379/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 379 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated379/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 379 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 379 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Όταν ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς αυτόν. Ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Η υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού να φροντίζει για την λήψη των μέτρων ασφαλείας ακόμη και αν η διαρκής φυσική παρουσία του στο σημείο εκτελέσεως του έργου δεν είναι εφικτή, δεν αίρεται. Ο κύριος του έργου, όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα, δηλαδή εκείνος με τον οποίο ο εργαζόμενος είχε συνάψει την εργασιακή σύμβαση, απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημιώσεως εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο I.Κ.Α. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ και των αξιώσεων του παθόντος ή των δικαιοδόχων του. Υπό τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και την παραδοχή ότι «το ατύχημα κατέλειπε σ' αυτόν αναπηρία αλλά και παραμόρφωση, καθόσον, λόγω της χωλότητός του παρουσιάζει έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφανίσεως» δικαιούται πράγματι ο αναιρεσίβλητος το επιδικασθέν, με βάση τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικό ποσό.
Αριθμός 379/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων, Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορίας και Αντιπροσωπειών", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις με αριθμ. καταθ. 13032/2005 και 20260/2005 προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση με σωρευόμενες αγωγές αποζημίωσης των ανωνύμων εταιρειών "ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" και "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", καθώς και την προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας "National Union Fire Insurance", που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Κ. - Χ. Α. ΑΕ". Εκδόθηκε η 39961/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε αυτές κατά ένα μέρος εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και τις παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου συνεκδικάστηκαν με την από 17-12-2006 (ενώπιον αυτού) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και νέες παρεμπίπτουσες αγωγές των άλλων διαδίκων. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31788/2008 και 37838/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 740/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η, κατά την έννοια του αριθμού αυτού, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία, που περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή, τα διαφυγόντα κέρδη και την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η αδικοπρακτική συμπεριφορά του δράστη μπορεί να οφείλεται σε προηγούμενη συμπεριφορά αυτού, όπως όταν, εξ αιτίας προηγουμένης ενεργείας του, δημιουργήθηκε επικίνδυνη κατάσταση από την οποία ήταν δυνατό να προξενηθεί ζημία, οπότε η παράλειψη αυτού να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή της ζημίας είναι παράνομη. Η υποχρέωση για ενέργεια στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να επιβάλλεται από τον νόμο, τις συναλλακτικές συνήθειες και την καλή πίστη. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του". Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) Σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπον εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν την μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια. Επίσης, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται κατά τους όρους της διατάξεως αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με την βούληση του εν λόγω προσώπου ως "προστήσαντος", απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στην διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού, υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου, ως προς τον τρόπον εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσεως αλλά η πρόστηση μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να γίνεται ευκαιριακά για μία μόνο συγκεκριμένη πράξη. Έτσι, δεν έχει σημασία ο τρόπος της προσλήψεως του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψή του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου ως προς τον τρόπον εκπληρώσεως των καθηκόντων του, όντος αδιάφορου του τρόπου παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 681, 688 - 691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν, προστηθείς του εργοδότη. Όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Κατά τα άρθρα δε, 3 και 5 του Ν. 1396/1983, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολοκλήρου ή τμήματος του έργου, ανεξαρτήτως εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν. Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, ο οποίος δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Και τούτο διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983, για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτελέσεως τμήματος του έργου σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του υπεργολάβου, ειδικά για την λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων. Ειδικότερα, σχετικώς με την λήψη και την τήρηση μέτρων ασφαλείας για την προστασία εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων με το άρθρο 2 του ΠΔ 1073/1981 ορίζεται ότι "... Αι εκσκαφαί εν γένει εκτελούνται δια μηχανικών μέσων, λαμβανομένης προνοίας αντιστηρίξεως των πρανών της εκσκαφής των παρακειμένων οικοδομών, των καταστρωμάτων οδών κ.λπ. Αι αντιστηρίξεις μελετώνται υπό αρμοδίου μηχανικού. Πάντα τα επισφαλή ή προεξέχοντα τμήματα βράχων, λίθων ή χωμάτων, τα οποία δύνανται εκ τυχαίας πτώσεως να προξενήσουν ατυχήματα εις τους πλησίον απασχολουμένους εργαζομένους πρέπει να κατακρημνίζονται συμφώνως προς τας οδηγίας εμπείρου προσώπου, να μην επιτρέπεται δε, η ανάληψις εργασίας προ της βεβαιώσεως υπό του αρμοδίου εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού ότι δεν υπάρχει κίνδυνος", ενώ με το άρθρο 9 § 3 του αυτού ως άνω διατάγματος ορίζεται ότι "Δια την παρεμπόδισιν πτώσεως υλικών, εργαλείων και αντικειμένων πάσης φύσεως εις την εκσκαφήν πρέπει τα χείλη της εκσκαφής να περιβάλλονται από κράσπεδα ύψους τουλάχιστον δέκα πέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου ..." και σύμφωνα με το άρθρο 10 του ιδίου διατάγματος "Όταν μελετάται το θέμα αντιστηρίξεως πρανών μίας εκσκαφής, πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν εκτός από τας κρατούσας κατά την εκσκαφήν συνθήκας και τα ακόλουθα: ... β) δονήσεις λόγω διελεύσεως βαρέων οχημάτων ...". Κατά το άρθρο 13 του παραπάνω διατάγματος "Τα πρανή ορυγμάτων ή και αι αντιστηρίξεις των επιθεωρούνται υπό αρμοδίου προσώπου, μετά πείρας, οριζομένου υπό του εργοδότου...", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 95 του ιδίου διατάγματος, "Επικίνδυνοι θέσεις και τόποι εργασίας πρέπει να επισημαίνονται δι' ευκρινών σημάτων κινδύνων συμφώνως προς το ΠΔ 422/15-6-79 "Περί συστήματος σηματοδοτήσεως ασφαλείας εις τους χώρους εργασίας" να κλείωνται διά περιφράξεων, καλυμμάτων, προστατευτικών στεγάστρων ή να φυλάσσωνται διά φυλάκων" και κατά το άρθρο 111 του ιδίου διατάγματος "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του ΠΔ 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων... Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο υπ' αριθμ. 8.3 σημείο του 11 τμήματος του ιv παραρτήματος που προσαρτήθηκε στο άρθρο 12 του ΠΔ 305/1996 "προδιαγραφές ασφαλείας προσωρινών - κινητών εργοταξίων" και εκδόθηκε σε προσαρμογή προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992, "Πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η πτώση των εν λόγω οχημάτων (αναφέρεται στα χωματουργικά μηχανήματα και στα μηχανήματα διακινήσεως υλικών) και των μηχανημάτων στον χώρο εκσκαφής ή στο νερό", ενώ στο υπ' αριθμ. 10.1 σημείο τού ως άνω παραρτήματος ορίζεται ότι "Σε εκσκαφές, τα φρέατα, τις υπόγειες εργασίες ή τις σήραγγες πρέπει να λαμβάνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις α) για την κατάλληλη υποστήριξη και διαμόρφωση των πρανών, β) για την πρόληψη των κινδύνων από την πτώση ανθρώπων, εξοπλισμού ή αντικειμένων..." και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 10.4 σημείο του ιδίου παραρτήματος "Τα προϊόντα της εκσκαφής, ο εξοπλισμός και τα κινούμενα οχήματα πρέπει να τηρούνται σε απόσταση από τις εκσκαφές. Εφ' όσον είναι απαραίτητο πρέπει να κατασκευάζονται κατάλληλες περιφράξεις". Τέλος, με τον Ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζονται τα εξής "Άρθρο 2. Εννοιολογικοί προσδιορισμοί. Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1. Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διαρκείας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3. Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. 4. Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. 5. Υπεργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου τμήματός ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματος του. 6. Μελετητής: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου έχει εκπονήσει την μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή. 7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης. Άρθρο 3. Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου ολόκληρου του έργου. Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος. Άρθρο 4. Υποχρεώσεις του κυρίου του έργου. 1. Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη την διάρκεια της διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο. Άρθρο 5. Υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου τμήματος του έργου. Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. 2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει. 3. Να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την μελέτη μέτρων ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 6 του παρόντος, εφόσον αφορά στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα της αναπτύξεως και της διαχειρίσεως ακινήτων και με σύμβαση, την οποίαν συνήψε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Ιερά Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την ανάπτυξη και την αξιοποίηση μίας οικοπεδικής εκτάσεως συνιδιοκτησίας των τελευταίων, που βρίσκεται στην θέση "Πατριαρχικό Πυλαίας" Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, στο ύψος του 10ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής. Για τον σκοπό αυτό, με την από 29-10-2003 σύμβαση, την οποίαν κατήρτισε με την επίσης εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", η τελευταία ανέλαβε, ως ανάδοχος εργολάβος, την υποχρέωση να κατασκευάσει στο παραπάνω ακίνητο το εμπορικό κέντρο "MEDITERRANEAN COSMOS", το οποίο σημειωτέον αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα των εμπορικών κέντρων στην Περιοχή της Βορείου Ελλάδος και ολοκληρώθηκε κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2005. Με την από 8-5-2004 έγγραφη εντολή αναθέσεως έργου, εξάλλου, η προαναφερθείσα εταιρία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", η οποία σημειωτέον ως κυρία του παραπάνω έργου επιφύλαξε για την ίδια την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεώς του, ανέθεσε στον εκ των εναγομένων Δ. Μ. του Β., ο οποίος τυγχάνει πολιτικός µηχανικός, την επίβλεψη και τον έλεγχο της εφαρμογής των αρχιτεκτονικών και στατικών µελετών του παραπάνω έργου, για την πραγματοποίηση του οποίου εκδόθηκε επ' ονόµατί της, δηλαδή της ως άνω εταιρίας "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", από την αρµόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης η υπ' αριθ. 1184/4-7-2003 άδεια ανεγέρσεως εµπορικού κέντρου. Ακολούθως, µε το από 15-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, η προαναφερθείσα ανάδοχος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" ανέθεσε στην εταιρία µε την επωνυµία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" την παραγωγή και άντληση όλων των απαραίτητων ποσοτήτων ετοίµου εργοστασιακού σκυροδέρματος για την κατασκευή των τµηµάτων από σκυρόδεμα του ως άνω υπό κατασκευή εµπορικού κέντρου, ενώ συμφωνήθηκε ακόµη ότι η παράδοση του σκυροδέματος θα γινόταν στον χώρο του έργου µε αυτοκίνητα της εν λόγω προμηθεύτριας εταιρίας. Η τελευταία για την εξυπηρέτηση των επιχειρησιακών αναγκών της χρησιμοποιούσε µεταξύ των άλλων οχηµάτων και το εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δηµοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του, ανήκει στην συγκυριότητα των κληρονόμων του Β. Μ. και ειδικότερα, στην σύζυγό του Α. Κ. κατά ποσοστόν 25% εξ αδιαιρέτου και στα τέκνα του Γ. Μ. και Ν. Μ. κατά ποσοστόν 37,5% εξ αδιαιρέτου εις έκαστον εξ αυτών, µε τους οποίους είχε συνάψει την από 30-9-2003 σχετική σύµβαση μεταφοράς σκυροδέματος έναντι αµοιβής, αφού προηγουμένως, η ως άνω εταιρία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ", είχε τοποθετήσει στο εν λόγω φορτηγό ιδιοκτησίας της τον υπ' αριθμ. σειράς ... ειδικό αναμικτήρα (βαρέλα) ετοίμου σκυροδέματος, εργοστασίου κατασκευής CIFA SPA Ιταλίας, τύπου HS 100, που βάσει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πάλλα, χρησιδάνεισε στους προαναφερθέντες συνιδιοκτήτες του παραπάνω φορτηγού, το οποίο με τον τρόπον αυτόν κατέστη πλέον ειδικό όχημα (μπετονιέρα ή βαρέλα) κατάλληλο για την μεταφορά ετοίμου σκυροδέματος από το εργοστάσιο της ως άνω εταιρίας "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" στους πελάτες της. Η προαναφερθείσα Α. Κ., ενεργώντας τόσον για τον εαυτό της όσον και για λογαριασμό των ως άνω τέκνων της Γ. και Ν. Μ., προσέλαβε τον ενάγοντα Φ. Μ. του Γ., με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διαρκείας από 15-4-2004 μέχρι 15-7-2004, ως οδηγό του παραπάνω οχήματος, εφ' όσον αυτός διέθετε την απαιτουμένη προς τούτο άδεια οδηγήσεως. Στις 30-6- 2004, στην παραπάνω οικοπεδική έκταση έγιναν μεγάλης κλίμακος σκυροδετήσεις από την εργολάβο εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" και την εταιρία "INTERBETON ΑΕ" που ξεπέρασαν τα χίλια κυβικά μέτρα σε όλη την έκταση του έργου. Ανάμεσα στις εργασίες ήταν και η σκυροδέτηση της πλάκας του δαπέδου του ισογείου του υπ' αριθμ. 