Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient facts on visibility and vehicle positions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance traffic accident verdict, remanding the case for further examination. The appellants argued that the lower court failed to establish critical facts regarding the pedestrian's visibility to the truck driver and the precise positions of the stationary vehicles. The court found these omissions fundamental to determining liability and thus deemed the original judgment legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court fails to establish essential facts regarding visibility and vehicle positioning necessary for liability determination, requiring remand for further fact-finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 378 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 378/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών – καλουσών: 1) Ε. Κ. του Ν., χήρας Σ. Λ., 2) Ε. - Θ. Λ. του Σ. και 3) Α. Λ. του Σ., κατοίκων ... (...) Αττικής, ατομικά και ως μοναδικών εκ διαθήκης συγκληρονόμων του αποβιώσαντος την 1η.09.2015 αρχικώς διαδίκου Σ. Λ. του Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δημηνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ων η κλήση: 1) Ν. Κ. του Λ., κατοίκου ... Αττικής και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσατσάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.04.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Λ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1998/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3879/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 25.07.2016 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 435/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 3879/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τους στο διατακτικό της αναφερόμενους λόγους. Η υπόθεση, με την από 12.07.2018 κλήση των αναιρεσειουσών, επανήλθε για συζήτηση στη δικάσιμο της 24.05.2019, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των εκλογών για την ανάδειξη μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-9-2019 κλήση των αναιρεσειουσών – καλουσών. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 16.09.2019 κλήση των αναιρεσειουσών νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 25.07.2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 738/5-8-2016) αίτηση αναίρεσης της 3879/25-6-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, όπως τότε ίσχυε, μετά την έκδοση της 435/2018 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε, κατ’ άρθρο 249 του ΚΠολΔ, η συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αν για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την 01.01.2016 χωρίς να επιδοθούν εξακολουθεί να ισχύει (και μετά την 01.01.2016) η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο προβλέπει πλέον διετή προθεσμία, την έκδοση της σχετικής 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε θετικά για το ζήτημα αυτό και τη ματαίωση της συζήτησης για τη (μετά την έκδοση της τελευταίας απόφασης) ορισθείσα δικάσιμο της 24.05.2019.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 05.08.2016 με κατάθεσή της ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή εντός τριών ετών από τότε που δημοσιεύθηκε η προσβαλλομένη 3879/25-6-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν έχει επιδοθεί (άρθρ. 495 παρ. 1-2, 564 παρ.3, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σε σχέση με τις συνθήκες του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και την υπαιτιότητα για την πρόκλησή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«|Στις 25.02.2009, ο πρώτος εναγόμενος (σημ.: Ν. Κ.), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δημοσίας Χρήσεως Ελκυστήρα, με το ενωμένο σ’ αυτόν ... επικαθήμενο βυτιοφόρο, που ήταν ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α», εκινείτο επί της οδού Φυλής, στο Καματερό Αττικής, με κατεύθυνση από Άνω Λιόσια προς Ίλιον, πίσω από ένα ΔΧΕ Αστικό Λεωφορείο.
Φτάνοντας στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 173, περί ώρα 10:45, διέκοψε προσωρινά την πορεία του πίσω από το έμπροσθεν αυτού, ως άνω, ΔΧΕ Αστικό Λεωφορείο, που και αυτό είχε διακόψει την πορεία του προς επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών, στην εκεί ευρισκόμενη στάση αστικών λεωφορείων. Μετά την αναχώρηση του Αστικού Λεωφορείου, ο πρώτος εναγόμενος έθεσε και αυτός σε κίνηση το ως άνω όχημα, που οδηγούσε, το οποίο είχε μήκος 15μ.
