Supreme Court dismisses appeal on labor relations characterization, upholding lower court's finding of dependent employment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a second-instance judgment regarding the nature of employment contracts. The lower court correctly characterized the relationship between the plaintiffs and the State as dependent employment rather than project-based work, despite the State's argument to the contrary. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the legal costs of the successful plaintiffs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 6A of the Law on Public Administration; Article 103(7) and (8) of the Constitution: The Supreme Court reviews appeals to ensure procedural compliance and substantive correctness, affirming that the characterization of a labor relationship as dependent employment constitutes a proper judicial finding rather than an impermissible conversion of contract types.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 378 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 378/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1)Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2)Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., και 3)Ε. Μ. του Δ., κατοίκου .... Η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντωνέλλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3324/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 6036/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19/11/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Περαιτέρω με το άρθρο 6Α του Νομοθετικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος Δικών του Δημοσίου" , όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), ορίζεται ότι "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ` εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".
Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, κατά την διαδικαστική πορεία αυτής, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 330/2018, ΑΠ 789/2017 ΑΠ 620/2017, ΑΠ 53/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη, μετ'επικλήσεως, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ'αριθμ. 2065Γ/7.5.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Αθηνών Ε.
Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 19.11.2020 με αριθμ. κατάθεσης 8959/1045/19.11.2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 6036/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Αντωνέλλο, ο οποίος, είχε εκπροσωπήσει τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (9.10.2018) κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (6036/2019) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι αντίκλητος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης για την επίδοση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στην παρούσα δίκη, αφού δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος έχει αντικατασταθεί από αυτή κατά τον αναφερόμενο στην προαναφερθείσα διάταξη τρόπο.
Κατόπιν τούτου, εφόσον η δεύτερη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 19 Νοεμβρίου 2020 με αριθ. κατάθ. 8959/1045/19.11.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 6036/31.10.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία τις από 6.3.2015 με αριθ.
κατάθ. 1478/2015 και από 6.3.2015 με αριθ. κατάθ. 1581/2015 εφέσεις του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και των εναγουσών-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 3324/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί εν μέρει την από 30 Νοεμβρίου 2010 με αριθ.
κατάθεσης 211671/7450/2010 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων ως προς την πρώτη της επικουρική βάση που στηριζόταν στην απλή σχέση εργασίας των εναγουσών με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ'ουσία την από 3.11.2010 αγωγή ως προς την ως άνω πρώτη επικουρική της βάση, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ'ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε καθεμία ενάγουσα για επιδόματα εορτών και αδείας, για αποζημίωση αδείας, για προσαύξηση για μη χορηγηθείσα άδεια και για αποζημίωση απόλυσης το συνολικό ποσό των 10.020,09 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από την εργασιακή νομοθεσία ποσά, όπως επιδόματα εορτών, επίδομα αδείας, αμοιβή νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κτλ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 802/2018, ΑΠ 1630/2017, ΑΠ 1413/2009).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται. .
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, δηλαδή, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας καθόσον δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020 ΑΠ 1914/2014, ΑΠ 220/2012) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 220/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 30.11.2010 με αριθμ. καταθ. 211671/7450/2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, εξέθεταν, μεταξύ των άλλων, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με συμβάσεις που κατ'επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου που υπέγραψαν με την Περιφέρεια Αττικής για τα χρονικά διαστήματα από 6.11.2006 έως 5.11.2007 αντί μηνιαίου μισθού 991,76 ευρώ, από 24.3.2008 έως 23.3.2009 αντί μηνιαίου μισθού 1.150 ευρώ και από 4.9.2009 έως 3.9.2010 αντί μηνιαίου μισθού 1.035 ευρώ.
Ότι τα καθήκοντά τους κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους συνίσταντο σε παροχή διοικητικών υπηρεσιών για τη συγκέντρωση, ταξινόμηση, έλεγχο και επεξεργασία στοιχείων παλιννοστούντων ομογενών και αλλοδαπών μεταναστών. Ότι η συμβατική σχέση που συνέδεε αυτές με το εναγόμενο ήταν αυτή της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους και ότι το εναγόμενο αρνούμενο να αποδεχθεί τη σχέση αυτή, ουδέποτε κατέβαλε σε αυτές τα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), ούτε τους χορήγησε άδεια αναψυχής και το αντίστοιχο επίδομα από υπαιτιότητά του, μολονότι οι ίδιες το ζητούσαν επίμονα και αλλεπάλληλα.
