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και ως εκ τούτου, η κρινόμενη έφεση, κατά το σκέλος αυτό, πρέπει να απορριφθεί.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις μημονευθείσες και επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 178,179,180 και 147 ΑΚ, καθόσον τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν τις κατά τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για τη νομική βασιμότητά της, η οποία (αγωγή) ως εκ τούτου ήταν απορριπτέα κατά το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότηττας των ενδίκων δικαιοπραξιών καθώς και ως προς τις λοιπές αγωγικές βάσεις και αιτήματα που είχαν ως πρόκριμα την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και η μερικότερη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι οι επίδικες δικαιοπραξίες δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν αισχροκερδείς - καταπλεοναστικές, κατά την έννοια του άρθρου 179 ΑΚ, καθόσον κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν υφίσταται προφανώς δυσαναλογία μεταξύ της παροχής των εναγουσών και της αντιπαροχής που έλαβαν και που συνίσταται σε παροχή του όλου των επιδίκων εδαφικών τεμαχίων και σε αντιπαροχή χρηματικού ποσού που αντιστοιχούσε στο 85% της αγοραίας αξίας του ενός και στο 89% της αγοραίας αξίας του άλλου, οι οποίες (παροχή - αντιπαροχή) δεν υπερβαίνουν το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας συναλασσόμενος κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με αντίστοιχη ζημία του άλλου, ενώ τα επικαλούμενα περιστατικά δεν είναι ικανά να προσδώσουν ανήθικο χαρακτήρα στις ένδικες δικαιοπραξίες, ώστε να τις καθιστούν κατά το άρθρο 178 ΑΚ άκυρες, τα δε αφορώντα στην εξαπάτηση των εναγουσών περιστατικά, ως ρυθμιζόμενα ειδικά από το άρθρο 147 ΑΚ του οποίου και της ακυρωσίας που επιφέρει δεν γίνεται επίκληση, δεν μπορούν να υπαχθούν στο άρθρο 178 ΑΚ.

Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως αίτηση δε κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως είναι και η κάθε βάση της αγωγής και θεωρείται ότι έμεινε αδίκαστη, όταν στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την επικουρική σε σχέση με την αδικοπραξία, βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον αφορά σε αίτηση νομικά αβάσιμη στην οποία το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), αφού η αγωγή πέραν των από αδικοπραξία περιστατικών δεν περιείχε και άλλα στοιχεία, που να δικαιολογούν την από αδικαιολόγητο πλουτισμό άσκησή της.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 297,298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου κώδικα και 386του Ποιν.

Κωδ. προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης προς αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά εις βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, εξαιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξεως, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με αντίστοιχη ωφέλεια, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Τέλος, δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε, συνεπεία της απάτης, είναι συγγνωστή ή μη ουσιώδης ή επουσιώδης και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως". Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 παρ.1 εδ.α ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.

Το τελευταίο δικαιολογείται, γιατί μόνο από της γνώσεως της ζημιάς και του υποχρέου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως, γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας.

Για να ισχύσει η μακρότερη παραγραφή της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, πρέπει η αποτελούσα και κολάσιμη πράξη αδικοπραξία να είναι κακούργημα, έχει δε η κατά το άρθρο 386 Ποιν.Κ. απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως το ποσό των 73.000 Ευρώ αναπροσαρμόστηκε με την παρ.1 του άρθρου 25 του ν.4055/2012).

Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, που κατ’ εξαίρεση, κατά το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔικ (όπως αντικ. από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε η δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ασαφείς και ενδοιαστικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τέλος ως "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 εδ.β του ίδιου άρθρου, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά. "Πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με επουσιώδη, όπως είναι ο μη νόμιμος, ο αόριστος, ο αλυσιτελής ή εκείνος που προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, αν ο εν λόγω ισχυρισμός ή λόγος εφέσεως δεν λήφθηκε υπόψη αν και προτάθηκε, αφού το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντά σε τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ.

ΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την επικουρικά, κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔικ, σωρευομένη, από αδικοπραξία, βάση της αγωγής, την οποία κράτησε προς εκδίκαση, κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔικ, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριπτε τη βάση αυτή ως αντιφατική, με εκείνη των άρθρων 178, 179 και 180 ΑΚ, κατ’ αποδοχή οικείου λόγου εφέσεως και την κατά της επικουρικής αυτής βάσεως υποβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής. "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../18-10-1979 συμβολαίου πώλησης, του εκτελούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Έλληνα Προξένου στη Φραγκφούρτη Γερμανίας, Ι.

Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ... και με ..., ο Χ. Σ. του Ε., σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης των εναγουσών-εκκαλουσών, έγινε συγκύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός αγρού, συνολικού εμβαδού 15.647,46 τ.μ., που βρίσκεται, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, στην κτηματική περιοχή της Κοινότητας ...

Θεσσαλονίκης, στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στη θέση "..." (παλιά ονομασία) και συνόρευε, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, ανατολικά, εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Φ. Τ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Γ., δυτικά, με αγρό Β. Κ., βόρεια, με αγρό ιδιοκτησίας αδελφών Μ. και νότια, με αγρούς Α.

Κ. και Δ. Κ.. Το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του εν λόγω αγρού, περιήλθε, με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, στην κυριότητα του Ι. Μ. του Λ., αδελφού της πρώτης των εναγουσών. Ο παραπάνω αγρός, στη συνέχεια, εντάχθηκε στην κτηματική περιοχή του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στην περιοχή του ..., νότια του Συνοικισμού ..., τμήμα δε του εν λόγω αγρού, εμβαδού 670,46 τ.μ., που βρίσκεται στο νότιο μέρος αυτού και φαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Κ-Ε στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή, από 30-12-1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Ι.

Κ., που έχει προσαρτηθεί στο υπ’ αριθμ. .../1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, απαλλοτριώθηκε υπέρ του Οργανισμού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης, ώστε η έκταση αυτού διαμορφώθηκε σε 14.977 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο ... Θεσσαλονίκης, στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και Υποθηκοφυλακείου ..., κάτω και νότια Συνοικισμού "..." και επάνω από τις εγκαταστάσεις του Αθλητικού Κέντρου … και εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ...

στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα,’ από το οποίο (εναπομείναν) τμήμα, εμβαδού, πλέον, 14.977 τ.μ., εν συνεχεία, δυνάμει του από 22-11- 1976 προεδρικού διατάγματος, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 4 τεύχος Δ, σε συνδυασμό και με την υπ’ αριθμ. .../1986 πράξη τακτοποίησης του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, ένα τμήμα, εμβαδού 3.226,80 τ.μ., που φαίνεται με αλφαβητικά στοιχεία ...

στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη και επέκταση της οδού ..., με αποτέλεσμα το προπεριγραφέν αγροτεμάχιο να διαιρεθεί σε δύο αυτοτελή τμήματα, ήτοι: α) σε ένα τμήμα, εμβαδού 7.693,10 τ.μ., το οποίο φαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου ...

με το από 2-6-1988 Π.Δ., που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 613/22-8- 1988, και β) σε ένα τμήμα, εμβαδού 4.057,10 τ.μ., το οποίο εμπίπτει στο γενικό χώρο ειδικού προορισμού (για αθλοπαιδιές), που φαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου ... το έτος 1987 με Π.Δ. που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 568Δ/22-8-1988.

Όπως αναφέρθηκε, με το από 2-6-1988 Π. Δ. (ΦΕΚ 613/22-8-1988, τεύχος Δ’ ) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., ενώ, ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. … πράξη εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΔΠ/ΠΕ/29/5960/ΤΠΕ/658/23-4-1996 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., στις 28-11-1996.

Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1999 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (τροποποίηση ... πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης- περιοχής επέκτασης του Δήμου ...), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και αριθμ. ..., δημιουργήθηκε, από το διαμορφωθέν μετά τη ρυμοτομία τμήμα, εμβαδού 7.693,10 τ.μ., ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο οικόπεδο, εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης και το τοπογραφικό διάγραμμα,4.517,53 τ.μ.

Τέλος, με την υπ’ αριθμ. 29 ΠΕ/3830/3885/2000 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (κύρωση της ... πράξης διόρθωσης της υπ’ αριθμ. … πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ...), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με αριθμ. ..., κυρώθηκε στο διάγραμμα της πράξης εφαρμογής η σχεδίαση του τελικού οικοπέδου ...