και ήταν έμφορτο με καύσιμα 29 τόνων περίπου, οπότε παρέσυρε με το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι, το στεφάνι και τον προβολέα του προφυλακτήρα, καθώς και με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό, όπου το όχημα αυτό έφερε αποσπόγγιση σκόνης, και τραυμάτισε θανάσιμα την Ελ. Κ. . Η θανάσιμα τραυματισθείσα είχε διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του οχήματος αυτού, κινηθείσα πίσω από το προαναφερθέν Λεωφορείο, την ώρα που ήταν σταθμευμένο για την αποβίβαση και την επιβίβαση επιβατών και, αφού διήλθε σχεδόν σε επαφή, μπροστά από το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς να λάβει υπόψη της ότι, λόγω του ύψους και του όγκου του οχήματος, αλλά και του ύψους της ιδίας, που δεν ξεπερνούσε το 1,55 μ., ο οδηγός του δεν μπορούσε να αντιληφθεί την κίνησή της.
Έτσι ευρισκόμενη σε «νεκρή γωνία» του οπτικού πεδίου του οδηγού και συγκεκριμένα πλησίον της εμπρόσθιας επιφάνειας αυτού, απ όπου πέρασε, και της εμπρόσθιας αριστερής γωνίας αυτού, όπου είχε ακινητοποιηθεί επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού, προτιθέμενη να συνεχίσει την πορεία της προς το απέναντι πεζοδρόμιο, διασχίζοντας κάθετα και το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού προς τα Άνω Λιόσια, όταν η κίνηση των οχημάτων επί του ρεύματος αυτού της οδού της επέτρεπαν την πορεία αυτή, δεν έγινε αντιληπτή από τον ως άνω οδηγό.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, κατά την χρονική αυτή στιγμή, η κίνηση των οχημάτων ήταν ηυξημένη και καθιστούσε αδύνατη την συνέχιση της πορείας της πεζής προς το απέναντι πεζοδρόμιο. Αδύνατη, συνακόλουθα, ήταν και η κατάληψη μέρους του οδοστρώματος του προοριζομένου για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα από το όχημα του πρώτου εναγομένου, που θα καθιστούσε εφικτή την προσπέραση του έμπροσθεν αυτού σταθμευμένου Λεωφορείου.
Μόλις ο πρώτος εναγόμενος έθεσε σε κίνηση το όχημά του, αντιλήφθηκε πρόβλημα στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό και αμέσως το ακινητοποίησε δεδομένου ότι είχε ελάχιστη ταχύτητα, έχοντας διανύσει περίπου 4,80 μέτρα από το σημείο της εκκίνησης του και, ανοίγοντας την αριστερή πόρτα, διαπίστωσε ότι στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματος του είχε εγκλωβιστεί πεζή, που, όπως διαπιστώθηκε, μετά το ατύχημα, ήταν η Ελ.
Κ. . Με τις οδηγίες μέλους του πληρώματος ενός ασθενοφόρου, που τυχαία βρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος, ο πρώτος εναγόμενος μετακίνησε με την όπισθεν το όχημα που οδηγούσε και απεγκλώβισαν την πεζή, η οποία μεταφέρθηκε άμεσα με το ασθενοφόρο στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας «ΘΡΙΑΣΙΟ», όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος αυτής, με αιτία θανάτου βαριές κακώσεις θώρακος και κοιλίας.
Στο σημείο του ατυχήματος η οδός Φυλής είναι διπλής κατεύθυνσης, το πλάτος του οδοστρώματος είναι 14,20 μέτρων, ήτοι 6,90 μέτρων του ρεύματος προς Ίλιον και 7,30 μέτρων προς Ανω Λιόσια και το πλάτος του πεζοδρομίου του ρεύματος προς Ίλιον 1,20 μέτρων, ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού χωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή. Στο ίδιο σημείο η οδός είναι ευθεία, οριζόντια και ασφαλτοστρωμένη και, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ημέρα, η οδός ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και των πεζών κανονική, η ορατότητα ήταν καλή, μη περιοριζόμενη και επικρατούσε αραιή συννεφιά με αραιές ψιχάλες. Επί της οδού Φυλής και σε απόσταση είκοσι πέντε (25) μέτρων από το σημείο του ατυχήματος υπήρχαν διαβάσεις πεζών, οριζόμενες με διαγράμμιση αποχρωματισμένη, σηματοδοτούμενη με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι λειτουργούσαν κανονικά, κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Στον οικοδομικό αριθμό 173 η θανάσιμα τραυματισθείσα Ελ. χήρα Ν. Κ. διατηρούσε, από πολλών ετών, ιδιόκτητο κατάστημα πωλήσεως ψιλικών ειδών και διέμενε, από πολλών ετών, σε παρακείμενο διαμέρισμα. Κατά τον αμέσως προ του ενδίκου ατυχήματος χρόνο η θανάσιμα τραυματισθείσα βρισκόταν στο ως άνω κατάστημα μαζί με την άλλη θυγατέρα της Κ.