Ότι σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους και ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας δικαιούνται από το νόμο, τα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας, αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια και αποζημίωση απόλυσης με βάση τη συνολική διάρκεια της απασχόλησής τους στο εναγόμενο και ότι όλως επικουρικά τα δικαιούνται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν α) με την κυρία βάση της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 3.9.2010 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλει σε καθεμία από αυτές τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που αντιπροσωπεύουν τα μη καταβληθέντα σε αυτές επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών λόγω μη χορήγησης αδείας για τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτό από τις μεταξύ τους έγκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, β) με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά που αντιπροσωπεύουν τα μη καταβληθέντα σε αυτές επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών λόγω μη χορήγησης αδείας για τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους από την απλή σχέση εργασίας καθώς και αποζημίωση απόλυσης και β) με τη δεύτερη επικουρική βάση να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για τις ως άνω αιτίες με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3324/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο κατά την κυρία βάση της όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση, έκρινε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη ως προς την πρώτη επικουρική βάση της, την οποία δέχθηκε εν μέρει και ως κατ'ουσία βάσιμη κρίνοντας ότι οι ενάγουσες τελούσαν σε σχέση απλής εργασίας με το εναγόμενο και ότι ως εκ τούτου δικαιούνται εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας για τα χρονικά διαστήματα που δεν είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και επιδικάζοντας σε καθεμία από τις ενάγουσες το ποσό των 3.924,95 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ενώ απέρριψε ως αβάσιμα κατ'ουσία τα λοιπά αγωγικά κονδύλια της βάσης αυτής.
Επί των από 6.3.2015 με αριθ. κατάθ. 1478/2015 και από 6.3.2015 με αριθ. κατάθ. 1581/2015 ασκηθεισών εφέσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 6036/2019 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις, αφού δέχθηκε τυπικά αυτές και έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των εναγουσών ως μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης των εναγουσών, ακολούθως, δεχόμενο κατ'ουσία λόγους αμφοτέρων των ως άνω εφέσεων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση καθο μέρος είχε δεχθεί την από 30.11.2010 αγωγή ως προς την πρώτη επικουρική της βάση και δικάζοντας κατ' ουσία αυτή (αγωγή) ως προς την ίδια ως άνω βάση, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσία και επιδίκασε σε καθεμία από τις ενάγουσες για επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, προσαύξηση αδείας και αποζημίωση απόλυσης το συνολικό ποσό των 10.020,09 ευρώ.
Επιπρόσθετα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο λόγο έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ως προς την πρώτη επικουρική βάση της με την οποία οι ενάγουσες ζητούσαν επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση αδείας και αποζημίωση απόλυσης από απλή σχέση εργασίας κρίνοντας ότι η αγωγή ως προς την πρώτη επικουρική της βάση ήταν επαρκώς ορισμένη με τις εξής παραδοχές : "...Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, βάση υπολογισμού των αιτουμένων με την αγωγή σχετικών κονδυλίων είναι οι αποδοχές που προβλέπονταν από το αντίστοιχο μισθολόγιο των τακτικών υπαλλήλων της Περιφέρειας Αττικής, εκτός από τα επιδόματα τα συνδεόμενα με τις ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες των εναγουσών, ως εργαζομένων με άκυρες συμβάσεις εργασίας, όπως είναι τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κλπ, τα οποία δεν ήταν βέβαιο ότι θα καταβάλλονταν σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Επομένως για την πληρότητα της αγωγής κατά την αμέσως προηγούμενη βάση της, δεν απαιτούνταν η παράθεση επιπρόσθετων στοιχείων όπως των προσόντων κατά το χρόνο πρόσληψής τους, της θέσης στην οποία προσλήφθηκαν, της εκπαιδευτικής κατηγορίας στην οποία ανήκε η οικεία θέση, του μισθολογικού κλιμακίου, του βασικού μισθού, της οικογενειακής κατάστασης των εναγουσών προκειμένου να εξαχθεί ο βασικός μισθός τους και με βάση αυτόν να υπολογισθούν τα αιτούμενα με την αγωγή επιδόματα και αποδοχές όπως αβασίμως υποστηρίζει το εναγόμενο με το αντίστοιχο σκέλος των λόγων της πρώτης έφεσης, Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αγωγή παραδεκτή κατά την αντίστοιχη πρώτη επικουρική της βάση δεν έσφαλε και συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος της πρώτης έφεσης κατά το αμέσως προηγούμενο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με το δεύτερο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο έφεσής του περί αοριστίας του δικογράφου της από 30.11.2010 αγωγής ως προς τα αγωγικά κονδύλια επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010 κρίνοντας την αγωγή ορισμένη, παρά τη μη αναφορά των στοιχείων που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή της και θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια έσφαλε καθότι όφειλε να απορρίψει αυτή ως προς την πρώτη επικουρική της βάση ως αόριστη.