Ο.Τ. και οι συντεταγμένες των κορυφών του τελικού ως άνω οικοπέδου, οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα συντεταγμένων κορυφών τελικού οικοπέδου του ... Ο.Τ. της πράξης διόρθωσης .... Εν τω μεταξύ, με το υπ’ αριθμ. .../4-6-1982 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη Παχυγιαννάκη, ο Χ.

Σ. υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο, κατά πλήρη κυριότητα, από το προπεριγραφέν αγροτεμάχιο, συνολικού εμβαδού 14.977 τ.μ., εξ αδιαιρέτου ποσοστό που αντιστοιχεί σε 4.000 τ.μ., ενώ στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ. .../16-12-1983 προσύμφωνο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, από το μερίδιο του στον προπεριγραφέντα αγρό, υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο, κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε 2.500 τ.μ..

Δηλαδή, με τα δύο ως άνω προσύμφωνα συμβόλαια της παραπάνω συμβολαιογράφου, ο Χ. Σ. υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο, κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό εξ αδιαιρέτου του εν λόγω αγρού που αντιστοιχεί, συνολικά, σε 6.500 τ.μ., με συνέπεια να απομείνει στην κυριότητά του ποσοστό εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε 988,50 τ.μ..

Ακολούθως, στις 9-1- 1984, απεβίωσε ο Χ. Σ., αφήνοντας την υπ’ αριθ. .../16-12-1983 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε από την ως άνω συμβολαιογράφο, Αικατερίνη Τσακίρη-Παχυγιαννάκη και δημοσιεύτηκε νόμιμα, με το υπ’ αριθμ. 348/22- 2-2008 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός κατέλιπε, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων και το εναπομείναν ιδανικό μερίδιο που αναλογεί σε τμήμα του ως άνω αγρού, εμβαδού 988,50 τ.μ., κατ’ ισομοιρία, στις ενάγουσες.

Ωστόσο, οι τελευταίες αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../31-12-1992 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη Παχυγιαννάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμ.

…, μόλις δε το έτος 2008, προέβησαν στη διόρθωση της ως άνω πράξης αποδοχής κληρονομίας, με βάση την επαγωγή από την εν λόγω διαθήκη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../7-8-2012 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Εξαδακτυλου-Αργυρούδη. Εν τω μεταξύ, οι ενάγουσες, με τα υπ’ αριθμ. .../31-12-1992 συμβόλαια πώλησης της σύμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη Παχυγιαννάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και αριθμ. ..., αντίστοιχα, εμφανισθείσες, με βάση την ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομίας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ.

Σ., και προς σε εκτέλεση αντίστοιχα, των προαναφερομένων, υπ’ αριθμ. .../4-6-1982 και .../16-12-1983 προσυμφώνων της ίδιας συμβολαιογράφου, μεταβίβασαν στον εναγόμενο, κατά πλήρη κυριότητα, τα εξής ιδανικά μερίδια επί του παραπάνω αγρού, συνολικού εμβαδού 14.977 τ.μ.: α) Με το πρώτο από τα ανωτέρω συμβόλαια, από τα ιδανικά τους μερίδια, που αναλογούσαν, συνολικά, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του αγρού αυτού, μεταβίβασαν ιδανικά μερίδια που αντιστοιχούν σε 4.700 τ.μ.

και β) με το δεύτερο από τα ως άνω συμβόλαια, από τα ιδανικά τους μερίδια που αναλογούσαν, συνολικά, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του αγρού αυτού, μεταβίβασαν ιδανικά μερίδια που αντιστοιχούν σε 2.800 τ. μ.. Στα ως άνω δύο συμβόλαια συμβλήθηκε, επίσης, ως πωλητής ιδανικών μεριδίων που αντιστοιχούσαν σε 4.000 τ.μ. και 1.000 τ.μ., αντίστοιχα, ο έτερος συγκύριος του όλου αγρού και αδελφός της πρώτης των εναγουσών, Ι.