Κ. και τον συμπέθερό της Λ. Σ., όταν δήλωσε σ’ αυτούς ότι θα μετέβαινε στο κρεοπωλείο, που βρισκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού και αποχώρησε. Ένα με δύο λεπτά αργότερα η ως άνω θυγατέρα της Ελ. Κ. και ο συμπέθερός της αντελήφθησαν το ένδικο ατύχημα, διότι είχε μαζευτεί κόσμος και είδαν το σώμα της θανάσιμα τραυματισθείσης σφηνωμένο κάτω από τον εμπρόσθιο αριστερό, τροχό του οχήματος του πρώτου εναγομένου.
Οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή, ισχυρίστηκαν ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, κατά την οδήγηση του προαναφερθέντος οχήματος και πιο συγκεκριμένα ότι είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και ότι πλησιάζοντας στο σταθμευμένο λεωφορείο, δεν ανέκοψε την ταχύτητά του, αλλά επιχείρησε να το προσπεράσει, αυξάνοντας την ήδη υπερβολική ταχύτητα, δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού.
Η κατάθεση του ανωμοτί εξετασθέντος τετάρτου ενάγοντος είναι γενικόλογη και ασαφής, δεδομένου ότι δεν ήταν αυτόπτης και συνακόλουθα δεν είχε ιδίαν αντίληψη περί των συνθηκών του ατυχήματος και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που οι ενάγοντες νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν δεν συνάγεται απόδειξη ικανή για την θεμελίωση δικανικής πεποίθησης περί του ότι το ένδικο ατύχημα και συνακόλουθα ο θανάσιμος τραυματισμός της Ελ.
Κ. οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, δεδομένου ότι αποκρούονται από τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αφού ο πρώτος εναγόμενος, όπως προαναφέρθηκε, είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, και έθεσε σε κίνηση το όχημα που οδηγούσε αφού βεβαιώθηκε ότι κανένας από τους αποβιβασθέντες από το λεωφορείο επιβάτες δεν είχε κατέλθει στο οδόστρωμα, ενώ μόλις αντελήφθη την ύπαρξη του προβλήματος στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του, προέβη άμεσα στην ακινητοποίηση του οχήματος που οδηγούσε, οσηνδήποτε δε επιμέλεια και να κατέβαλε δεν θα μπορούσε να προβλέψει την αμελή ως άνω συμπεριφορά της θανάσιμα τραυματισθείσης να επιχειρήσει να διασχίσει κάθετα οδόστρωμα της οδού Φυλής, εκτός διαβάσεως πεζών, και σε τόσο μικρή απόσταση από το ως άνω φορτηγό, από σημείο που δεν ήταν ορατή από τον οδηγό αυτού – πρώτο εναγόμενο.
Άλλωστε και η άλλη θυγατέρα της θανάσιμα τραυματισθείσης Κ. Κ., που δεν έχει ασκήσει αγωγή, προβάλλοντας αξιώσεις κατά των εναγομένων απορρέουσες από τον θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας της, και βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, κατέθεσε στην από 16.05.2009 προανακριτική της κατάθεση, πληροφορηθείσα από περαστικούς, ότι το «φορτηγό είχε σταματήσει πίσω από το λεωφορείο, το οποίο ήταν και αυτό σταματημένο».
