379/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated379/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 § 1α, 287, 288 και 290 ΚΠολΔικ, που κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, εάν μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους.
Full text
Απόφαση 379 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 379/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Μ. Γ. του Β., κατοίκου ... και 2)Ε. Γ. του Β., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β. Γ. και της Φ. - Δ. Γ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρο.
Της αναιρεσίβλητης: Φ. - Δ. Γ. του Ε., η οποία, όπως αναφέρεται στην από 12/5/2014 κλήση απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους καλούντες και τους καθών η κλήση, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Η. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 2)Γ. Γ. του Ε., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Φ. - Δ. Γ. του Ε..
Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Γεώργιο Η. Γ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου Β. Γ. και την από 17/2/2004 ανταγωγή των καθών η κλήση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26/3/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 501/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 12/5/2014 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 § 1α, 287, 288 και 290 ΚΠολΔικ, που κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, εάν μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους.
Η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του λόγου της διακοπής στον αντίδικο, που μπορεί να γίνει από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του αποβιώσαντος. Επί απλής ομοδικίας η διακοπή επέρχεται μόνο ως προς τον αποβιώσαντα ομόδικο και δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς, όπως τούτο συνάγεται εξ αντιδιαστολής του άρθρου 288 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι ο δεύτερος από αυτούς ήτοι ο Γ. Ε. Γ. απεβίωσε, πράγμα το οποίο προκύπτει και από το προσκομιζόμενο οικείο πιστοποιητικό θανάτου, που αναφέρει ως χρόνο του συμβάντος την 5.4.2014 (βλ.
υπ'αριθμ. 8268051/29.9.2014 πιστ. Θανάτου του Υπουργείου Υγείας της Κοινοπολιτείας της Πενσυλβάνια των ΗΠΑ). Κατόπιν τούτου πρέπει να γίνει δεκτό ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο και για το λόγο αυτό να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνο και όχι και για τον άλλο αναιρεσίβλητο, με τον οποίο συνδεόταν ως προς την ένδικη διαφορά, που αφορά αναγνώριση συγκυριότητας σε ακίνητα, με απλή ομοδικία.
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται, η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα, σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ'αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.
Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση. Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Τέλος η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξεως αποδοχής κληρονομίας δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα που απαιτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ελλείψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται οι αμφιβολίες. Τέλος η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ'αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνεκδικασθείσες αναγνωριστικές κυριότητας α) από 8-4-2002 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Β.
Γ. του Ε., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες κατά των αναιρεσιβλήτων και της αδελφής τους (όλων των διαδίκων) Φ. - Δ. Γ. στη θέση της οποίας υπεισήλθαν όλοι οι διάδικοι και β) της από 17-2-2004 ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αρχικού ενάγοντος. "Ο Ε. Γ. του Γ. πατέρας των διαδίκων, είχε καταστεί, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κύρος, μεταξύ άλλων, των κάτωθι ακινήτων: 1) ενός ελαιόφυτου ακινήτου κειμένου στη θέση "'Αφωτη" του Δήμου Καρπάθου, οικόπεδου σήμερα, εντός σχεδίου πόλεως, έκτασης 3.440 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται υπό στοιχεία 1. 2. 3. 4. 5.6.7.8.9.10.11.12.13.14.15.16.17.18.19.21.1 στο συνημμένο στην αγωγή και ανταγωγή, από Νοέμβριο 1994, τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Γ.