10 κτιρίου που άρχισε να γίνεται περί ώραν 18.30. Για την σκυροδέτηση αυτή χρειάζονταν τριάντα (30) κυβικά μέτρα περίπου και έπρεπε να μεταφερθούν από τέσσερα φορτηγά μεταφοράς σκυροδέματος (μπετονιέρες), ενώ ήταν απαραίτητη και η χρησιμοποίηση της κατάλληλης αντλίας εγχύσεως του ετοίμου σκυροδέματος. Η πρόσβαση των μηχανημάτων έργου και των άλλων οχημάτων στο σημείο σκυροδετήσεως της πλάκας του δαπέδου του ισογείου του υπ' αριθμ.10 κτιρίου, γινόταν από μία προσωρινή χωμάτινη οδό, το πλάτος της οποίας κυμαινόταν από 3,60 έως 4,20 μέτρα και σε κάποιο σημείο της εμφάνιζε μία στροφή, ενώ από την αριστερή πλευρά της υπήρχε ένα σκάμμα για την κατασκευή του υπ' αριθμ, 9 κτιρίου, του οποίου η εκσκαφή είχε ξεκινήσει πριν από τρεις μήνες και γινόταν σταδιακά. Στο συγκεκριμένο τμήμα της ως άνω οδού είχε σκυροδετηθεί ένα συνδετήριο δοκάρι θεμελιώσεως, το οποίο συνέδεε το υπ' αριθμ. 9 κτίριο με το απέναντι υπ' αριθμ. 10α κτίριο και επειδή τροποποιήθηκε η σχετική μελέτη, δεν υπήρχε λόγος υπάρξεως του σκάμματος για την καθ' ύψος συνέχιση της κατασκευής, με αποτέλεσμα το τμήμα αυτό να μπαζωθεί στα μέσα του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2004. Η συγκεκριμένη εκσκαφή στην παρειά της εν λόγω οδού είχε πραγματοποιηθεί πριν από μία εβδομάδα, ενώ το βάθος του σκάμματος κυμαινόταν από 2,50 μέχρι 5,00 μέτρα. Λόγω της υπάρξεως του ως άνω σκάμματος και της εντεύθεν πιθανότητας προκλήσεως κινδύνων, η προαναφερθείσα κατασκευάστρια εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", για την επισήμανση τού σχετικού κινδύνου, τοποθέτησε διά των επιφορτισμένων προς τούτο οργάνων της ένα πλαστικό πλέγμα πορτοκαλί χρώματος, στερεωμένο σε σιδερένια πασσαλάκια Φ8 (διαμέτρου οχτώ (8) χιλιοστών), σε απόσταση από το όρυγμα που κυμαινόταν μεταξύ εβδομήντα (70) εκατοστών του μέτρου και ενός μέτρου. Το πρωί της ίδιας ημέρας (30-6- 2004) είχε γίνει διαδοχικώς χρήση της ως άνω οδού από δύο "βαρέλες" (δηλαδή οχήματα μεταφοράς ετοίμου σκυροδέματος), ενώ το απόγευμα, αφού πρώτα διήλθε η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΜΕ ... ΙΧ αντλία σκυροδέματος, η οποία στήθηκε σε συγκεκριμένο σημείο για την σκυροδέτηση της πλάκας του υπ' αριθμ. 10 κτιρίου, άρχισαν ακολούθως να έρχονται οι "βαρέλες". Η παραπάνω όμως αντλία ενισχύσεως σκυροδέματος τοποθετήθηκε σε τέτοια θέση που για να την προσεγγίσουν οι οδηγοί που οδηγούσαν τις "βαρέλες" έπρεπε να κινηθούν κάνοντας οπισθοπορεία και όχι κινούμενοι προς τα εμπρός. Περί ώραν 19.30 και ενώ είχαν ήδη προηγηθεί τρεις "βαρέλες" που είχαν μεταφέρει έτοιμο σκυρόδεμα στο παραπάνω σημείο και είχαν αποχωρήσει από αυτό, ο ενάγων, οδηγώντας το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγό, διαστάσεων 8,80 μέτρων μήκους, 2,50 μέτρων πλάτους και 3,70 μέτρων ύψους, σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, με το οποίο μετέφερε έτοιμο σκυρόδεμα, το οποίο είχε παραλάβει από το εργοστάσιο που διατηρεί η προαναφερθείσα εταιρία "INTERBETON ΑΕ" στην περιοχή των Βασιλικών Θεσσαλονίκης, πήρε εντολή να το μεταφέρει στο παραπάνω σημείο. Φθάνοντας εκεί και βλέποντας τον χώρο, πραγματοποίησε τον απαιτούμενο και επιβεβλημένο ελιγμό, ώστε να λάβει την κατάλληλη θέση το παραπάνω όχημα που οδηγούσε, το συνολικό βάρος του οποίου, λόγω του φορτίου που μετέφερε, πλησίαζε τους σαράντα τόνους και επεχείρησε, πραγματοποιώντας οπισθοπορεία στην παραπάνω αναφερόμενη χωμάτινη οδό, να προσεγγίσει την αντλία. Κινούμενος με την όπισθεν και με ελάχιστη ταχύτητα, όπως προκύπτει από τον ταχογράφο του παραπάνω φορτηγού, φροντίζοντας παράλληλα τα λάστιχα του οχήματος που οδηγούσε να πατούν ακριβώς πάνω στα ίχνη που είχαν αφήσει στην ως άνω χωμάτινη οδό τα λάστιχα των προηγηθέντων αυτού φορτηγών, ο ενάγων διέσχισε απόσταση πενήντα (50) μέτρων περίπου και απέμεναν 10,50 μέτρα περίπου μέχρι να φθάσει στον τελικό προορισμό του, δηλαδή στην ως άνω αντλία. Τελείως ξαφνικά όμως και απρόβλεπτα υποχώρησαν τα χώματα που βρίσκονταν στην άκρη της παραπάνω οδού προς την πλευρά του παραπάνω σκάμματος και τότε ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον οδηγούσε με σύνεση αλλά και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω οχήματος, έχασε τον έλεγχο του εν λόγω φορτηγού, το οποίο παρασύρθηκε από τα χώματα που υποχωρούσαν και έπεσε μέσα στο παρακείμενο σκάµµα, σε βάθος πέντε (5) µέτρων περίπου, µε αποτέλεσµα να τραυματισθεί αυτός (ο ενάγων) και να προκληθούν ζηµίες στο ως άνω όχηµα. Το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν ελήφθησαν τα απαραίτητα, αναγκαία και κατά νόµον επιβεβλημένα µέτρα ασφαλείας, όπως αυτά αναλυτικώς ήδη παραπάνω αναφέρθηκαν, δεδοµένου ότι θα έπρεπε να είχε μελετηθεί το θέµα της αντιστηρίξεως των πρανών της παραπάνω εκσκαφής, σε συνδυασµό µε τις προκαλούμενες έντονες δονήσεις του εδάφους, λόγω της διελεύσεως των ως άνω βαρέων οχηµάτων αλλά και να ληφθεί πρόνοια ώστε να τηρούνται ικανές αποστάσεις από τις εκσκαφές για τα κινούμενα στην παραπάνω χωμάτινη οδό οχήματα, ενώ θα έπρεπε να έχουν κατασκευασθεί οι κατάλληλες περιφράξεις. Έτσι, στην συγκεκριμένη περίπτωση η απαιτούμενη οριζόντια απόσταση του χείλους του πρανούς της εκσκαφής από τον πόδα αυτής θα έπρεπε να είναι τέσσερα (4) περίπου µέτρα αντί του ενός έως δύο µέτρων που ήταν εν προκειμένω. Επί πλέον, σε κανένα σηµείο δεν είχε γίνει αποστρογγύλευση του χείλους της εκσκαφής, ώστε να αποφευχθεί η θραύση εδαφικών τεµαχίων και η αποκόλληση αυτών από το υψηλότερο τµήµα του πρανούς, όπως έγινε στην κρινομένη υπόθεση. Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι ο ενάγων, ο οποίος δεν ήταν αρκετά έµπειρος οδηγός, επειδή δεν οδηγούσε µε σύνεση αλλά και χωρίς να έχει τεταµένη την προσοχή του, όπως ασφαλώς όφειλε, δεν αντελήφθη εγκαίρως την στροφή που υπήρχε εν σχέσει προς την πορεία του και παραβλέποντας την ύπαρξη του πορτοκαλί χρώµατος πλαστικού πλέγματος, παρεξέκλινε της πορείας του καθ' όσον - πάντα κατά τους ισχυρισµούς τους - οδηγούσε απρόσεκτα το παραπάνω όχηµα πολύ κοντά στην άκρη του δρόµου και ακολούθως, αφού έχασε τον έλεγχο του παραπάνω οχήματος, έπεσε στο παρακείμενο σκάµµα. Εάν όµως το ως άνω φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων είχε ξεφύγει από την πορεία του, θα έπρεπε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, με το οπίσθιο μέρος του να είχε συμπαρασύρει μαζί του στο βάθος του σκάμματος, εκεί δηλαδή που κατέληξε ύστερα από την πτώση του και το παραπάνω πλαστικό πλέγμα, το οποίο όμως στις φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν εκ μέρους των διαδίκων, φαίνεται ότι βρίσκεται στο ανώτερο σχεδόν ύψος της παραπάνω χωμάτινης οδού εν σχέσει προς το σημείο της πτώσεως του ως άνω οχήματος. Εάν το έδαφος της εν λόγω χωμάτινης οδού, εξάλλου, ήταν απολύτως σταθερό, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, το παραπάνω φορτηγό κατά την πτώση του δεν θα έπρεπε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να παρασύρει μαζί του μεγάλο xωμάτινo τμήμα της εν λόγω οδού, στις φωτογραφίες όμως που προσκομίσθηκαν προκύπτει ότι υποχώρησε αρκετά μεγάλος όγκος χωμάτων, που είχε μάλιστα ως αποτέλεσμα να μειωθεί το πλάτος της εν λόγω οδού στο προαναφερθέν σημείο της. Εκ του γεγονότος αυτού προκύπτει ότι το έδαφος στο ανώτερο τμήμα της χωμάτινης αυτής οδού ήταν σαθρό και από τις συνεχείς και έντονες πιέσεις που δέχθηκε ύστερα από την διέλευση τόσον της παραπάνω αντλίας εγχύσεως σκυροδέματος, βάρους είκοσι τεσσάρων (24) τόνων περίπου, όσον και των τριών προηγουμένων έμφορτων φορτηγών, το βάρος εκάστου των οποίων ανήρχετο σε σαράντα τόνους περίπου, υποχώρησε παρασύροντας μαζί του και το φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, αμέσως μετά την πρόκληση του παραπάνω περιγραφομένου ατυχήματος, έγινε διαπλάτυνση της ως άνω χωμάτινης οδού και το πλάτος της διαμορφώθηκε πλέον σε 6,00 μέτρα καθ' όλο το μήκος της, όπως ασφαλώς θα έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή, ενώ ομαλοποιήθηκαν τα πρανή και τοποθετήθηκαν τσιμεντένια στηθαία στην άκρη της εν λόγω οδού προς την μεριά του παραπάνω σκάμματος και έτσι, καθίσταται σαφές ότι εάν από την αρχή είχαν εφαρμοσθεί τα καθοριζόμενα από τον νόμο μέτρα ασφαλείας, το ως άνω περιγραφόμενο ατύχημα δεν θα είχε συμβεί. Όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε, για την λήψη των ως άνω αναγκαίων, απαραίτητων και επιβεβλημένων κατά νόμον μέτρων ασφαλείας ήταν η εναγομένη ανάδοχος εργολάβος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", δεδομένου ότι αυτή είχε αναλάβει την εκτέλεση του παραπάνω έργου και συνεπώς, φέρει την ευθύνη λήψεως και τηρήσεως των σχετικών μέτρων ασφαλείας αλλά και της εφαρμογής της μελέτης που είχε συντάξει ο αρμόδιος μηχανικός, ενώ την ίδια υποχρέωση είχε και ο εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου Δ. Μ., στην ευθύνη του οποίου υπαγόταν τόσον η εκτέλεση των εργασιών αντιστηρίξεως στο υπάρχον σε εκείνο το σημείο του εργοταξίου σκάμμα, όσον και η εφαρμογή της μελέτης των μέτρων ασφαλείας. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι δεν γνώριζε πως την συγκεκριμένη εκείνη ημέρα θα γινόταν η παραπάνω σκυροδέτηση και χρήση της χωμάτινης οδού δεν αναιρεί την σχετική αυτή ευθύνη του, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι κατά την εκτέλεση ενός τόσο μεγάλου και σημαντικού έργου τέτοιου έργου, για το οποίο μάλιστα υπήρχε σαφές χρονοδιάγραμμα και ακριβής προγραμματισμός, ο προαναφερθείς λόγω της ως άνω ιδιότητός του, δηλαδή του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού είχε την δυνατότητα και όφειλε άλλωστε να γνωρίζει τις εργασίες που γίνονταν κάθε φορά για την πραγματοποίηση του έργου. Η υποχρέωση εξάλλου του επιβλέποντος μηχανικού να φροντίζει για την λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας ακόμη και αν η διαρκής φυσική παρουσία του στο σημείο εκτελέσεως του έργου δεν είναι εφικτή, δεν αίρεται και είναι επιβεβλημένο να παρίσταται αυτός τουλάχιστον πριν από την έναρξη των εργασιών αλλά και περιοδικώς κατά την πραγματοποίησή τους, προκειμένου να είναι σε θέση να λάβει γνώση όλων των προβλημάτων που θα ανακύπτουν αλλά και να φροντίζει να λαμβάνονται τα εκάστοτε απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Ο αυτός ως άνω εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι η προαναφερθείσα εναγομένη εταιρία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", ως κυρία του παραπάνω έργου, ανέθεσε τη διεύθυνση του έργου αυτού αλλά και την εφαρμογή της σχετικής μελέτης ασφαλείας σε τρίτους, περιορίζοντας έτσι τις δικές του αρμοδιότητες. Πράγματι, με σχετική σύμβαση, που έλαβε χώρα μεταξύ της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ" και της αποτελούμενης από τις εταιρίες "FOCAL LΤD" και "LΑΜDΑ ESTATE DΕVΕLΟΡΜΕΝΤ SA", κοινοπραξίας, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση της εκτελέσεως και της ολοκληρώσεως των υπηρεσιών της διοικήσεως του παραπάνω έργου και ειδικότερα, τις εργασίες που αφορούν κυρίως την διαχείριση του χρόνου, του κόστους, της ποιότητος, των επικοινωνιών, του ανθρώπινου δυναμικού, των συμβάσεων, των κινδύνων και των προμηθειών, οι παραπάνω όμως αρμοδιότητες δεν αίρουν ούτε και περιορίζουν την ευθύνη και τις υποχρεώσεις του προαναφερθέντος εναγομένου επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, οφείλει σε κάθε περίπτωση να φροντίζει για την τήρηση των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας και τον έλεγχο της επάρκειάς τους ακόμη και αν ο ίδιος λόγω της διαρκείας και του μεγέθους του συγκεκριμένου έργου δεν είναι αυτός που θα συντάξει την σχετική μελέτη ασφαλείας, η οποία όμως είναι οπωσδήποτε σε γνώση του και συνεπώς, η κατά τον νόμο προβλεπομένη ευθύνη του εναγομένου Δ. Μ., ως επιβλέποντος του έργου μηχανικού, υφίσταται ακέραια. Την ίδια υποχρέωση για την λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας έχει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, και η εναγομένη εταιρεία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", ως κυρία του παραπάνω έργου, αφενός μεν ως προστήσασα τον προαναφερθέντα επιβλέποντα μηχανικό, αφ' ετέρου δε, γιατί διαφύλαξε για την ίδια την, δια των προστηθέντων από αυτήν μηχανικών, διεύθυνση και επίβλεψη του παραπάνω έργου, έστω και μέσω τρίτων (της κοινοπραξίας δηλαδή, η οποία ανέλαβε την διεύθυνση του έργου και του ως άνω επιβλέποντος μηχανικού) και ιδίως το δικαίωμα να απευθύνει προς την προαναφερθείσα εργολάβο εταιρεία οδηγίες και να ελέγχει τις εκάστοτε διενεργούμενες εργασίες. Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικώς και μόνον στο ότι δεν ελήφθησαν τα σχετικά μέτρα ασφαλείας εκ μέρους των προαναφερθέντων εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων της πρώτης εφέσεως, δηλαδή της εταιρίας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", της εταιρίας "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ" και του Δ. Μ. του Β., ενώ ο ενάγων, ο οποίος διέθετε την προβλεπομένη από τον νόμο για την οδήγηση του παραπάνω οχήματος άδεια, παρότι οδηγούσε με σύνεση και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω οχήματος, ασκώντας μάλιστα επ' αυτού τον προσήκοντα έλεγχον και τη δέουσα εποπτεία, όση προσπάθεια και αν είχε καταβάλει δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει την υποχώρηση των χωμάτων στο παραπάνω σημείο της ως άνω χωμάτινης οδού που προκάλεσαν την πτώση του φορτηγού που οδηγούσε, ενώ εξ αιτίας της αιφνιδίου και απροβλέπτου υποχωρήσεως των χωμάτων, δεν είχε την δυνατότητα αλλά και την ευχέρεια να αντιδράσει αποτελεσματικά ώστε να αποφευχθεί η επέλευση του ατυχήματος αυτού. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 31788/ 2008, εν μέρει, οριστικής αποφάσεώς του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο Α) δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν και εκείνες των άρθρων 922, 681, 688 - 691 και 698 του ΑΚ ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Και τούτο γιατί, από τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης, μεταξύ των οποίων και εκείνη της, από τη σύμβαση, διαφύλαξης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για παροχή οδηγιών και εντολών στον επιβλέποντα - μηχανικό και την εργολάβο, προκύπτει σαφώς, η σχέση προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας, του επιβλέποντος μηχανικού Δ. Μ. και της εργολάβου εταιρείας, ως προστηθέντων και η εξ αυτής αντικειμενική ευθύνη της πρώτης. Β) Διέλαβε στην απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, οι οποίες και στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα του, όσον αφορά ειδικότερα τα κρίσιμα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, α) της ύπαρξης σχέσεως προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας ως εργοδότιδας και κυρίας του έργου, του Δ. Μ., ως επιβλέποντος - μηχανικού και της εταιρίας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", ως εργολάβου, β) την υποχρέωση του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού και της εργολάβου στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς τους στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και γ) την αποκλειστική υπαιτιότητα των τελευταίων. Επομένως είναι αβάσιμος, στο σύνολο του, ο, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, από την ένορκη βεβαίωση του Π. Γ. του Γ., τις ένορκες βεβαιώσεις του Δ. Α. του Μ. και του Κ. Λ. του Χ., από τα έγγραφα, τα οποία προσεκόµισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, µεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι νοµίµως προσκομισθείσες εκ μέρους των διαδίκων φωτογραφίες, από όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπ' όψη κατ' άρθρον 336 § 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμα του, σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του επιβλέποντος μηχανικού και της εργολάβου εταιρείας και τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του νόμου 1846/1951, ως εργοδότες θεωρούνται τα "φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου δια λογαριασμόν των οποίων τα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν πρόσωπα προσφέρουν την εργασία των (περ. α), δια δε τας οικοδομικάς εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων), ως εργοδότης θεωρείται δια μεν την καταβολήν των εισφορών ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρουμένου, μεταρρυθμιζομένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος, δια δε την εφαρμογήν της διατάξεως της παραγράφου 9 του άρθρου 26 και τα μεσολαβούντα τρίτα πρόσωπα, εργολάβος και υπεργολάβος, τα αμείβοντα τους ησφαλισμένους ..." (περ. γ). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι στις οικοδομικές εργασίες ως εργοδότης από απόψεως εφαρμογής του ανωτέρω νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, απαλλασσόμενος επομένως κατά τα ανωτέρω της κατά το κοινό δίκαιο αποζημιώσεως για περιουσιακή βλάβη, σε περίπτωση που θα συμβεί ατύχημα σε υπαγόμενο στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. πρόσωπο, θεωρείται ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης) και εκείνος που έχει αναλάβει τις οικοδομικές εργασίες (εργολάβος, υπεργολάβος) και έχει συνάψει την εργασιακή σύμβαση με τους εργαζομένους στο οικοδομικό έργο (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως μόνο στην περίπτωση αυτή τόσο ο κύριος του έργου, όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, δηλαδή εκείνος με τον οποίο ο εργαζόμενος είχε συνάψει την εργασιακή σύμβαση, απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημιώσεως εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία με σύμβαση, την οποίαν συνήψε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Ιερά Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την ανάπτυξη και την αξιοποίηση της οικοπεδικής εκτάσεως, που βρίσκεται στην θέση "Πατριαρχικό Πυλαίας" Θεσσαλονίκης. Για τον σκοπό αυτό, με την από 29-10-2003 σύμβαση, την οποίαν κατήρτισε με την επίσης εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", η τελευταία ανέλαβε, ως ανάδοχος εργολάβος, την υποχρέωση να κατασκευάσει στο παραπάνω ακίνητο το εμπορικό κέντρο "MEDITERRANEAN COSMOS". Με την από 8-5-2004 έγγραφη εντολή αναθέσεως έργου, η αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία, ως κυρία του παραπάνω έργου, επιφύλαξε για την ίδια την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεώς του, ανέθεσε στον, εκ των εναγομένων, Δ. Μ. του Β., πολιτικό µηχανικό, την επίβλεψη και τον έλεγχο της εφαρμογής των αρχιτεκτονικών και στατικών µελετών του παραπάνω έργου. Ακολούθως, µε το από 15-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ανάδοχος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" ανέθεσε στην εταιρία µε την επωνυµία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ" την παραγωγή και άντληση όλων των απαραίτητων ποσοτήτων ετοίµου εργοστασιακού σκυροδέρματος για την κατασκευή των τµηµάτων από σκυρόδεμα του ως άνω υπό κατασκευή εµπορικού κέντρου, ενώ συμφωνήθηκε ακόµη ότι η παράδοση του σκυροδέματος θα γινόταν στον χώρο του έργου µε αυτοκίνητα της εν λόγω προμηθεύτριας εταιρίας. Η εταιρεία αυτή χρησιμοποιούσε και το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δηµοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει στην συγκυριότητα των κληρονόμων του Β. Μ., σύζυγό Α. Κ. και τέκνα του Γ. Μ. και Ν. Μ., µε τους οποίους είχε συνάψει την, από 30-9-2003, σχετική σύµβαση μεταφοράς σκυροδέματος έναντι αµοιβής. Η προαναφερθείσα Α. Κ., ενεργώντας τόσον για τον εαυτό της, όσον και για λογαριασμό των ως άνω τέκνων της, προσέλαβε τον ενάγοντα, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διαρκείας από 15-4-2004 μέχρι 15-7-2004, ως οδηγό του παραπάνω οχήματος. Στις 30-6-2004 ο ενάγων, κατά την παράδοση του σκυροδέματος, τραυματίστηκε και το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν ελήφθησαν τα απαραίτητα, αναγκαία και κατά νόµον επιβεβλημένα µέτρα ασφαλείας, για την λήψη των οποίων ήταν υποχρεωμένη η εναγομένη ανάδοχος εργολάβος εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", και ο εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου Δ. Μ.. Την ίδια υποχρέωση για την λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας έχει σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και η εναγομένη εταιρεία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ", ως κυρία του παραπάνω έργου, αφενός μεν ως προστήσασα τον προαναφερθέντα επιβλέποντα μηχανικό, αφ' ετέρου