378/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated378/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 378 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 378/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Η. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεολόγο Ιωσηφίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Δ. Π. του Π., 3)Ι. Τ. του Κ. και 4) Δ. Δ. του Ε., κατοίκων .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κλέαρχο Κανελλόπουλο και Χριστίνα Παναγουλέα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης στους: 1)Ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρία με την επωνυμία "..." και 2)Σωματείου με την επωνυμία "..." (....) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 20/3/2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8679/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1101/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/1/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ισχύοντος από 2.4.2012 κατά το άρθρο 113 αυτού, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, και η οποία αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 μετά την αναδιατύπωση του εν λόγω άρθρου, ισχύοντος από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές - προηγουμένως άρθ. 663 επ. του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 16.1.2018 και με αριθ. κατάθεσης 779/54/6.3.2018 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1101/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο διαφορά μεταξύ των διαδίκων από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως ποδοσφαιριστή, αφορώσα την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ.186893439958 0323 0039/2018 παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. …14/29.8.2018, …63/30.7.2018 και …12/28.8.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Ι., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 16.1.2018 και με αριθ. κατάθεσης 779/54/6.3.2018 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.11.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσίβλητων.
Περαιτέρω, από τις με αριθ. …767/27.8.2018 και …09/19.6.2018 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Σ. Α. και στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ζ. αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.11.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς την παραστάσα κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσεπικληθείσα από τον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων ανώνυμη ποδοσφαιρική εταιρεία με την επωνυμία "..." και προς το προσθέτως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου παρεμβάν υπέρ του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος σωματείο με την επωνυμία "..." (....), κατ' άρθρο 81 παρ.3 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους ο αναιρεσείων κοινοποίησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Εφόσον οι άνω διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με την από 16.1.2018 και με αριθ. κατάθεσης 779/54/6.3.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων (πλην του τέταρτου των εφεσίβλητων και ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου που δικάσθηκε ερήμην) εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1101/3.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 18.12.2014 και με αριθ. κατάθ. 914/12.3.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 8679/3.5.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως απαράδεκτη ως προς όλους τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών, την από 2.2.2012 και με αριθ.
κατάθ. 21824/5.7.2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την εις ολόκληρο επιδίκαση σε αυτόν του συνολικού ποσού των 162.800 ευρώ από την εργασία του ως ποδοσφαιριστή στην ... για τις αγωνιστικές περιόδους των ετών 2009 - 2010 και 2010 - 2011 σε βάρος όλων των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω της ιδιότητας του πρώτου και τρίτου εξ αυτών ως Προέδρων και Διευθυνόντων συμβούλων της ...
και των δεύτερου και τέταρτου εξ αυτών ως Αντιπροέδρων και εν τοις πράγμασι ασκούντων καθήκοντα διαχειριστή της ... κατά τους στην αγωγή αναγραφόμενους χρόνους. Στη συνέχεια έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη η άνω αγωγή, ως προς τον τρίτο των εναγομένων και επιδικάσθηκε σε βάρος του τελευταίου το ποσό των 486,20 ευρώ για διαφορές αποδοχών της περιόδου από 3 έως 22.6.2010, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς το διάδικο αυτό και ως κατ' ουσία αβάσιμη στο σύνολό της ως προς τον πρώτο των εναγομένων.
Με την ίδια απόφαση, αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ως προς τους δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, ότι αυτοί δεν νομιμοποιούνταν παθητικά στην έγερση της ένδικης αγωγής και ότι, συνακόλουθα συνέτρεχε, κατ' άρθ. 534 του ΚΠολΔ, λόγος αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατ' αποτέλεσμα είχε κρίνει ορθά, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης, παρά ταύτα στο διατακτικό του δεν απέρριψε την έφεση ως προς τους εν λόγω διαδίκους, αλλά εξαφάνισε και ως προς αυτούς την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια απέρριψε (εκ νέου) την αγωγή.
Επίσης με την ίδια απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πέμπτης εφεσίβλητης ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρείας με την επωνυμία "..." [ήδη πρώτης των προς τους οποίους η κοινοποίηση της αναίρεσης], την οποία είχε προσεπικαλέσει και ενώσει σε βάρος της παρεμπίπτουσα αγωγή ο πρώτος των εναγομένων - προσεπικαλών και η οποία είχε μετάσχει της πρωτοβάθμιας δίκης, αρνηθείσα τη βασιμότητα της κατ' αυτής προσεπίκλησης και της ενουμένης σε βάρος της αγωγής αποζημίωσης, χωρίς ν' ασκήσει παρέμβαση.
Κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση είχε το πρώτον παρέμβει προσθέτως υπέρ του εκκαλούντος - ενάγοντος με αυτοτελές δικόγραφο το δεύτερο των προς τους οποίους η κοινοποίηση της αναίρεσης σωματείο με την επωνυμία "..." (...). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο που δεν αμφισβητούνται δεν έχει λάβει χώρα επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης o δε 4ος των εφεσιβλήτων και ήδη 4ος των αναιρεσιβλήτων δεν έχει έννομο συμφέρον σε άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης απόφασης λόγω απόρριψης της εναντίον του αγωγής (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 3479/2006 "Ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία αθλητικών επαγγελματικών ενώσεων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 152) προστέθηκε διάταξη με αριθμό 118 Α στο Ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 121) υπό τον παράτιτλο "Ευθύνη διοικούντων αθλητικά νομικά πρόσωπα".
Με τις παρ. 1 - 3 αυτής ρυθμίσθηκαν τα της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των διευθυντών, διαχειριστών, διευθυνόντων συμβούλων και εκκαθαριστών των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.) ή των τμημάτων αμειβομένων αθλητών (Τ.Α.Α.) για την πληρωμή φόρων που οφείλονται από τα άνω αθλητικά νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση διάλυσης ή συγχώνευσης ή διαχωρισμού τους σε νέα νομικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης των φόρων (παρ. 1), τα της εις ολόκληρο ευθύνης των νέων νομικών προσώπων για την πληρωμή των οφειλομένων φόρων του διαλυομένου ή διαχωριζόμενου νομικού προσώπου, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης αυτών (παρ. 2) και τα της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των προσώπων της παρ. 1 για τους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εκπροσωπουμένου από αυτούς νομικού προσώπου.
Με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του ανωτέρω άρθρου ορίσθηκαν περαιτέρω τ' ακόλουθα: "Οι Πρόεδροι των ΔΣ, διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των .... ή σωματείων που συμμετέχουν σε επαγγελματικά πρωταθλήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο για τα χρέη που αυτό δημιουργεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους (παρ. 4).
Κατά των μελών των προσωρινών διοικήσεων των .... ή σωματείων που διορίζονται από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, κατόπιν σχετικής αίτησης του οικείου αθλητικού σωματείου ή μέλους αυτού δεν μπορούν να ληφθούν τα δυσμενή μέτρα που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α) όπως αυτές ισχύουν, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που ορίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου των Α.Α.Ε.
που γεννήθηκαν από πράξεις προηγουμένων διοικήσεων, έστω και αν αυτά βεβαιώθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της θητείας της προσωρινής διοίκησης. Τυχόν δυσμενή μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος των ως άνω προσώπων έως τη δημοσίευση του παρόντος αίρονται αυτοδικαίως. Πρόεδροι ΔΣ, διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι των προσωρινών διοικήσεων ευθύνονται με την ατομική τους περιουσία μόνο για τα χρέη και τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους".
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ως άνω διάταξης "με το άρθρο αυτό επεκτείνονται και στα πρόσωπα που διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις των αθλητικών οργανώσεων η συνευθύνη των αντιστοίχων προσώπων των εμπορικών ανωνύμων εταιρειών και συνεταιρισμών για την πληρωμή των φόρων προς το Δημόσιο ή χρεών προς τρίτους.
Η παραπάνω ευθύνη δεν αφορά μέλη προσωρινών διοικήσεων που ορίσθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, παρά μόνο για τα χρέη που οι ίδιοι δημιούργησαν". Με τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες δεν αντιβαίνουν προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.1 και 3, 25 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνεται το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, όπου περιλαμβάνεται το δικαίωμα ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας με την ίδρυση και λειτουργία εμπορικών εταιρειών, όπως είναι οι ανώνυμες αθλητικές εταιρείες, καθιερώνεται προσωπική ευθύνη των ως άνω προσώπων που φέρουν την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι υποχρεωτικά κατά το άρθρο 108 παρ. 2 και 4 του Ν. 2725/1999 η ...
που μετέχει σε επαγγελματικό πρωτάθλημα, για χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας των, πέραν της ευθύνης του νομικού προσώπου, ώστε να δημιουργείται μεταξύ του νομικού προσώπου και των ως άνω μελών της διοίκησης αυτού παθητική εις ολόκληρο ενοχή (άρθ. 480 του ΑΚ). Όπως δε προκύπτει από τη διατύπωση των παρ. 4 και 5 εδ.