Γ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Φ. και Κ., νότια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησίες Ζ. Κ. και Σ. Π. και δυτικά με την επαρχιακή οδό Πηγαίων - Απερίου, 2) ενός ελαιοφύτου ακινήτου, κειμένου στην τοποθεσία "Στείρακες" του Δήμου Καρπάθου, εκτάσεως 5.041 τ.μ.,όπως αυτό απεικονίζεται υπό στοιχεία 1.2.3.4.5.6.7.8.9.10.11.12.13.14.15.1 στο συνημμένο στην αγωγή και ανταγωγή, από Νοέμβριο 1994, τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Γ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Σκευοφύλακα, νότια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.Π. και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, 3) ενός ελαιόφυτου ακινήτου, κειμένου στη τοποθεσία "Πέταλο" της περιοχής Αγίου Νεκταρίου του δημοτικού διαμερίσματος Απερίου του Δήμου Καρπάθου, εκτάσεως 16.458 τ.μ., τεμαχισθέντος από τη διανοιχθείσα αμαξιτή αγροτική οδό και σε δύο τμήματα, όπως αυτά απεικονίζονται στο συνημμένο στην αγωγή και ανταγωγή, από Νοέμβριο 1994 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Γ., το μεν πρώτο υπό στοιχεία 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 12. 13. 14. 15. 16. 17.18.19.1., εκτάσεως 14.564 τ.μ., το δεύτερο, υπό στοιχεία α.β.γ.12.α, εκτάσεως 1.894 τ.μ., 4) ενός οικοπέδου κειμένου στην τοποθεσία "Κάϊσμα" της συνοικίας Βαλαντού του δημοτικού διαμερίσματος Απερίου του δήμου Καρπάθου, εκτάσεως 1.562 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται υπό στοιχεία 1.2.3.3α.4.5.6.7.8.9.10.11.12.13.14.15.16.17.18.19.20.21.22.1.
στο συνημμένο στην αγωγή και ανταγωγή, από Νοέμβριο 1994, τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. και Θ. Μ., νότια με ιδιοκτησία Χ., ανατολικά με ιδιοκτησία Π. και δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Μ. και 5) ενός αγρού κειμένου στη θέση "Λια" του δημοτικού διαμερίσματος Απερίου του δήμου Καρπάθου, εκτάσεως 5.500 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται υπό στοιχεία 1.2.3.4.5.6.7.8.1.
στο συνημμένο στην αγωγή και ανταγωγή από Νοέμβριο 1994 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Χ. και Ε. Κ. νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Χ. και δυτικά με ιδιοκτησία Χ.. Στις 3.1.1943 απεβίωσε στις ΗΠΑ ο πατέρας των διαδίκων και άφησε την από 14.1.1942 ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία κατέλειπε στα τέκνα του τα άνω ακίνητα και δη: 1ον:
Στον εκ των αντεναγόντων Γ. Γ., πρωτότοκο γιό του α) εξ ολοκλήρου τα υπό στοιχ. 3,4 και 5 ακίνητα κείμενα στις θέσεις αντίστοιχα "Πέταλο" εκτάσεως 16.458 τ.μ., "Κάϊσμα" εκτάσεως 1.562 τ.μ. και "Λια" εκτάσεως 5.500 τ.μ. και β) τα 3240/3440 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου του κειμένου στη θέση "Άφωτη" Καρπάθου, εκτάσεως 3.440 τ.μ. 2ον: Στον εκ των αντεναγόντων Η.
Γ., α) τα 100/3440 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου του κειμένου στη θέση "Άφωτη" και β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου του κειμένου στη θέση "Στείρακες" εκτάσεως 5.014 τ.μ. 3ον: στον ενάγοντα Βασίλειο Γεωργιάδη α) 100/3440 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου του κειμένου στη θέση "Άφωτη" και β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου του κειμένου στη θέση "Στείρακες".
Στη θυγατέρα του Φ.-Δ. (3η των εναγομένων) δεν άφησε περιουσιακά στοιχεία επειδή εκείνη έλαβε την μητρική περιουσία. Η άνω διαθήκη ουδέποτε δημοσιεύτηκε πλην οι διάδικοι γνωρίζοντες το περιεχόμενο αυτής άρχισαν να νέμονται τα επίδικα ακίνητα με διάνοια κυρίων και σύμφωνα με τη θέληση του πατέρα τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι αντενάγοντες από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους νέμονται τα παραπάνω ακίνητα με διάνοια κυρίου ή συγκυρίου κατά τα προεκτεθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενεργούντες σ' αυτά τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων πράξεις νομής.