Μ., τα δε συνολικά τιμήματα, από δραχμές 8.000.000 και 7.500.000, αντίστοιχα, φέρεται να έχουν καταβληθεί ολοσχερώς στους πωλητές, κατά τη μερίδα του καθενός από αυτούς (1/2 εξ αδιαιρέτου), ήδη πριν την κατάρτιση των εν λόγω συμβολαίων. Από τα εκτιθέμενα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενάγουσες, με τα προαναφερόμενα οριστικά συμβόλαια, μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήματα του όλου αγρού, μεγαλύτερα εκείνων που υποσχέθηκε να μεταβιβάσει σ’ αυτόν ο δικαιοπάροχος τους, Χ.

Σ.. Συγκεκριμένα, με το υπ’ αριθμ. .../1992 οριστικό συμβόλαιο, οι ενάγουσες μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήμα εμβαδού 4.700 τ.μ., αντί του προσυμφωνηθέντος εμβαδού των 4.000 τ.μ., ενώ με το υπ’ αριθμ. .../1992 οριστικό συμβόλαιο, μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήμα εμβαδού 2.800 τ. μ., αντί του προσυμφωνηθέντος εμβαδού των 2.500 τ.

μ.. Σχετικά με την εν λόγω διαφορά στο εμβαδό των μεταβιβασθέντων τμημάτων, γίνεται ειδική μνεία στα ως άνω οριστικά συμβόλαια και ειδικότερα, αναφέρονται τα εξής: α) Στο πρώτο από αυτά: "...Ότι με το υπ’ αριθμ. .../4-6-1982 προσύμφωνο μου ο εκ των πωλητών Μ. και ο αποβιώσας ως άνω Χ. Σ. υπεσχέθησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αφετέρου ώδε συμβαλλόμενο Ι.

Ι., εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου ακινήτου των, ο μεν πρώτος ιδανικό μερίδιον τεσσάρων χιλιάδων (4.000) μέτρων τετραγωνικών ο δε δεύτερος ιδανικό μερίδιον (4.000) μέτρων τετραγωνικών, μη λαβόντες υπόψιν ότι εις το άνω ιδανικόν μερίδιον έπρεπε να προστεθούν και επτακόσια (700) μέτρα εξ αδιαιρέτου από το ρυμοτομούμενον ως άνω τμήμα για τη διάνοιξη της οδού ....

Ήδη δια του παρόντος οι αφενός ώδε συμβαλλόμενοι "πωλητές" πωλούν σήμερα, παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αποδεχόμενον την μεταβίβαση ταύτη αφ’ ετέρου ώδε συμβαλλόμενον Ι. Ι. του Χ. που θα ονομάζεται στη συνέχεια χάριν συντομίας "αγοραστής" και εις εκτέλεσιν του υπ’ αριθ. .../4-6-82 προσυμφώνου συμβολαίου μου, εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου αγρού των ιδανικόν μερίδιον οκτώ χιλιάδων επτακοσίων (8.700) μέτρων τετραγωνικών και ουχί 8.000 μέτρων τετραγωνικών, ως εσφαλμένως αναγράφεται εις το προαναφερθέν υπ’ αριθ. .../4-6-82 προσύμφωνον συμβόλαιόν μου", ενώ σε παραπομπή αναγράφεται "και δη ο μεν Ι.

Μ. μ. τ. 4.000 εξ αδιαιρέτου, οι δε άλλες δύο 4.700 μ.τ. κατά το ανήκον εις εκάστη τούτων ιδανικόν μερίδιον ως κληρονόμων του Χ. Σ.". β) Στο δεύτερο από τα ως άνω συμβόλαια: "...Ότι με το υπ’ αριθμ. .../16- 12-83 προσύμφωνον μου ο εκ των πωλητών Ι. Μ. και ο αποβιώσας ως άνω Χ. Σ. υπεσχέθησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αφετέρου ώδε συμβαλλόμενο Ι.

Ι. εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου ακινήτου των, ο μεν πρώτος ιδανικό μερίδιον χιλίων (1.000) τετραγωνικών μέτρων, ο δε δεύτερος ιδανικό μερίδιον δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) μέτρων τετραγωνικών, μη λαβόντες υπόψιν ότι εις το άνω ιδανικόν μερίδιον έπρεπε να προστεθούν και τριακόσια (300) μέτρα εξ αδιαιρέτου, από το ρυμοτομούμενον ως άνω τμήμα για τη διάνοιξη της οδού ....