Ότι ειδικότερα δεν αρκούσε για το ορισμένο αυτής η αναφορά του ποσού που εισέπρατταν οι ενάγουσες μηνιαίως κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους ως βάση υπολογισμού των επιδίκων επιδομάτων, καθότι το ποσό αυτό δεν αντιστοιχούσε με το βασικό μισθό που λαμβάνει ο μόνιμος υπάλληλος του Δημοσίου ή ο εργαζόμενος με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, αλλά απαιτούνταν να αναγράφεται η εκπαιδευτική βαθμίδα των αναιρεσίβλητων και ο τυχόν χρόνος προϋπηρεσίας τους στο Δημόσιο ώστε με βάση τα στοιχεία αυτά να μπορεί να γίνει η κατάταξή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, διατάξεις που με βάση την με αριθμ. 2/7093/0022/2004 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β/125/2004) επεκτάθηκαν και στο προσωπικό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της από 30.11.2010 αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων ώστε να καθίσταται εφικτό να ελεγχθεί αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ορισμένη την αγωγή ως προς τα κονδύλια επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας, πράγματι, υπέπεσε ή όχι στην επικαλουμένη εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική παράβαση.
Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος καθότι ως προς την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στην καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, αποδοχών αδείας και αποζημίωσης απόλυσης από απλή σχέση εργασίας με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον υπολογισμό των ως άνω επιδομάτων (εορτών και αδείας) και της αποζημίωσης απόλυσης, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή ο χρόνος προϋπηρεσίας των εναγουσών, η οικογενειακή τους κατάσταση κλπ, καθότι για τον υπολογισμό των αποδοχών εργαζομένου που εργάζεται με άκυρη σύμβαση ή με σχέση εργασίας δεν λαμβάνονται υπόψη προσαυξήσεις που θα δικαιούταν αυτός λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπο του ιδιαίτερων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, προϋπηρεσίας, κατάταξης σε μισθολογικό κλιμάκιο κλπ, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαία στο πρόσωπο του εργαζόμενου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 1169/2020, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 142/2016).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 968/2020, ΑΠ 774/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015).
Σε κάθε περίπτωση η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά ο χαρακτηρισμός αυτής αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει αυτεπάγγελτα τον ορθό χαρακτηρισμό στη σύμβαση και συγκεκριμένα προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου.
Ο δε χαρακτηρισμός αυτός της έννομης σχέσης δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006). Ειδικότερα δε από την απαγόρευση της μετατροπής, ακόμη και με νόμο, διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που θεσπίσθηκε με την παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύει από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001), δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 774/2017, ΑΠ 126/2015), υπό την ανωτέρω επιφύλαξη της απαγόρευσης χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που άρχισαν να καταρτίζονται μετά τις 18.4.2001 στο Δημόσιο και σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως (έγκυρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της αλυσιτέλειας του σχετικού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ20/2007, ΑΠ 774/2017).