Συγκεκριμένα από το έτος 1943 μέχρι το έτος 1982 που απεβίωσε, η μητέρα τους Σ. Γ. φρόντιζε και επιτηρούσε τα ακίνητα για λογαριασμό των αντεναγόντων. Μετά το έτος 1982 οι αντενάγοντες ανέθεσαν έναντι αμοιβής, την εκμετάλλευση και φροντίδα των ακινήτων κατά τις παραπάνω διακρίσεις στην Ά. Χ., κάτοικο ..., η οποία διαχειρίζονταν κυρίως το ακίνητο στη θέση "Άφωτη" για λογαριασμό τους.
Το γεγονός εξ άλλου ότι οι εναγόμενοι - αντενάγοντες ενέμοντο διανοία κυρίων τα άνω ακίνητα, ήταν εν γνώσει του ενάγοντος - αντεναγομένου, ο οποίος επίσης εκπροσωπείτο από τη μητέρα του μέχρι το έτος 1982. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν με σαφήνεια από την κατάθεση της μάρτυρος Ά. Χ. και δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε.
Μ. και Α. Π., οι οποίοι εντελώς αόριστα κατέθεσαν ο μεν Ε. Μ. ότι ο ενάγων Β. Γ. ανέθεσε σε κάποιους ονομαζόμενους Κ. και Κ. να προσέχουν τα ακίνητα, ο δε Α. Π. ότι ο Β. Γ. ανέθεσε σε κάποιο Χ. να οργώσει το ακίνητο στην "Άφωτη", χωρίς όμως να προσδιορίσουν τον χρόνο που οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα και αν ο Β. Γ. ενεργούσε και για λογαριασμό των αδελφών του.
Εξ άλλου από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες επιστολές της μητέρας των διαδίκων προς τα τέκνα της που κατοικούσαν μόνιμα στην Αμερική προκύπτει ότι η υπ' αυτής διαχείριση των ακινήτων από το 1943 μέχρι το 1982 γίνονταν για λογαριασμό των τέκνων της και σύμφωνα με τη θέληση του αποβιώσαντος συζύγου της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άρχισε ν' αμφισβητεί την υφισταμένη κατάσταση μετά το έτος 1993 και δη τον Νοέμβριο του 1994 που ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Γ. Γ. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος για την αποτύπωση των ακινήτων και την εν συνεχεία σύνταξη δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς του πατρός του (βλ.
την με αριθ. .../6.3.1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Καρπάθου Αντωνίου Νεοφύτου, όπου έχουν επισυναφθεί τα συνταχθέντα τοπογραφικά διαγράμματα). Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι αντενάγοντες κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων σύμφωνα με τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω με έκτακτη χρησικτησία καθόσον από τις 26.2.1946 που άρχισε η ισχύς του ΑΚ στα Δωδεκάνησα μέχρι τις 22.8.1996 που ο ενάγων- αντεναγόμενος μετέγραφε την ανωτέρω αποδοχή της κληρονομιάς, συμπληρώθηκε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από την εικοσαετία κατά το οποίο νέμονταν αυτά με διάνοια κυρίων και κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά ή εξ ολοκλήρου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των αντεναγόντων - εναγομένων και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αρχικά ενάγοντος Β. Γ. του Ε., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες και αφού εξαφάνισε την διαφορετικά κρίνασα εκκαλουμένη και μάλιστα για το ενιαίο της εκτελέσεως και κατά το μη εκκληθέν με την έφεση του ενάγοντος κεφάλαιο της αναγνώρισης της συγκυριότητάς του, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του εις θέση "Στείρακες" Καρπάθου ακινήτου, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την ανταγωγή και αφού τις δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες αναγνώρισε τον ενάγοντα συγκύριο κατά ποσοστό 100/3440 εξ αδιαιρέτου του εις "'Αφωτη" κειμένου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του εις τη θέση "Στείρακες" κειμένου ακινήτου από εξ αδιαθέτου νομίμως μεταγραφείσα αποδοχή κληρονομίας του πατέρα του και τον δεύτερο αντενάγοντα και πρώτο αναιρεσίβλητο Η.