τελ. της άνω διάταξης, η ευθύνη αυτή δεν περιορίζεται σε φορολογικές υποχρεώσεις των εν λόγω νομικών προσώπων, αλλά εκτείνεται και σε άλλα χρέη έναντι τρίτων που το νομικό πρόσωπο δημιούργησε κατά τη διάρκεια της θητείας τους ή, προκειμένου ειδικότερα περί Πρόεδρων ΔΣ, διευθυντών, διαχειριστών και διευθυνόντων σύμβουλων, ως μελών διορισθείσας προσωρινής διοίκησης κατ' άρθ. 69 του ΑΚ, αυτή (ευθύνη) εκτείνεται και σε άλλα χρέη που οι ίδιοι, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, δημιούργησαν στο νομικό πρόσωπο (σχετ.
ΑΠ 1378/2015). Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999 συνιστά περίπτωση νομοθετικής (ex lege) άρσης της αρχής της αυτοτέλειας των ως άνω νομικών προσώπων και ειδικότερα της αθλητικής ανώνυμης εταιρείας και της συνακόλουθης προς την αρχή αυτή διάκρισης της περιουσίας αυτών από την περιουσία των μελών τους ή των προσώπων που τα διοικούν, η οποία καθιερώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 70 του ΑΚ και 1 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3604/2007, και κατά συνέπεια θεσπίζει εξαιρετικό δίκαιο.
Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά με συνέπεια να καταλαμβάνει στο ρυθμιστικό της πεδίο μόνο τα ρητώς διαλαμβανόμενα σε αυτή πρόσωπα και αφορά μόνο τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχει ανάλογης εφαρμογής και σε πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τα προαναφερθέντα καθήκοντα, χωρίς όμως να φέρουν κάποια εκ των ιδιοτήτων που απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις (με την επιφύλαξη της συνδρομής περίπτωσης ορισμού παρένθετου προσώπου - αχυράνθρωπου, έχοντος τυπικά μία εκ των άνω ιδιοτήτων), ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής επί χρεών που δεν δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας αυτών, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης αθλητικής εταιρείας και συνακόλουθα μετά τη λήξη της νόμιμης θητείας τους.
Επομένως, προκειμένου περί μελών προσωρινής διοίκησης αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, η προσωπική ευθύνη αυτών γεννάται, κατά την παρ. 5 εδ. τελ. του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006, εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να πρόκειται για μέλη προσωρινών διοικήσεων αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, διορισθέντων με βάση το άρθρο 69 του ΑΚ, β) τα μέλη αυτά να έχουν την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ., διευθυντή, διαχειριστή και διευθύνοντα συμβούλου και γ) τα χρέη να δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, γεγονός που προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμης θητείας των εν λόγω προσώπων.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρων 763 και 786 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εξουσίες της προσωρινής διοίκησης, που ορίζεται με δικαστική απόφαση, βάσει της πρώτης από τις εν λόγω διατάξεις, είναι χρονικά περιορισμένες και κατά συνέπεια, εάν η προσωρινή διοίκηση διορίσθηκε με την απόφαση του δικαστηρίου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η παρέλευση του χρόνου διαρκείας της επιφέρει την αυτοδίκαιη λήξη της θητείας της, έστω και εάν δεν επιτελέσθηκε το έργο για το οποίο διορίσθηκε (σχετ.
ΟλΑΠ 5/2004, κατά την οποία μετά τη λήξη της θητείας μέλους Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας, η προς αυτό επίδοση δεν παράγει τα έννομα αυτής αποτελέσματα). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." με έδρα τη …, το έτος 2009 αγωνιζόταν στο πρωτάθλημα της …..Εθνικής Κατηγορίας (super league) ποδοσφαίρου.
Με την με αριθ. 21.767/26.5.2008 αίτηση του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, που είχε ορισθεί με την υπ' αριθ. 44.108/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητήθηκε ο διορισμός νέου διοικητικού συμβουλίου, η αίτηση δε αυτή εκδικάσθηκε την 27.6.2008 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27.457/2008 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία διορίσθηκε νέο προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από τον Αντώνιο Π.
