Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove force majeure for late filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for murder and robbery. The appellant filed the appeal 21 days after the judgment was entered into the official record, exceeding the statutory 20-day limit. The defense failed to provide evidence of force majeure or other insurmountable obstacles justifying the delay. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to bear the procedural costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462b, 473, and 474 of the Code of Criminal Procedure; An appeal filed after the expiration of the twenty-day period is inadmissible unless force majeure or insurmountable obstacles are proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 378 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 378/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου N. ή M. N. ή M. του N. M., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Ευρύκλεια Πασπαλλή, η οποία διορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 829/2017 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 198/2019 αναβλητική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4 Ν. 3226/2004 ως ισχύει μετά την τροπ. Με Ν. 4689/2020, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 65/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23-4-2024 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς τους από 10-1-2025 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Παππαδάς εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις υπ' αριθμ. πρωτ. 141/1-7-2024 και 9/20-1-2025 προτάσεις της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
141/1-7-2024 "Εισάγω ενώπιον Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 512 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ την με αριθμό ΕΜ:51/23-4-2024 αίτηση αναίρεσης του M. ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N. και της Μ. B., που γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές, κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ. Λάρισας, κατά της με αριθμό Β ΜΟΕ 65/2024 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο και με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε δις ισόβια κάθειρξη και σε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ για τις πράξεις της ληστείας κατά συναυτουργία, η οποία τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, οι οποίες διαπράχθηκαν στην Αθήνα στις 11-8-2016 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462β, 473 παρ. 1 έως 3 και 474 παρ. 1, 2 και 2Α του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, από τον κατηγορούμενο, αν έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι πάντοτε εικοσαήμερη, είτε ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ` εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, είτε ασκείται με κατάθεση δικογράφου στα παραπάνω πρόσωπα, είτε ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης καθαρογραμμένης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο (ΑΠ 849/2023, ΑΠ 791/2023, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 1065/2020).
Εκπρόθεσμη δε άσκηση ενδίκου μέσου συγχωρείται μόνον αν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που εμπόδισαν τη εμπρόθεσμη άσκησή του.
Στην περίπτωση αυτή, στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση αναίρεσης γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την επικαλούμενη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Ως ανώτερη δε βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του επικαλούμενου αυτό, μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν` αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης ή να υπερνικηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 849/2023, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 1065/2020, ΑΠ 905/2019, ΑΠ 940/2018). Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με την υποβολή υπομνήματος μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη (ΑΠ 617/2021).
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 476 του ισχύοντος ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο (ΑΠ 849/2023, ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 791/2020), διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ.
α` του ίδιου Κώδικα, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Β' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη, με αριθμό 65/22-01-2024, απόφασή του, κήρυξε ομόφωνα ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα M.
ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N. και της Μ. B., για τις αξιόποινες πράξεις α) της ληστείας κατά συναυτουργία, η οποία τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, β) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, γ) της οπλοφορίας και δ) της οπλοχρησίας [άρθρα 1, 5, 12,14, 16, 17, 18α-β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,2, 45, 51, 52, 53, 57, 59, 61, 63, 64, 65, 74 παρ. 1-3, 79, 80, 94, 299 παρ. 1 και 380 παρ.1α,2 ΠΚ, ως η παρ. 2 του άρθρ. 380 ΠΚ αντικαταστάθηκε με άρθρ. 72 παρ. 2 ν 4139/2013 και άρθρ. 1 παρ. 2 περ.
β, 10 παρ. 1, 13 περ. β και 14 ν 2168/1993] και του επέβαλε ομόφωνα ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία, η οποία τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων(1.000) ευρώ για την πράξη της οπλοφορίας και ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της οπλοχρησίας, καθόρισε δε ομόφωνα συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών.
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος στις 22-01-2024 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων του προαναφερθέντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 12-3-2024 με αύξοντα αριθμό 217/2024, όπως τούτο προκύπτει από την επί του σώματος της αποφάσεως υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως.
Ωστόσο, η κρινόμενη αίτηση του ως άνω καταδικασθέντος κατηγορουμένου για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που εκδόθηκε παρουσία του, ασκήθηκε για λογαριασμό του στις 23-04-2024, με δήλωση της παραστάσας στη συζήτηση (άρθρο 466 παρ. 2 ΚΠΔ) συνηγόρου του Ευρύκλειας ΠΑΣΠΑΛΗ, δικηγόρου Αθηνών, ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, οπότε συντάχθηκε η με αριθμό ΕΜ 51/23-4-2024 έκθεση, δηλαδή, μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. 20ήμερης προθεσμίας από της καταχωρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο.
Στην προαναφερθείσα δε δήλωση, εκτός από τη διατύπωση των αφορώντων στην περίπτωση του αναιρεσείοντος αναιρετικών λόγων, ουδόλως αναφέρεται στη σχετική έκθεση (υπ' αριθ. ΕΜ 51/2024) ότι η εκπρόθεσμη εκ μέρους του άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, ή σε κάποιο ανυπέρβλητο κώλυμα εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεσή του εμπροθέσμως, προσκομίζοντας ταυτοχρόνως με επίκληση και τα αποδεικτικά μέσα απ` όπου να προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων λόγων, ώστε το δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητά τους.