Ήδη δία του παρόντος οι αφενός ώδε συμβαλλόμενοι "πωλητές" πωλούν σήμερα, παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αποδεχόμενον την μεταβίβαση ταύτη αφ’ ετέρου ώδε συμβαλλόμενον Ι. Ι. του Χ. που θα ονομάζεται στη συνέχεια χάριν συντομίας "αγοραστής" και εις εκτέλεσιν του υπ’ αριθ. .../16-12-83 προσυμφώνου συμβολαίου μου, εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου αγρού των ιδανικόν μερίδιον τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) μέτρων τετραγωνικών και ουχί τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) μέτρων τετραγωνικών, ως εσφαλμένως αναγράφεται εις το προαναφερθέν υπ’ αριθ. .../16-12-83 προσύμφωνον συμβόλαιόν μου και δη ο μεν Ι.

Μ. μέτρα τετραγωνικά χίλια (1.000) εξ αδιαιρέτου, οι δε άλλες δύο μέτρα τετραγωνικά δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) κατά το ανήκον εις εκάστη τούτων ιδανικόν μερίδιον ως κληρονόμων του Χ. Σ....". Σημειωτέον ότι με τη σύναψη των εν λόγω οριστικών συμβολαίων, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, οι ενάγουσες μεταβίβασαν το σύνολο των ιδανικών μεριδίων τους επί του όλου αγρού και έτσι αποξενώθηκαν πλήρως από αυτό.

Σχετικά με τη μεταβίβαση αυτή, οι τελευταίες, με την κρινόμενη αγωγή τους, ισχυρίζονται ότι αυτή είναι προϊόν απάτης και ειδικότερα, ότι ο εναγόμενος τις εξαπάτησε, εκμεταλλευόμενος την απειρία τους στις συναλλαγές και την εμπιστοσύνη που αυτές είχαν προς το πρόσωπο του, εξαιτίας της οποίας αυτές δεν ανέγνωσαν τα επίμαχα συμβόλαια πριν τα υπογράψουν, στηριζόμενες στις διαβεβαιώσεις του ότι πρόκειται για τυπική εκτέλεση των προαναφερομένων προσυμφώνων, ούτε η συμβολαιογράφος που τα συνέταξε, τα ανέγνωσε μεγαλοφώνως, με συνέπεια να μην αντιληφθούν ότι μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήματα του όλου αγρού πέραν των προσυμφωνηθέντων.

Μάλιστα, προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού τους, υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος μεθόδευσε την υφαρπαγή των δικών τους μεριδίων και ειδικότερα, ότι, ενώ γνώριζε την ύπαρξη της προαναφερόμενης διαθήκης του δικαιοπαρόχου τους, αφού συνέπραξε και ο ίδιος ως μάρτυρας, κατά τη σύνταξή της, απέκρυψε το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα οι ίδιες να λάβουν γνώση αυτής με μεγάλη καθυστέρηση, ενώ, ακόμη και όταν έλαβαν γνώση της διαθήκης - στην οποία, μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων αναφέρονταν και τα επίδικα ιδανικά μερίδια - ο εναγόμενος τις συμβούλευσε να μην προβούν στη δημοσίευσή της, με σκοπό να παρέλθει ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και να γίνει κύριος των ιδανικών μεριδίων τους επί του ενδίκου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Περαιτέρω, οι ενάγουσες διατείνονται ότι η απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου συνεχίστηκε μέχρι το έτος 2008, όταν πλέον, μετά από έντονες πιέσεις των ιδίων, ομολόγησε ότι τις εξαπάτησε και με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να περιέλθουν στην κυριότητά του και τα ιδανικά μερίδια αυτών, που αντιστοιχούσαν σε 988,50 τ.μ.

του όλου ακινήτου, κατά τα προαναφερόμενα. Στο σημείο αυτό, σχετικά με τη σχέση που συνέδεε τον εναγόμενο με τις ενάγουσες και το δικαιοπάροχό τους, Χ. Σ., πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο εναγόμενος είναι εξ αγχιστείας συγγενής του προαναφερόμενου αδελφού της πρώτης ενάγουσας, Ι. Μ., η σύζυγος του οποίου είναι πρώτη εξαδέλφη του, ενώ ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, Χ.