Η παρά την απαγόρευση συνταγματικών ή άλλων διατάξεων κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου με το Δημόσιο ή με φορέα του δημοσίου τομέα, επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης εργασίας κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 904 επόμ.
του ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτούς εργασία, εκ της οποίας αυτοί κατέστησαν πλουσιότεροι (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 131/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 της με αριθ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν.4504/1966 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 133/1975 ( που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 497/2020, ΑΠ 975/2019, ΑΠ 513/2019, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1781/2017).
Εάν δε ο εργοδότης παύσει από ορισμένο χρόνο να δέχεται τη με βάση τη σχέση αυτή προσφερόμενη σε αυτόν από τον εργαζόμενο εργασία χωρίς να καταγγείλει τη σχέση αυτή κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ως άνω ν. 3198/1955 (ή του β.δ. της 16/18.7.1920), υποχρεούται μεν στην καταβολή προς τον εργαζόμενο της από τους αναφερθέντες νόμους οριζόμενης αποζημίωσης, η σχέση όμως εργασίας λογίζεται ως λυθείσα από τον ως άνω χρόνο και συνεπώς δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας (ΑΠ 1872/2017).
Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1872/2017, ΑΠ 1766/2017, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015). Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19.7.2004) με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", που εκδόθηκε κατ'εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζεται ότι "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών", με την παρ.1 του άρθρου 6 ορίζεται ότι "Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας" και με το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ/τος ορίζεται ότι "1.
Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.
Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρά την ύπαρξη και εκτέλεση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες υπήρξαν άκυρες, ο εργαζόμενος, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, έχει δικαίωμα να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εάν παρείχε εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 1187/2020, ΑΠ 518/2019, ΑΠ 107/2019, ΑΠ 1711/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος της δέχθηκε τα εξής : "...Αρχικά, με την από 6.11.2006 (υπ' αριθμ. πρωτ. 14840 13272) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής αποφασίστηκε η σύναψη μεταξύ των εναγουσών (και ήδη αναιρεσίβλητων) και της Περιφέρειας Αττικής συμβάσεων, που χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, για το χρονικό διάστημα από 6.11.2006 έως 5.11.2007.
Εν συνεχεία, με την από 24.3.3008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3208 1450) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής αποφασίστηκε εκ νέου η σύναψη συμβάσεων, μεταξύ των αυτών ως άνω προσώπων, που χαρακτηρίστηκαν ομοίως (ως συμβάσεις έργου, δηλαδή), για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 24.3.2008 έως 23.3.2009, ενώ μετέπειτα μεταξύ αυτών καταρτίστηκαν αναλόγως χαρακτηρισθείσες συμβάσεις (μίσθωσης έργου), για το χρονικό διάστημα από 4.9.2009 έως 3.9.2010.....
Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι ενάγουσες δεν έφεραν οι ίδιες τον κίνδυνο παροχής της εργασίας τους, ούτε διέθεταν πρωτοβουλία ενεργειών, καθόσον, η απασχόληση αυτών στα ανατεθέντα ως άνω καθήκοντα δεν στόχευε στην εκμετάλλευσή της από τις ίδιες (ενάγουσες), αλλά ότι, αντιθέτως, είχε τεθεί στη διάθεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος), που τις είχε εντάξει στη δομή της προαναφερόμενης υπηρεσίας του και τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εργασίας τους, καλύπτοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας αυτής....Ειδικότερα, οι ενάγουσες παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες για α.
τη συγκέντρωση, την ταξινόμηση, τον έλεγχο και την επεξεργασία στοιχείων των παλιννοστούντων ομογενών, που απέκτησαν την Ελληνική Ιθαγένεια.... αλλά και των αλλοδαπών μεταναστών, που είχαν αποκτήσει άδεια διαμονής και εργασίας ή επρόκειτο να χορηγηθεί τέτοια άδεια, β. την δημιουργία, ενημέρωση και παρακολούθηση βάσης δεδομένων για την επεξεργασία των εκκρεμών φακέλων πολιτογράφησης της υπηρεσίας, γ.