Αντίθετα, υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστική υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος υπήρξε η θανούσα, η οποία δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός πεζός υπό όμοιες περιστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού Φυλής κάθετα, εκτός διαβάσεως πεζών, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν σε μικρή απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, τέτοιες διαβάσεις, και μάλιστα, χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε την δυνατότητα να προβεί με ασφάλεια στην ενέργεια αυτή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 παρ. 4 του ν. 2696/1999 και 330 ΑΚ. Βέβαια σε βάρος του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος Ν. Κ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια και καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 6174/2014 απόφαση του, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, που εκκρεμεί, ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι οι αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων δεν δημιουργούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (ΑΠ 580/2001 ΝΟΜΟΣ), ούτε δεσμεύουν τα Δικαστήρια αυτά.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανάσιμα τραυματισθείσας Ελ. Κ., μητέρας της πρώτης, γιαγιάς της δεύτερης και της τρίτης και πεθεράς του τετάρτου των εναγόντων στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που είχαν προβάλει, παραδεκτά, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους|».
[ΙV] Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, (α) απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 24.06.2013 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τις αναιρεσείουσες αρχικώς ενάγοντος Σ. Λ. και (β) δέχτηκε κατ’ ουσίαν τις από 20.07.2012 και 25.06.2012 εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε τη 1998/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την από 04.04.2011 αγωγή των αναιρεσειουσών και του Σ. Λ., με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ως άνω ατύχημα της μητέρας, γιαγιάς και πεθεράς τους Ελ. Κ.. Με την κρίση του όμως αυτή, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανατωθείσας, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 330 του ΑΚ που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), στις οποίες θεμελιώνεται, κατά τις σχετικές παραδοχές, η αποκλειστική υπαιτιότητα της θανατωθείσας, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και για το λόγο αυτό στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η θανατωθείσα – πεζή κατήλθε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, για να το διασχίσει κάθετα προς τον άξονά του εκτός των διαβάσεων πεζών, από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ανάμεσα από το ακινητοποιημένο στη στάση αστικό λεωφορείο και το επίσης ακινητοποιημένο πίσω από αυτό φορτηγό, κινούμενη σχεδόν σε επαφή προς το τελευταίο όχημα, ότι διέσχισε ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας του φορτηγού (6,90 μέτρων) και σταμάτησε στη διπλή διαχωριστική γραμμή χωρίς να γίνει αντιληπτή από τον οδηγό του φορτηγού ευρισκόμενη σε "νεκρή γωνία" του οπτικού του πεδίου και ότι παρασύρθηκε από το φορτηγό με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό κατά την εκκίνηση, δεν διευκρινίζει α) σε ποια θέση (σε σχέση με το όλο πλάτος του ρεύματός του) και σε πόση απόσταση πίσω από το αστικό λεωφορείο ακινητοποιήθηκε το φορτηγό, β) ποιο το ύψος της καμπίνας του φορτηγού από το οδόστρωμα και το εύρος της «νεκρής γωνίας» εντός της οποίας η πεζή, δεδομένου και του ύψους της (1,55 μ.
κατά τις παραδοχές), δεν ήταν ορατή από τον οδηγό, γ) πώς βρέθηκε το φορτηγό στη διπλή διαχωριστική γραμμή, όπου στεκόταν η πεζή και δ) γιατί ο οδηγός του φορτηγού, ενώ το όχημά του βρισκόταν σε διακοπή πορείας και η πεζή διέσχισε μπροστά του ολόκληρο το ρεύμα του, δεν μπορούσε να την αντιληφθεί σε κάποιο σημείο της όλης διαδρομής της, από το δεξιό πεζοδρόμιο μέχρι τη διαχωριστική γραμμή, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί εάν η πεζή, κατά την ως άνω πορεία της, ήταν ορατή από τον αναιρεσίβλητο οδηγό και πότε και εάν μπορούσε να αποφευχθεί η παράσυρσή της.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τις αιτιάσεις αυτές.
Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τελευταίου λόγου από τον αριθμό 11 εδ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του, αφού η παραδοχή του οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, την αναίρεση της εφετειακής απόφασης.
[V] Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στις ίδιες (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3879/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