Σ., ήταν ανάδοχος του υιού του εναγομένου. Συνεπεία των παραπάνω σχέσεων, αναπτύχθηκε μεταξύ των ανωτέρω κλίμα εκτίμησης και εμπιστοσύνης, και έτσι, τόσο ο Ι. Μ. όσο και ο Χ. Σ., οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει, ήδη από το έτος 1964, στο ... της Γερμανίας, όπου εργάζονταν, ανέθεταν στον εναγόμενο, ο οποίος ήταν δικηγόρος Θεσσαλονίκης, τη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους στην Ελλάδα.

Με την πάροδο των ετών αναπτύχθηκε μεταξύ του εναγομένου και του Χ. Σ. στενή φιλική και οικογενειακή σχέση, η οποία κατέληξε στη συγκατοίκησή τους, σε διαμερίσματα της ίδιας πολυκατοικίας, η οποία ανεγέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...4-8-1981 εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζωής Παπαδοπούλου- Τσαγιάννη.

Οι σχέσεις των εναγουσών με τον εναγόμενο, διατηρήθηκαν στο ίδιο φιλικό επίπεδο και μετά το θάνατο του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, το έτος 1984, ενώ στο ίδιο επίπεδο συνεχίστηκε και η επαγγελματική τους σχέση. Είναι δε αληθές, ότι, λόγω των ως άνω σχέσεων, κατά το χρόνο κατάρτισης των ενδίκων συμβολαίων, οι ενάγουσες έτρεφαν απεριόριστη εμπιστοσύνη στον εναγόμενο, εξαιτίας της οποίας είναι ενδεχόμενο να μην επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή και ως εκ τούτου, να μην αντιλήφθηκαν το περιεχόμενο αυτών.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στην κατάρτισή τους συνέπραξε για λογαριασμό των εναγουσών και δικηγόρος, επιπροσθέτως δε, όπως προαναφέρθηκε, στα ίδια συμβόλαια συνέπραξε, ως πωλητής και συγκύριος, ο αδελφός της πρώτης (και θείος της δεύτερης) των εναγουσών, Ι. Μ., με τον οποίο οι σχέσεις τους ήταν και παρέμειναν καλές μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου, τουλάχιστον αυτός, δεν είχε λόγο να τους αποκρύψει τη μεταβολή που επήλθε, με τα εν λόγω οριστικά συμβόλαια, στο εμβαδό των μεταβιβασθέντων ακινήτων.

Ακόμη δε και αν γίνει δεκτό ότι ούτε ο Ι. Μ. αντιλήφθηκε αμέσως την ως άνω μεταβολή (όπως ο ίδιος υποστηρίζει στην υπ’ αριθμ. .../13-3-2013 ένορκη βεβαίωσή του), αυτός, οπωσδήποτε, έλαβε γνώση της ως άνω μεταβολής και της εξ αυτής αποξένωσης των εναγουσών από το ένδικο ακίνητο, το έτος 2001, όταν ο ίδιος, μαζί με τον εναγόμενο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...10-4-2001 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Βαρσάμη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και αριθμ.

…, μεταβίβασαν το περιγραφόμενο στο υπ’ αριθμ. .../31-12-1992 οριστικό συμβόλαιο, τμήμα του όλου ακινήτου (και ήδη, μετά την ως άνω πράξη εφαρμογής, οικόπεδο εμβαδού 4.517,53 τ.μ.), στον Α. Δ. (ο οποίος, στη συνέχεια, το μεταβίβασε νομότυπα στην εταιρία "... ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε."). Στην ως . άνω συμβολαιογραφική πράξη (πώληση) δεν συνέπραξαν οι ενάγουσες, ως συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου, γεγονός που θα έπρεπε να κινήσει, τουλάχιστον, την περιέργεια του Ι.

Μ.. Ωστόσο, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι ο τελευταίος τις ενημέρωσε για την πώληση του ακινήτου στον Α. Δ. "εκ των υστέρων", γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ίδιος, με την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του, στην οποία καταθέτει ότι, όταν αντιλήφθηκε ότι στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν εμφανίστηκαν οι ενάγουσες, ρώτησε σχετικά τον εναγόμενο και εκείνος του απάντησε ότι το δικό τους μερίδιο θα πωληθεί αργότερα.