την ταξινόμηση και αξιολόγηση των αιτήσεων για την χορήγηση άδειας διαμονής...., δ. την συστηματική εξυπηρέτηση αλλοδαπών ή εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων τους καθώς και την ενημέρωση αυτών για την πορεία των αιτημάτων που αφορούσαν στις άδειες διαμονής τους, ε. την αποστολή φακέλων στα διοικητικά πρωτοδικεία, στ.
την πρωτοκόλληση αιτημάτων αλλοδαπών καθώς και την διεκπεραίωση εργασιών που εξυπηρετούσαν τις λειτουργικές ανάγκες της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Αττικής. Προκειμένου δε να παράσχουν τις ανωτέρω υπηρεσίες τους, οι ενάγουσες εργάζονταν υπό το καθεστώς και με τις συνθήκες εργασίας που ίσχυαν και για το υπόλοιπο προσωπικό της προαναφερόμενης υπηρεσίας, εργαζόμενες με ωράριο πλήρους απασχόλησης και τελώντας υπό τις εντολές και τις οδηγίες των αρμοδίων προϊσταμένων υπαλλήλων αυτής, στις οποίες υποχρεούνταν να συμμορφώνονται.
Προς το σκοπό αυτό, με την επιμέλεια των προϊσταμένων υπαλλήλων της Περιφέρειας τηρούνταν παρουσιολόγια, μέσω των οποίων ελεγχόταν η τήρηση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας των συγκεκριμένων διαδίκων, ενώ παράλληλα οι ίδιοι (προϊστάμενοι υπάλληλοι της Περιφέρειας Αττικής) καθόριζαν το αντικείμενο της εργασίας των εναγουσών, τις οποίες επόπτευαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Για τις ανωτέρω υπηρεσίες τους, οι ενάγουσες αμείβονταν μηνιαίως με ποσά, που αντιστοιχούσαν σε ισόποσες τμηματικές καταβολές των συμφωνηθεισών συνολικώς αμοιβών τους, με την έκδοση σχετικού δελτίου παροχής υπηρεσιών. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι εν λόγω διάδικοι (ενάγουσες) εργάστηκαν για λογαριασμό του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στην Περιφέρεια Αττικής, με τις ενδιάμεσες διακοπές που προπαρατίθενται, ακολουθώντας, όμως, ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας τους όλα τα ισχύοντα για τους υπόλοιπους υπαλλήλους της.
Όπως δε ήδη αναφέρθηκε, οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου. Πλην όμως, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξαρτήτως του ανωτέρω χαρακτηρισμού που προσέδωσε στις διαδοχικώς συναφθείσες ως άνω συμβάσεις, είχε εντάξει τις ενάγουσες εν τοις πράγμασι στη λειτουργία της Περιφέρειας Αττικής, καθόσον οι εργασίες που άπτονταν των ανωτέρω καθηκόντων τους, παρέχονταν απ' αυτές, όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιες, αλλά σε προκαθορισμένο από τη συγκεκριμένη υπηρεσία ωράριο, το οποίο οι ενάγουσες όφειλαν να τηρούν, προσερχόμενες σε καθορισμένο από την ίδια την υπηρεσία αυτή τόπο.
Παράλληλα, έναντι της τελευταίας υποβλήθηκαν σε νομική εξάρτηση, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα των αρμοδίων υπαλλήλων της να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο αλλά και το χρόνο παροχής της εργασίας τους, παρέχοντάς τους τις απαραίτητες υποδομές (μηχανήματα, εγκαταστάσεις κ.λ.π.) για την διεκπεραίωση των εργασιών τους αυτών.
Η σχέση, δηλαδή, που συνέδεε τους διαδίκους αποσκοπούσε στην παροχή εργασίας εκ μέρους των εναγουσών, αυτής καθεαυτής και δεν απέβλεπε, όπως η μίσθωση έργου, στην επίτευξη ενός τελικού αποτελέσματος, δεδομένου ότι σε κανένα χρονικό σημείο της λειτουργίας των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθεισών αυτών συμβάσεων, δεν ελέγχθηκε ούτε η πρόοδος αλλά ούτε και η ολοκλήρωση συγκεκριμένου τμήματος ή συνόλου έργου, στοιχείο που, παρά τα όσα αντιθέτως επικαλείται, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουσιαστικά αναγνώρισε και επιβεβαίωσε με τις διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων των εναγουσών.