Γ. του Ε., τον οποίο και αφορά η παρούσα αναιρετική δίκη (καθόσον ως προς τον δεύτερο - Γ. Γ. του Ε. - κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση) συγκύριο κατά ποσοστό 100/3440 εξ αδιαιρέτου του εις "Άφωτη" κειμένου ακινήτου και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του εις θέση "Στείρακες" κειμένου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ'αυτήν σαφείς, πλήρεις αν και συνοπτικές και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά για την με έκτακτη χρησικτησία απόκτηση από τους διαδίκους της συγκυριότητας των επιδίκων ακινήτων, τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ.
Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο αρχικός ενάγων και ο αντενάγων - αναιρεσίβλητος δια μέσου της μητέρας τους, από της ισχύος στα Δωδεκάνησα του Αστικού Κώδικα (που είναι η 30.12.1947 - Ν. 510/1947 - και όχι η αναφερομένη της 26.2.1946) και μέχρι του χρόνου του θανάτου της το 1982 νεμήθηκαν τα αφορώντα τις εφέσεις ακίνητα κατά τα ποσοστά που είχε προσδιορίσει ο αποβιώσας το 1943 πατέρας τους σε μη δημοσιευθείσα από 14.1.1942 διαθήκη του, το περιεχόμενο της οποίας τήρησαν και άσκησαν σ'αυτά, κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω διαθήκη ποσοστά με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων πράξεις νομής, όπως φροντίδα, διαχείριση και επιτήρηση, τις οποίες μετά το θάνατο της μητέρας τους (1982) και μέχρι του χρόνου αποδοχής και μεταγραφής από τον ενάγοντα της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του πατέρα του (1996) αλλά και ασκήσεως της αγωγής (2002) συνέχισε για λογαριασμό του αντενάγοντα - αναιρεσιβλήτου, έναντι αμοιβής η Α. Χ. και ενόψει τούτων οι διάδικοι κατέστησαν με έκτακτη χρησικτησία συγκύριοι κατά τις προσδιοριζόμενες διακρίσεις των επιδίκων ακινήτων. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.
Το έγγραφο πρέπει να αφορά στην απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα, που να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ότι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο με το να χαρακτηρίσει την από 14.1.1942 διαθήκη του πατέρα των αρχικών διαδίκων ως "ιδιόγραφη" ενώ ο τίτλος της είναι "μυστική" την παραμόρφωσε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού το εν λόγω περιστατικό, ήτοι ο χαρακτηρισμός του επίμαχου εγγράφου ως μυστικής ή ιδιόγραφης διαθήκης δεν είναι κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς, καθόσον το περιεχόμενό του, υπό οποιαδήποτε ονομασία, δεν εκτιμήθηκε ως διαθήκη, αφού δεν επακολούθησε η απαιτούμενη για την ισχυροποίησή της διαδικασία, ενώ σε κάθε περίπτωση η ιδιότητα του εγγράφου κρίνεται από το περιεχόμενό του και όχι από την επικεφαλίδα του.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ίδια διάταξη πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε την από 19.4.1974 επιστολή της μητέρας των αρχικών διαδίκων προς τον πρώτο και διαμένοντα στις ΗΠΑ αναιρεσίβλητο Η. Γ. με το να δεχθεί ότι από αυτήν προκύπτει ότι αυτή νεμόταν τα επίδικα για λογαριασμό των αντεναγόντων, ενώ στην επιστολή αναφέρεται το αντίθετο.
Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο μέρος του είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το αποδεικτικό πόρισμα ως προς τη νέμηση των επιδίκων ακινήτων από τον πρώτο αναιρεσίβλητο - αντενάγοντα (ως προς τον οποίο ερευνάται η αναίρεση) δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην επίμαχη επιστολή, αλλά απλώς το Εφετείο την συνεκτίμησε, χωρίς να την εξαίρει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως και άλλες επιστολές της εν λόγω μητέρας των αρχικών διαδίκων προς αυτούς στις ΗΠΑ, καθώς και τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα, τις ένορκες βεβαιώσεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 180 § 1 και 183 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την από 26.3.2010 αίτηση των Μ. Γ. του Β. και Ε. Γ. του Β. κατά του Η. Γ. του Ε. ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Φ. - Δ. Γ. του Ε. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 292/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