Ωστόσο, η εν λόγω κατάθεση δεν κρίνεται πειστική, διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν είναι δυνατό, καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την ως άνω πώληση (προς τον Α. Δ.) και μέχρι και τη σύναψή της, να μην ενημερώθηκαν σχετικά οι ενάγουσες από τον Ι. Μ., στενό συγγενή και συγκάτοικό τους, στην ίδια πολυκατοικία, με τον οποίο, σημειωτέον, οι σχέσεις τους ήταν άριστες.

Επιπροσθέτως και αν γίνει δεκτό ότι οι ενάγουσες πληροφορήθηκαν καθυστερημένα τη σύναψη της ως άνω σύμβασης πώλησης, όπως υποστηρίζουν, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός τους ότι, ακόμη και τότε, πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι τα δικά τους ιδανικά μερίδια θα πωληθούν αργότερα, αφού, όπως οι ίδιες αναφέρουν στην αγωγή τους, καθ’ όλα τα προηγούμενα έτη, οι διάδικες πλευρές συζητούσαν μεταξύ τους για την από κοινού αξιοποίηση του ακινήτου και ως εκ τούτου, η ως άνω ενέργεια του εναγομένου θα έπρεπε, λογικά, να δημιουργήσει σ’ αυτές αμφιβολίες σχετικά με τις προθέσεις του.

Εξάλλου, μετά την ως άνω πώληση (προς τον Α. Δ.), ο Ι. Μ., μαζί με τον εναγόμενο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../18-2-2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, συνέστησαν πραγματική δουλεία διόδου, διάρκειας δέκα ετών, επί του υπολοίπου τμήματος του όλου ενδίκου αγρού, εμβαδού 1.804,46 τ.μ., για την εξυπηρέτηση του τμήματος που είχε μεταβιβαστεί, κατά τα ανωτέρω, στην εταιρία "...

ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", χωρίς και πάλι, τη σύμπραξη των εναγουσών, συγκυρίων αυτού, κατά τους ισχυρισμούς τους, γεγονός που, οπωσδήποτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είχαν πληροφορηθεί από τον I. Μ. και το οποίο, λογικά, θα έπρεπε να εξαλείψει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης αυτών προς τον εναγόμενο.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, μετά τη σύναψη του ως άνω συμβολαίου σύστασης δουλείας, αυτές εξακολούθησαν να πείθονται στις απατηλές διαβεβαιώσεις του εναγομένου και ότι έλαβαν γνώση των παρανόμων πράξεων που αυτός τέλεσε σε βάρος τους, μόλις το έτος 2008.

Αξιοσημείωτο δε είναι ότι οι ενάγουσες δεν στράφηκαν, ακόμη και τότε, αμέσως κατά του εναγομένου, όπως θα ήταν εύλογο, αλλά άσκησαν την ένδικη αξίωσή τους, περί τα τέλη του έτους 2012, με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Με βάση τα προαναφερόμενα, οι ενάγουσες, τουλάχιστον κατά τη σύναψη του υπ’ αριθμ. .../18-2-2004 συμβολαίου σύστασης δουλείας, έλαβαν γνώση των επικαλουμένων από αυτές αδίκων πράξεων και του υποχρέου προς αποζημίωση, εναγομένου, έκτοτε δε, δεν αποδείχθηκε η εξακολούθηση οποιασδήποτε αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, σε βάρος τους.

Ως εκ τούτου, η ένδικη αξίωση των εναγουσών έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 247, 251 και 937 ΑΚ, κατ’ αποδοχή σχετικής ένστασης που προέβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και την επαναφέρει νομότυπα με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως ουσιαστικά βάσιμης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή, κατά το σκέλος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει ν’ απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενόψει και του ότι, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, είναι επιτρεπτή η έκδοση επιβλαβέστερης απόφασης για τις εκκαλούσες, κατ’ άρθρο 536 παρ. 2, 1 ΚΠολΔ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, χωρίς να περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία για το αν αποδείχθηκε ή όχι η τέλεση της ένδικης αδικοπραξίας, περιορίζεται στο χρόνο γνώσεως "της επικαλουμένης" και όχι "της αποδειχθείσας" αδικοπραξίας και με επιχειρήματα, που δεν συνιστούν αιτιολογίες, υπό την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δέχεται ότι μολονότι δεν δικαιολογείται η έλλειψη γνώσεως ούτε κατά το χρόνο καταρτίσεως των ενδίκων δικαιοπραξιών (.../1992 και .../1992), αφού παρίσταντο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατά το 2001, που το ένα από τα ένδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στον Α.