Κατά συνέπεια, η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 476 §1 και 578 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η με αριθμό ΕΜ:51/23-4-2024 αίτηση του M. ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N. και της Μ. B., που γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές, κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ. Λάρισας για αναίρεση της με αριθμό Β ΜΟΕ 65/2024 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και
Β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη" 9/20-1-2025 "Εισάγω προς συνεκδίκαση με την υπ' αριθ. ΕΜ:51/23-4-2024 αίτηση αναίρεσης του M. ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N., κατά της υπ' αριθ. Β ΜΟΕ 65/2024 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, εισαχθείσας ενώπιόν σας με την υπ' αριθ. 141/01-7-2024 πρότασή μας, τους από 10-1-2025 ασκηθέντες επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, λόγω συνάφειας, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 509 ΚΠΔ, ''Εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ. 2 και 474 παρ. 4), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται. Αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Στη συζήτηση ύστερα από αναβολή, το έγγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατίθεται δεκαπέντε ημέρες πριν από την ορισμένη νέα δικάσιμο, διαφορετικά είναι απαράδεκτο''.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα...ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα "αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476...." (ΑΠ 1220/2020).
Τέλος, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 509 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης, είναι το παραδεκτό της κύριας αίτησης αναίρεσης (Ολ ΑΠ 2/2002) και συνεπώς, εάν η τελευταία είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων λόγων και διότι έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατ` αρ. 511 του ΚΠΔ, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως, γιατί σε μία τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 872/2023, ΑΠ 81/2023, ΑΠ 629/2022, ΑΠ 630/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 141/2024 πρότασή μας εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1εδ.α ΚΠΔ, η υπ' αριθ. ΕΜ:51/23-4-2024 αίτηση αναίρεσης του M. ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N. και της Μ. B., που γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές, κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ.
Λάρισας, κατά της υπ' αριθ. Β ΜΟΕ 65/2024, αντιμωλία εκδοθείσας, απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο. Με την εν λόγω απόφαση ο παραπάνω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε ομόφωνα σε δις ισόβια κάθειρξη, φυλάκιση ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών και σε χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ για τις πράξεις:
α) της ληστείας κατά συναυτουργία, η οποία τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, β) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, γ) της οπλοφορίας και δ)της οπλοχρησίας, οι οποίες διαπράχθηκαν στην Αθήνα στις 11-8-2016. Επειδή δε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είχε ασκηθεί στις 23-4-2024, δηλαδή, μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. 20ήμερης προθεσμίας από της καταχωρίσεως στις 12-3-2024 της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, στην δε συνταχθείσα σχετικώς έκθεση (υπ' αριθ.
ΕΜ 51/2024), εκτός από τη διατύπωση των αφορώντων στην περίπτωση του αναιρεσείοντος αναιρετικών λόγων, ουδόλως αναφέρεται ότι η εκπρόθεσμη εκ μέρους του άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, ή σε κάποιο ανυπέρβλητο κώλυμα εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεσή του εμπροθέσμως, με ταυτόχρονη προσκόμιση και επίκληση και των αποδεικτικών μέσων απ` όπου να προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων λόγων ώστε το δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητά τους, προτείναμε να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Η υπόθεση ακολούθως προσδιορίστηκε προς εκδίκασή στη δικάσιμο της 1ης Οκτωβρίου 2023 ενώπιον του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνήλθε σε Συμβούλιο. Κατά την εν λόγω όμως δικάσιμο η εκδίκαση αυτής αναβλήθηκε με την υπ' αριθ. 1153/2024 απόφαση του Δικαστηρίου Σας για τις 4 Φεβρουαρίου 2025. Στη συνέχεια, με το αυτοτελές από 10-01-2025 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 509 ΚΠΔ από την νομοτύπως διορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ευρύκλεια ΠΑΣΠΑΛΗ, δικηγόρο Αθηνών, ενώπιον του αρμόδιου γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων επικαλείται ως πρόσθετους λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ).
Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, επί της από 23-4-2024 αιτήσεως αναιρέσεως του παραπάνω αναιρεσείοντος, πρόσθετοι λόγοι, εισάγονται ενώπιόν σας προς συνεκδίκαση, λόγω συνάφειας, με την τελευταία, κατά την ορισμένη μετ' αναβολή δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2025.