δε, γιατί διαφύλαξε για την ίδια την, δια των προστηθέντων από αυτήν μηχανικών, τη διεύθυνση και επίβλεψη του παραπάνω έργου. Με βάση αυτά δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο παραπάνω τραυματισμός του ενάγοντος συνιστά εργατικό ατύχημα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται της ως άνω κατ' άρθρον 931 ΑΚ και των λοιπών περιουσιακών αποζημιώσεων είναι αβάσιμος, καθόσον ο ενάγων οδηγούσε το παραπάνω φορτηγό βάσει σχέσεως εξηρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με την προαναφερθείσα Α. Κ. και καμία απολύτως σχέση εργασίας δεν τον συνέδεε με τους ως άνω εναγομένους, ενώ η προκειμένη διαφορά δεν ανέκυψε από την παραπάνω σχέση εξηρτημένης εργασίας, αλλά επειδή δεν ελήφθησαν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας εκ μέρους των εναγομένων και δεν υφίσταται στην κρινομένη υπόθεση η βασική προϋπόθεση υπαγωγής της συγκεκριμένης αυτής διαφοράς στην εργατική νομοθεσία, δεν υπάρχει δηλαδή εργατική σύμβαση, αλλά ούτε απλή σχέση εργασίας, ούτε βεβαίως η παραπάνω αξίωση δημιουργήθηκε εξ αιτίας αυτών. Με τις παραδοχές αυτές, καταλήγοντας ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν συνιστά εργατικό ατύχημα, απέρριψε και την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 31788/2008, εν μέρει, οριστικής αποφάσεώς του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πράγματι, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι όροι του εργατικού ατυχήματος διότι, η αναιρεσείουσα ήταν μεν κυρία της ανεγειρόμενης οικοδομής, την κατασκευή της οποίας είχε αναθέσει, δυνάμει συμβάσεως έργου, στην ως άνω εργολάβο, "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία και την κατασκεύαζε και βρισκόταν σε σχέση προστήσεως με αυτήν και τον επιβλέποντα μηχανικό, πλην όμως η πρόσληψη του αναιρεσίβλητου ως εργαζόμενου, δεν έγινε από αυτές και συνεπώς δεν ήταν εργοδότες του. Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων οδηγούσε το παραπάνω φορτηγό και παρείχε την εργασία του με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που είχε συνάψει με την προαναφερθείσα Α. Κ., η οποία και τον είχε ασφαλισμένο στο ΙΚΑ και συνεπώς ήταν και ο μοναδικός εργοδότης του.
Συνεπώς σχέση εργασίας δεν τον συνέδεε με τους λοιπούς ως άνω εναγομένους. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η πρόσληψη του αποσκοπούσε στην μεταφορά, κατ' εντολή της εργοδότριας του Α. Κ. και εις εκτέλεση σύμβασης μεταφοράς σκυροδέματος, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρίας µε την επωνυµία "INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΑΕ", με την από 30-9-2003 σχετική σύµβαση μεταφοράς σκυροδέματος έναντι αµοιβής. Ο τραυματισμός του αυτός, ο οποίος προκλήθηκε κατά την διαδικασία παράδοσης του σκυροδέματος, δεν επήλθε εξ αιτίας και αφορμής της σύμβασης έργου, που κατασκεύαζε η αναιρεσείουσα, αλλά της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μετά της Α. Κ. και της παραπάνω σύμβασης μεταφοράς σκυροδέματος, για την οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί "ως πλασματικός εργοδότης" του η αναιρεσείουσα, ως μη έχουσα την υποχρέωση της καταβολής στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών, για την παροχή της εργασίας αυτής. Κρίνοντας, συνεπώς, το Εφετείο, ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, (αφορώσες, πλην της χρηματικής ικανοποίησης και τις λοιπές περιουσιακές ζημίες), καθόσον απευθυνόταν κατά της αναιρεσείουσας ήταν νομικά και κατ' ουσία βάσιμες, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5 και 26 παρ. 9 του α.ν. 1846/1951, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή αυτών των διατάξεων. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ.5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 και 1 του β.δ. 226 της 22.2/21.3.1973 "περί του τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 4476/1965, συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, το ΙΚΑ για παροχές στον ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα έχει απευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υποχρέου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσόν των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υποχρέου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από αυτόν και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ΙΚΑ, από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος. Κρίσιμο είναι αν υπάρχει σε βάρος του ΙΚΑ υποχρέωση παροχής προς τον ασφαλισμένο του και όχι τι παρασχέθηκε ή πρόκειται να παρασχεθεί. Γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υποχρέου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο το ακριβές ποσό των παροχών του ΙΚΑ. Τούτο θα εξαρτηθεί από μελλοντικά γεγονότα και ιδίως από την εξέλιξη της υγείας του παθόντος και την έκδοση της οικείας διοικητικής πράξης από το αρμόδιο όργανο του ΙΚΑ. Για τη μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης από τον παθόντα στο ΙΚΑ απαιτείται και αρκεί μία έστω και απομακρυσμένη δυνατότητα, ότι το ΙΚΑ, εξ αφορμής του ατυχήματος, θα καταστεί υπόχρεο προς καταβολή ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα. Από τις προαναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις περαιτέρω συνάγεται, ότι η μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης στο ΙΚΑ δεν ολοκληρώνεται το πρώτον, όταν θα καταστεί βέβαιο το ακριβές ποσό των παροχών, τις οποίες θα καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα. Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται το ΙΚΑ έναντι του κινδύνου, που θα προέκυπτε από τη δυνατότητα του παθόντος να προβεί σε διάθεση της αξίωσης αποζημίωσης με συμβιβασμό, είσπραξη ή άλλο νόμιμο τρόπο. Τέλος, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά το υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως και τα παρακάτω, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, ότι, για την αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν αναγκαίο, απαραίτητο και επιβεβλημένο να υποβληθεί αυτός σε φυσικοθεραπείες και κινησιοθεραπείες και για τον λόγον αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 μέχρι 31-12-2005, πραγματοποιήθηκαν τριακόσιες είκοσι (320) συνεδρίες, κατά τη διάρκεια των οποίων υπεβλήθη σε ασκήσεις ενδυναμώσεως και αποκαταστάσεως της κινητικότητας των κάτω άκρων και της πυελικής ζώνης, αλλά και σε ηλεκτροθεραπείες για αποκατάσταση του περονιαίου νεύρου καθώς επίσης και σε ασκήσεις PNF (νευρομυϊκής διευκολύνσεως) και η σχετική δαπάνη ανήλθε στο χρηματικό ποσόν των 6.400 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 4-3-2006 πραγματοποιήθηκαν σαράντα (40) συνεδρίες και η σχετική δαπάνη ανήλθε στο χρηματικό ποσόν των 1.200 ευρώ και συνεπώς, η σχετική δαπάνη του ενάγοντος για την παραπάνω αιτία ανήλθε το συνολικό χρηματικό ποσόν των 7.400 ευρώ. Ότι, λόγω του είδους και της φύσεως των παραπάνω τραυμάτων του, σε συνδυασμό με το ότι διήγε το εικοστό έκτο έτος της ηλικίας του, δεν ήταν δυνατόν να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε απόλυτη ανάγκη της παρουσίας και των υπηρεσιών τρίτου προσώπου για να τον προσέχει και να τον περιποιείται. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 13-7-2004, οπότε αυτός εξήλθε από την ΜΕΘ του προαναφερθέντος νοσοκομείου "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" μέχρι 31-12-2004, δηλαδή επί εκατόν εβδομήντα (170) ημέρες, δεν ήταν σε θέση χωρίς την παροχή βοήθειας σε αυτόν και μάλιστα για δέκα έξι (16) ώρες ημερησίως να καλύψει ο ίδιος τις προσωπικές του ανάγκες που διαμορφώνουν τους όρους μιας ευπρεπούς διαβιώσεως. Στην συνέχεια όμως, βελτιώθηκε η ικανότητα της κινήσεώς του κατά τρόπον ώστε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-12- 2005, δηλαδή εντός των επομένων τριακοσίων εξήντα (360) ημερών, να περιοριστεί σε οκτώ (8) ώρες ημερησίως το διάστημα κατά το οποίο ήταν αναγκαία η παροχή σ' αυτόν σχετικής συνδρομής προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες διαβιώσεώς του. Τις σχετικές αυτές ανάγκες του ενάγοντος, κατά το παραπάνω συνολικό χρονικό διάστημα, κάλυψε η σύζυγός του Μ. Β. του Γ., με την οποίαν αυτός είχε τελέσει νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 26-7-2003 και απέκτησε μάλιστα μαζί της ένα άρρεν τέκνο που γεννήθηκε στις 5-11-2003, προσφέροντας με εντατικοποίηση των προσπαθειών της, τις πρόσθετες υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας - περιποιήτριας. Το είδος των σχετικών αυτών υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στον ενάγοντα υπερβαίνει το μέτρο του δυνατού και των προσπαθειών κάθε μέλους της οικογενείας, αφού αυτές (υπηρεσίες) παρέχονται με την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμας) έναντι αμοιβής. Εάν η προαναφερθείσα σύζυγος του ενάγοντος δεν είχε προσφέρει σ' αυτόν τις σχετικές αυτές υπηρεσίες της, ο ενάγων θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει για τον παραπάνω σκοπό τρίτο πρόσωπο ως αποκλειστική νοσοκόμα και θα έπρεπε να καταβάλει για τον λόγον αυτόν, χρηματικό ποσόν τριάντα ευρώ (30 €) για κάθε οχτάωρο απασχολήσεως, οπότε κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων, για το χρονικό διάστημα από 13-7-2004 μέχρι 31-12-2004, ο ενάγων θα είχε καταβάλει το χρηματικό ποσόν των 10.200 € και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 θα είχε καταβάλει το ποσόν των 10.800 € και συνεπώς, ο εν λόγω παθών ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση το συνολικό χρηματικό ποσόν των 21.000 ευρώ. Ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί από την Α. Κ. με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας διαρκείας από 15-4-2004 μέχρι 15-7-2004, για να εργασθεί ως οδηγός του παραπάνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγού. Εάν δεν είχε συμβεί το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου κατέστη ανίκανος προς εργασίαν, αυτός κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 μέχρι 30-6-2006 με μηνιαίες μικτές αποδοχές ύψους 815 € και προσδοκούσε να κερδίσει από την παραπάνω εργασία του το συνολικό χρηματικό ποσόν των 15.485 ευρώ. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο ενάγων, κατέβαλε σ' αυτόν για την παραπάνω αιτία, το χρηματικό ποσόν των 10.162,32 € και η αξίωση επί του χρηματικού αυτού ποσού μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως στον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό, και η ζημία, την οποίαν υπέστη από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσόν των 5.322,68 ευρώ. Τις παραπάνω ζημίες (περιουσιακές και μη), οφείλουν να αποκαταστήσουν οι τελευταίοι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους και ειδικότερα, η εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", ως εργολάβος του παραπάνω έργου, ο Δ. Μ., ως επιβλέπων μηχανικός του ιδίου έργου και η εταιρία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΕ" ως κυρία του αυτού ως άνω έργου και ως προστήσασα τον προαναφερθέντα επιβλέποντα μηχανικό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα παραπάνω ποσά. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 και ισχύει από 24.11.1986, μετά την προστεθείσα διάταξη με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και με παραδοχές που στηρίζουν, επαρκώς, το αποδεικτικό πόρισμα του, και τούτο διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τη σχετική παραδοχή της, σαφώς, προκύπτει, ότι το καταβληθέν από το ΙΚΑ ποσό ταυτίζεται με το οφειλόμενο για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαµβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσις, αν επιδρά στο µέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωµατικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητος του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως "µέλλον", εξάλλου, νοείται η επαγγελµατική, οικονοµική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσµενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραµορφώσεως στο µέλλον του προσώπου αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγµάτων. Στον επαγγελµατικό και οικονοµικό τοµέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισµού και της οικονοµικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι µε αναπηρία ή παραμόρφωση µειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ' όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη περιουσιακής ζημίας, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασίαν, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 21 §§ 3, 6 του Συντάγματος, όχι μόνον στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Είναι πρόδηλον ότι η, κατά την ΑΚ 931, αξίωση, είναι διαφορετική τόσον από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκην συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασίαν, όσον και από την κατ' άρθρον 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, προκύπτει ότι πρέπει να επιδικάζεται στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσόν του επιδικαζόμενου ευλόγου χρηματικού ποσού εξαρτάται από το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, αλλά και την ηλικία του παθόντος. Είναι αυτονόητο, εξάλλου, ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των υπολοίπων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε και τα εξής: Αμέσως μετά το ατύχημα, ο ενάγων διεκομίσθη στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", όπου υπεβλήθη σε επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση των καταγμάτων του και εισήχθη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ως πολυτραυματίας, καθόσον διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα δεξιού λαγονίου με οστικές παρασχίδες προς το σύστοιχο λαγόνιο και ψοϊτη μυ, διάταση ιερολαγονίου αρθρώσεως δεξιά, κάταγμα ιερού οστού με συνοδό αιμάτωμα και αέρα στον προϊερό χώρο, αποσπαστικό και συντριπτικό κάταγμα της λαγονίου αριστερά, συντριπτικό κάταγμα της κοτύλης αριστερά, κάταγμα