Δ., αφού στην μεταβίβαση αυτή συμμετείχε, ως πωλητής ο συνιδιοκτήτης του πωληθέντος αδελφός της πρώτης ενάγουσας και θείος της δεύτερης, ο οποίος δεν κρίνεται λογικό να μην τις ενημέρωσε, αυτές σε κάθε περίπτωση έλαβαν γνώση της επικαλουμένης αδικοπραξίας το 2004 που με συμβολαιογραφική πράξη συστήθηκε πραγματική δουλεία στο έτερο των ένδικων ακινήτων, ενώ μολονότι ισχυρίζονται οι ενάγουσες ότι έλαβαν γνώση το 2008 άσκησαν την ένδικη αγωγή το 2012 ήτοι μετά παρέλευση ικανού χρόνου και ότι εφόσον έλαβαν γνώση τουλάχιστον το 2004, η ένδικη αξίωσή τους έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ.

Οι αιτιολογίες όμως αυτές είναι ενδοιαστικές ως προς το χρόνο γνώσεως της επικαλουμένης αδικοπραξίας ενώ στην απόφαση δεν περιέχονται αιτιολογίες ως προς το αν αυτή τελέστηκε ή όχι, καθώς και ως προς το ύψος της ζημίας της, πράγμα το οποίο είναι προαπαιτούμενο της παραγραφής του άρθρου 937 παρ.2 ΑΚ για το αν η τυχόν τελεσθείσα αδικοπραξία είναι και ποινικά κολάσιμη πράξη και αν το ύψος της προκληθείσας ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 120000 ευρώ, ώστε να είναι κακουργηματική και να υπόκειται στη μακρύτερη παραγραφή της προδιαληφθείσας διατάξεως.

Οι ενδοιαστικές αυτές αιτιολογίες και η έλλειψη περιστατικών θετικής γνώσης του χρόνου τελέσεως της επικαλουμένης αδικοπραξίας, καθώς και η έλλειψη αιτιολογιών ως προς το αν τελέστηκε αδικοπραξία που είναι προαπαιτούμενο της παραγραφής δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της επικαλουμένης διατάξεως του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ, καθώς και της αυτεπάγγελμτα ερευνώμενης του άρθρου 914 του ίδιου κώδικα και γιαυτό πρέπει ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και ο από την ίδια διάταξη αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος λόγος, να γίνουν δεκτοί, ενώ προσέτι δεκτός πρέπει να γίνει και από τον αριθμό 8 εδ.β του ίδιου κώδικα τρίτος λόγος της αναιρέσεως, καθόσον το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προταθέντα πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό περί παραγραφής του άρθρου 937 παρ.2 ΑΚ, ενώ η αιτίαση του ίδιου λόγου περί μη λήψεως υπόψη των από τα άρθρα 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ ισχυρισμών περί καταχρηστικής ασκήσεως από τον εναγόμενο των παρεχομένων σ’ αυτόν δικονομικών δυνατοτήτων προς απόκρουση της κατ’ αυτού ένδικης αγωγής δεν ιδρύει την επικαλούμενη από την ίδια διάταξη του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον αφορά σε αλυσιτελή ισχυρισμό στον οποίο το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αφού η επίκληση από τον εναγόμενο των επικαλουμένων προς απόκρουση της κατ’ αυτού αγωγής ισχυρισμών αφορά σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματός του, που δεν προσκρούει στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ούτε οδήγησε σε παρέλκυση της δίκης, ενώ και αν ακόμη θεωρηθεί ότι το 281 ΑΚ εφαρμόζεται στο χώρο του δικονομικού δικαίου δεν γίνεται επίκληση περιστατικών που να καθιστούν τον ισχυρισμό αυτό ορισμένο.

Κατόπιν τούτων η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος και δή κατά το αφορών την αδικοπραξία και την ένσταση της κατ’ αυτής παραγραφής μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (αρθρ.580 παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 εδ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.289/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