Συνεπώς, οι τελευταίες στην πραγματικότητα συνδέονταν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι αμείβονταν με μισθό, αδιαφόρως του τρόπου που αυτός καθοριζόταν και καταβαλλόταν, και υποβάλλονταν σε νομική εξάρτηση έναντι των αρμοδίων υπαλλήλων της παραπάνω υπηρεσίας, όπως προαναφέρθηκε. Επειδή, όμως, για την εγκυρότητα των προσλήψεων των εναγουσών δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες κατά νόμο διαδικασίες, που διενεργεί το ΑΣΕΠ, είτε με γραπτό διαγωνισμό (άρθρα 15 - 17 του ν. 2527/1997) είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας (άρθρο 18 του ν. 2527/1997), ή αυτές (διαδικασίες) που διεξάγουν οι φορείς, οι οποίοι έχουν κατά νόμο (άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997) τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν οι ίδιοι το προσωπικό τους, με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας (άρθρο 18 του ν. 2527/1997), υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, οι καταρτισθείσες κατά τα ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρες και, επομένως, οι διάδικοι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδέονταν με απλή σχέση εργασίας, όπως ήδη αναφέρεται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχτηκε τα ίδια, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά, κατ' αποτέλεσμα έκρινε.
Συνεπώς, τα όσα αντιθέτως υποστηρίζονται από το εναγόμενο με τα αντίστοιχα σκέλη των λόγων της πρώτης έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Το τελευταίο, δεν κατέβαλε στις ενάγουσες τις αποδοχές εκείνες που κατέβαλε στο τακτικό υπαλληλικό προσωπικό του, για την ίδια και υπό τις αυτές συνθήκες παρεχόμενη εργασία, καθώς δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές που οι εν λόγω διάδικοι (ενάγουσες) δικαιούνταν να λάβουν ευθέως από το νόμο κατά τις διατάξεις του εργατικού δικαίου ως δώρα και αναλογίες δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και ως αποδοχές και επιδόματα αδείας, υπολογιζόμενες (οι αποδοχές αυτές) βάσει των αποδοχών που προέβλεπε το αντίστοιχο μισθολόγιο των τακτικών υπαλλήλων αυτού (εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου), εκτός από τα επιδόματα που συνδέονταν με τις ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες των συγκεκριμένων εργαζόμενων (εναγουσών) με άκυρη σύμβαση εργασίας, όπως είναι τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κ,λ.π., τα οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα καταβάλλονταν σε εργαζόμενο για λογαριασμό του με έγκυρη σύμβαση εργασίας.....
Ως προς δε τις αποδοχές που κατέβαλε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις ενάγουσες μηνιαίως, αυτές υπολογίζονταν επί του βασικού μισθού του αντίστοιχου μισθολογικού κλιμακίου και ανέρχονταν στο ύψος που αναφέρεται για κάθε αντίστοιχη χρονική περίοδο και συγκεκριμένα στο ποσό των 991,76 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6.11.2006 έως 5.11.2007, στο ποσό των 1.150 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 24.3.2008 έως 23.3.2009 και στο ποσό των 1.035 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 4.9.2009 έως 3.9.2010, χωρίς να αμφισβητούνται, κατά τα λοιπά, από το πρώτο (εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο)....
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση σχέσης εργασίας από άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, όταν θέλει να παύσει να αποδέχεται την εργασία που του προσφέρεται, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση και να πληρώσει την αποζημίωση που οφείλει κατά το ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης.
Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 1435/1991 ΕΕργΔ 52.513). Κατόπιν τούτου, σε συνδυασμό και με όσα διαλαμβάνονται σχετικώς στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι ενάγουσες δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση απόλυσης, η οποία, ενόψει του ότι ο μηνιαίος μισθός τους τον τελευταίο μήνα πριν την απόλυσή τους ήταν 1.035 ευρώ, ανέρχεται στο ποσό των (1.035 ευρώ X 2 μήνες = 2.070 + 1/6 = 2.070 + 345 =) 2.415 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αίτημα των καλουσών-εναγουσών κατά το οικείο του σκέλος έσφαλε. Κατά παραδοχή δε του σχετικού πέμπτου λόγου της δεύτερης έφεσης, η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί κατά την αντίστοιχη διάταξή της και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί εκ νέου η αγωγή κατά το αντίστοιχο αίτημά της (αρθρο535 παρ.1 του ΚΠολΔ) πρέπει αυτό να γίνει δεκτό κατά το προηγούμενο αναφερόμενο για καθεμιά από τις ενάγουσες ποσό....".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να επιδικάσει στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες αποζημίωση απόλυσης ύψους 2.415 ευρώ, κρίνοντας ότι αυτές συνδέονταν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες όμως ήταν άκυρες και ως εκ τούτου συνδέονταν με αυτό με απλή σχέση εργασίας και ότι για το λόγο αυτό όφειλε να τους καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 που δεν ήταν εφαρμοστέα, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος που ήταν εφαρμοστέες και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ καθότι οι συγκεκριμένες συμβάσεις των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων δεν μπορούσαν δικαστικά να αναγνωρισθούν κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, ότι ως απλές σχέσεις εργασίας έληξαν με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου για καθεμία από αυτές και ότι ως εκ τούτου δεν απαιτείτο καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης και ότι είναι διάφορο το ζήτημα της καταβολής αποζημίωσης που θέτει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ΠΔ/τος 164/2004 που προϋπόθεσή της είναι η ύπαρξη διαδοχικότητας των συμβάσεων που δεν πληρείται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι μεταξύ των ενδίκων συμβάσεων μεσολάβησαν χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα του τριμήνου.
Με την προεκτεθείσα κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 του ΑΚ και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος ως προς το χαρακτηρισμό της σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης.
Και τούτο διότι με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες τελούσαν υπό καθεστώς εξάρτησης όσον αφορά τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους ως υπαλλήλων που παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες στην Περιφέρεια Αττικής στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων υπαλλήλων αυτής με πλήρες ωράριο εργασίας και συνεπώς συνδέονταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με απλή (άκυρη) σχέση εργασίας, εφόσον για τη πρόσληψη αυτών δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη κατάρτιση έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με αυτό.
Ο ορθός δε κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμός της μεταξύ των διαδίκων σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αποτελούσε έργο του δικαστηρίου της ουσίας και δεν εμποδιζόταν από τον δοθέντα χαρακτηρισμό των από 6.11.2006, από 24.3.2008 και από 4.9.2009 συμβάσεων ετήσιας διάρκειας που συνήφθησαν μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της Περιφερείας Αττικής ως συμβάσεων έργου.
Ζήτημα δε απαγορευμένης μετατροπής της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης εργασίας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος δεν γεννάται από μόνο την αναγνώριση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας, καθότι δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αφού, άλλωστε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κρίθηκε αφενός μεν ότι οι διάδικοι συνδέονταν με απλή σχέση εργασίας αφετέρου δε ότι ήταν μη νόμιμο το αίτημα των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων για αναγνώριση των συμβάσεών τους ως ενιαίων συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εφόσον τελούσαν, κατά τα χρονικά διαστήματα που διήρκησαν οι συμβάσεις που συνήψαν με την Περιφέρεια Αττικής α) από 6.11.2006 έως 5.11.2007, β) από 24.3.2008 έως 23.3.2009 και γ) από 4.9.2009 ως 3.9.2010, σε απλή σχέση εργασίας με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δικαιούνται αποζημίωσης απόλυσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε (ΑΠ 1187/2020, ΑΠ 1711/2018), χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ότι μεταξύ των ως άνω συμβάσεων μεσολάβησε διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, καθότι οι συμβάσεις αυτές δεν είχαν συναφθεί σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 164/2004 αλλά κατά παράβαση αυτών καθότι είχαν συναφθεί ως συμβάσεις έργου.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987 .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2020 με αριθ. καταθ. 8959/1045/2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 6036/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