µεσότητος αριστερού βραχιονίου, κατάγματα ηβικών άμφω και ηβοϊσχιακού κλάδου αριστερά, οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, βαριές πνευμονικές θλάσεις με μαζική πνευμονική αιμορραγία και επί πλέον, παρουσίασε απειλητικές για την ζωή του διαταραχές οξυγόνωσης που όμως αντιμετωπίσθηκαν με επιτυχία, ενώ μετεγχειριτικώς έγινε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του. Στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας παρέμεινε μέχρι 13 Ιουλίου 2004, ενώ συστήθηκε σ' αυτόν να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες. Ακολούθως, ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην Γ' ορθοπεδική ΑΠΘ κλινική του ιδίου νοσοκομείου, όπου παρέμεινε μέχρι 25 Αυγούστου/2004 και κρίθηκε ότι χρήζει τραπεζοειδούς βακτηρίας, κηδεμόνα τύπου ΚLΕΖΑΚ και ορθοπεδικών υποδημάτων, ενώ κατά την έξοδό του από αυτήν διαπιστώθηκε ότι έπασχε από ανοικτά ασταθή κατάγματα λεκάνης χειρουργηθέντα, κάταγμα αριστερού βραχιονίου χειρουργηθέν και πάρεση περονιαίου νεύρου δεξιά και συνεστήθη σ' αυτόν να προσέρχεται τακτικά για παρακολούθηση της καταστάσεως των τραυμάτων του στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου, ενώ, στις 2-9-2004, του δόθηκαν οδηγίες για την πραγματοποίηση φυσικοθεραπείας. Ακολούθως, στις 13-9-2004 διαπιστώθηκε ότι λόγω των παθήσεων του ενάγοντος και κυρίως λόγω της σοβαρής κακώσεως του ισχιακού νεύρου δεξιά (πάρεση περονιαίου νεύρου), ήταν ενδεχόμενο να απαιτηθεί να γίνουν πολλαπλές επεμβάσεις στο δεξιό ισχίο του, ενώ η επιστροφή αυτού στην εργασία του θα μπορούσε να καταστεί αδύνατη ή εφικτή ύστερα από την παρέλευση χρονικού διαστήματος δύο ετών. Ο ενάγων νοσηλεύθηκε ακόμη στο Γενικό Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" από 25 μέχρι 26 Ιανουαρίου 2005 αλλά και στην νευρολογική κλινική του 2ου Γενικού Νοσοκομείου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης "ΠΑΝΑΓΙΑ" από 21 έως 23 Σεπτεμβρίου 2005. Επίσης, εξετάστηκε στο παραπάνω νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" στις 16 Μαρτίου 2009, όπου διαπιστώθηκε ότι για την αντιμετώπιση των προβλημάτων θα χρειαζόταν μελλοντική αποκατάσταση του αριστερού ισχίου. Στις 8-3-2006, ο ενάγων εξετάσθηκε από τον ιδιώτη ορθοπεδικό χειρούργο ιατρό Θ. Α., ο οποίος κατέγραψε στην σχετική από 8-3-2006 γνωμάτευσή του επί λέξει τα εξής: "ο κ. Μ. Φ. πάσχει από παράλυση (ΔΕ) περονιαίου νεύρου και ανισοσκελία με βράχυνση περίπου 3 cm του (ΑΡ) σκέλους ύστερα από σοβαρό εργατικό ατύχημα με πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα (ΑΡ) βραχιονίου, (ΑΡ) λαγονίου οστού, ιερολαγονίων άμφω, κοτυλών άμφω, με οπισθοπεριτοναϊκά αιματώματα και βαρειές πνευμονικές θλάσεις με μαζική πνευμονική αιμορραγία με νοσηλεία 2 μηνών. Σήμερα κλινικώς εμφανίζει χωλότητα κατά την βάδιση και ιπποποδία (ΔΕ), κρίνεται δε, πιθανή η ανάγκη για μελλοντικά χειρουργεία αποκατάστασης της ιπποποδίας και της ανισοσκελίας με σκοπό την βελτίωση της σημερινής αναπηρικής του κατάστασης". Εξάλλου, ο νευροχειρούργος Γ. Ψ. διαπίστωσε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν είχε βελτιωθεί παρότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα πέντε μηνών, συνέστησε στον τελευταίον την συνέχιση της φυσιοθεραπείας αλλά και επέμβαση τενοντομετάθεσης. Περαιτέρω, από την 10-3-2006 γνωμάτευση της ψυχιάτρου - ψυχοθεραπεύτριας Π. Γ., προκύπτει ότι ο τελευταίος πάσχει από μετρίας βαρύτητος καταθλιπτικό επεισόδιο με σωματικό σύνδρομο, βιώνει έντονη ανησυχία για το προσωπικό αλλά κυρίως για το οικογενειακό µέλλον του, καθώς έχει µειωθεί η αυτοεκτίμηση του, αισθάνεται πλέον "άχρηστος" ύστερα από τον τραυµατισµό του, έχει διαταραγμένο ύπνο και σηµαντική δυσκολία στις κοινωνικές και οικιακές του δραστηριότητες λόγω αυξημένης κοπώσεως µετά από ελαφρά προσπάθεια και χρειάζεται ψυχοθεραπευτική υποστήριξη. Εξ αιτίας της κακής καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστηµα από 30-6-2004 µέχρι 30-6-2008 κρίθηκε ότι τυγχάνει ανάπηρος κατά ποσοστόν 80% και στην συνέχεια, επειδή ο ενάγων συνεπεία του τραυµατισµού του κατά το παραπάνω ατύχημα εµφάνιζε παράλυση περονιαίου νεύρου δεξιά, βράχυνση αριστερού σκέλους, µετατραυµατική αρθρίτιδα αριστερού ισχίου, χωλότητα στην βάδιση και αντιδραστική κατάθλιψη µε τάση χρονιότητος, κρίθηκε ότι κατά το χρονικό διάστηµα από 1-7- 2008 µέχρι 30-6-2010 τυγχάνει ανάπηρος επίσης κατά ποσοστόν 80%. Στην συνέχεια όµως, λόγω της σταθεροποιήσεως πλέον της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, κρίθηκε ότι κατά το χρονικό διάστηµα από 1-7-2010 µέχρι 30-6-2012 τυγχάνει ανάπηρος κατά ποσοστόν 67%. Μετά το παραπάνω ατύχημα, ο ενάγων δεν επανήλθε στην εργασία του, ενώ η κατάσταση της υγείας του δεν προβλέπεται να βελτιωθεί σημαντικά λόγω του είδους, της φύσεως και της σοβαρότητος του τραυματισμού του και είναι αμφίβολο εάν αυτός θα μπορέσει ξανά να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού, δεδομένου ότι το ατύχημα κατέλειπε σ' αυτόν αναπηρία αλλά και παραμόρφωση, καθόσον λόγω της χωλότητός του παρουσιάζει έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφανίσεως όπως γίνεται δεκτό κατά τις κρατούσες αντιλήψεις. Παρότι ο ενάγων είναι πλέον σε θέση να μετακινείται με πατερίτσες για την εξυπηρέτηση των καθημερινών βασικών αναγκών του, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο τραυματισμός του θα έχει δυσμενείς κοινωνικές, επαγγελματικές, οικογενειακές και οικονομικές επιπτώσεις, καθόσον αυτός είναι ένας νέος άνθρωπος που είχε την θέληση και την προοπτική να εργασθεί και να αναπτύξει κοινωνικές και οικογενειακές δραστηριότητες στα πλαίσια που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του. Η παραπάνω όμως αναφερομένη κακή κατάσταση της υγείας του αναμένεται κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων, ότι θα περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητές του για να αναπτύξει διάφορες δραστηριότητες αλλά και να βελτιώσει την κοινωνική και οικονομική του θέση και για την αποκατάσταση της σχετικής αυτής ζημίας του πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν ως αποζημίωση (κατ' άρθρον 931 ΑΚ) το χρηματικό ποσόν των 30.000 €. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και την παραδοχή ότι "το ατύχημα κατέλειπε σ' αυτόν αναπηρία αλλά και παραμόρφωση, καθόσον, λόγω της χωλότητός του παρουσιάζει έλλειψη της σωματικής του ακεραιότητας και ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής του εμφανίσεως" δικαιούται πράγματι ο αναιρεσίβλητος το επιδικασθέν για την παραπάνω αιτία χρηματικό ποσό.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο, από τον αρ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας της (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-6-2011, αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων, Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορίας και Αντιπροσωπειών", για αναίρεση της 740/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