Ωστόσο, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στην υπ' αριθ. 141/2024 πρότασή μας, στην οποία και αναφερόμαστε, ο αναιρεσείων άσκησε την ως άνω κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο είκοσι ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω ποινικού δικαστηρίου για την οποία συντάχθηκε η υπ` αριθ. ΕΜ 51/2024 σχετική έκθεση, στην οποία δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Γι' αυτό με την υπ' αριθ. 141/2024 πρότασή μας προτείναμε την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Ως απαράδεκτοι όμως πρέπει να απορριφθούν και οι κρινόμενοι επ` αυτής πρόσθετοι λόγοι, καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης, είναι το παραδεκτό της κύριας αίτησης αναίρεσης (Ολ ΑΠ 2/2002, ΑΠ 329/2022), προϋπόθεση που εν προκειμένω ελλείπει και συνεπώς, εφόσον η τελευταία είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, ως απαράδεκτοι επίσης είναι απορριπτέοι και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 872/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να συνεκδικασθούν με την υπ' αριθ. ΕΜ:51/23-4-2024 αίτηση του M. ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N. και της Μ. B., που γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές, κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ. Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθ. Β ΜΟΕ 65/2024 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, οι από 10-1-2025 επ' αυτής ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και
Β) Να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν επί της υπ' αριθ. ΕΜ:51/23-4-2024 αίτησης του M. ή Ν. (επ) N. ή M. (ον) του Ν. M. ή M. N. και της Μ. B. για αναίρεση της υπ' αριθ. Β' ΜΟΕ 65/2024 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την διορισθείσα πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 β', 473 παρ. 1 έως 3, και 474 παρ. 1, 2, και 2 Α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, από τον κατηγορούμενο, αν έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι πάντοτε εικοσαήμερη, είτε ασκείται ως δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται είτε ασκείται με κατάθεση δικογράφου στα παραπάνω πρόσωπα, είτε ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία πριν την καταχώρηση της τελεσίδικης καθαρογραμμένης απόφασης στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο [ΑΠ 849/2023, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 1065/2020]. Εκπρόθεσμη δε άσκηση ενδίκου μέσου συγχωρείται μόνο αν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκησή του.
Στην περίπτωση αυτή, στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ έκθεση αναίρεσης γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την επικαλούμενη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Ως ανώτερη δε βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του επικαλούμενου αυτό, μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης ή να υπερνικηθεί με οποιονδήποτε τρόπο ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο [ολΑΠ 4/1995, ΑΠ 849/2023, ΑΠ 120/2022]. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με την υποβολή υπομνήματος μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη [ΑΠ 617/2021].
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο [ως Συμβούλιο], που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο [ΑΠ 849/2023, ΑΠ 1340/2022], διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 17, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [ως Συμβούλιο] απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 509 ΚΠΔ, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης, είναι τον παραδεκτό της κύριας αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, εάν η τελευταία είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων λόγων και διότι έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως, γιατί σε μία τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αίτηση αναίρεσης [ΑΠ 872/2023, ΑΠ 81/2023].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Β' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 65/2024 απόφασή του, κήρυξε ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα M. ή N. [..]. N. M. [..]. του N. M. ή M. N. και της M.
B., για τις αξιόποινες πράξεις: α] της ληστείας κατά συναυτουργία, η οποία τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, β] της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, γ] της οπλοφορίας και δ] της οπλοχρησίας [άρθρα 1, 5, 12, 14, 16, 17, 18 α-β, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 2, 45, 51, 53, 57, 59, 61, 63, 64, 65, 74 παρ. 1 -3 79, 80, 94, 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 α, 2 ΠΚ, όπως η παρ. 2 του άρθρου 380 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 4139/1983 και άρθρα 1 παρ. 2 περ.
β', 10 παρ. 1, 13 περ. β' και 14 ν. 2169/1993] και του επέβαλε ομόφωνα ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία, η οποία τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους και χρηματική ποινή χιλίων [1000] ευρώ για την πράξη της οπλοφορίας και ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους για την πράξη της οπλοχρησίας, καθόρισε δε ομόφωνα συνολική ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους και έξι [6] μηνών.
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος στις 22-01-2024 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 13-03-2024 με αύξοντα αριθμό 217/2024, όπως τούτο προκύπτει από την επί του σώματος της απόφασης υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως. Ωστόσο, η κρινόμενη αίτηση του ανωτέρω καταδικασθέντος κατηγορουμένου για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε παρουσία του, ασκήθηκε για λογαριασμό του στις 23-04-2024, με δήλωση της παραστάσας στη συζήτηση [άρθρο 466 παρ. 2 ΚΠΔ] δικηγόρου του Ευρύκλειας Πασπαλλή, δικηγόρου Αθηνών, ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, οπότε συντάχθηκε η υπ' αριθ.
ΕΜ 51/23-4-2024 έκθεση, δηλαδή, μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο. Στην προαναφερθείσα δε δήλωση, εκτός από τη διατύπωση των αφορώντων στην περίπτωση του αναιρεσείοντος αναιρετικών λόγων, δεν αναφέρεται στη σχετική έκθεση ότι η εκπρόθεσμη εκ μέρους του άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας ή σε κάποιο ανυπέρβλητο κώλυμα εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεσή του εμπροθέσμως, προσκομίζοντας ταυτοχρόνως, με επίκληση και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων λόγων, ώστε το δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητά τους.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, και οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, προϋπόθεση για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, είναι το παραδεκτό της κύριας αίτησης αναίρεσης, προϋπόθεση που λείπει στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς, αφού η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αίτηση αναίρεσης.
Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2024 αίτηση και τους από 10-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής του M. ή N. [..]. N. ή M. [..]. του N. M. ή M. N. και της M. B., που γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές, κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Κ. Κ. Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 65/2024 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