του Α. (πρώτο εναγόμενο), Ν. Χ. του Κ., Δ. Π. του Π. (δεύτερο εναγόμενο), Γ. Α. του Σ., Α. Α. του Γ., Β. Β. του Δ. και Α. Τ. του Α., προκειμένου, αφού με επιμέλεια τους συγκροτηθούν σε σώμα και ορίσουν τους ρόλους τους στο Δ.Σ., να προβούν στη σύγκλιση γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου και να επιμεληθούν, στο ως άνω χρονικό διάστημα, μέχρι την εκλογή του Δ.Σ., των υποθέσεων της εταιρείας.
Με το από 12/8/2008 πρακτικό της διορισθείσας προσωρινής Διοίκησης, τα ως άνω μέλη συγκροτήθηκαν σε σώμα και ο πρώτος εναγόμενος ορίσθηκε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο δεύτερος ως Αντιπρόεδρος. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η ως άνω ... θα εκπροσωπείται και θα δεσμεύεται με μόνη την υπογραφή του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου ή του Αντιπροέδρου του Δ.Σ., που θα ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο από 12/8/2018 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου (βλ.
το προσκομιζόμενο με επίκληση αριθ. 11231/1.10.2008 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξουσίες της προσωρινής διοίκησης, που ορίζεται κατά το άρθρο 69 ΑΚ είναι χρονικά περιορισμένες και επομένως, εάν η προσωρινή διοίκηση διορίσθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα, το λειτούργημά της και συνακόλουθα και η ιδιότητα των μελών της λήγουν αυτοδίκαια με την πάροδο του χρόνου αυτού, έστω και αν δεν έπαψε να υπάρχει ο λόγος που προκάλεσε τον διορισμό τους (βλ.
ΑΠ 255/1958 ΕΕΝ 26,561,... Μ. Μαρίνος ΕλλΔνη 2003,636, Σ. Μούζουλας σε δίκαιο ανώνυμης εταιρείας, έκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2000, τομ 3 σελ. 59, αντίθετος Μπέης ΚΠολΔ άρθ. 786 σελ 568, βλ και ΟλΑΠ 5/2004... ). Πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την ως άνω απόφαση ο διορισμός των προαναφερθέντων έγινε για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, δεδομένου δε ότι δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους κάποιο άλλο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται νέος διορισμός και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, μετά [δε] την πάροδο του διαστήματος αυτού έληξε η θητεία της ως άνω προσωρινής διοίκησης και συνακόλουθα και η ιδιότητα των ως άνω προσώπων.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 11.8.2008 και επομένως η λήξη επήλθε στις 12.2.2009 και έκτοτε τα πρόσωπα αυτά απώλεσαν την ως άνω ιδιότητα και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη νόμιμης θητείας τους. Στις 5.8.2009 η ως άνω εταιρεία εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της, κατήρτισε με τον ενάγοντα, επαγγελματία ποδοσφαιριστή, σύμβαση παροχής υπηρεσιών επαγγελματία ποδοσφαιριστή (εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου), δυνάμει της οποίας ανέλαβε αυτός (ενάγων) την υποχρέωση να προσφέρει τις ποδοσφαιρικές του υπηρεσίες στην ανωτέρω ...
μέχρι την 30.6.2011, ώστε ν' αγωνισθεί στη διάρκεια δύο αγωνιστικών περιόδων, ήτοι 2009 - 2010 και 2010 - 2011. Η σύμβαση αυτή επικυρώθηκε νόμιμα από την αρμόδια αρχή διοργάνωσης του Ελληνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, ήτοι τον συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΣΟΥΠΕΡ ΛΙΓΚ ΕΠΕ στις 10.8.2009. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων αγωνίσθηκε στους αγώνες που λάμβανε μέρος η ως άνω ..., η οποία αποδεχόταν χωρίς αντίρρηση την προσφορά της εργασίας του, εγκρίνοντας με αυτόν τον τρόπο την ανωτέρω σύμβαση που υπογράφηκε από πρόσωπο που δεν την εκπροσωπούσε, αφού η θητεία του είχε λήξει στις 12.2.2009.
Με την προαναφερόμενη σύμβαση (η οποία τιτλοφορείται ως 'Συμβόλαιο επαγγελματία ποδοσφαιριστή') ρητά συμφωνήθηκε (όρος 4.1) ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ως άνω ενάγοντος, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι κατώτερες από τις ισχύουσες με βάση την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη, θα ανέρχονταν στο ποσό των 826 ευρώ το μήνα μικτά, το οποίο θα καταβαλλόταν σε αυτόν από την ...
το αργότερο μέχρι το τέλος του κάθε μήνα μέχρι τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της σύμβασης. Οι καθαρές αποδοχές του, αφαιρουμένων του φόρου και των ασφαλιστικών κρατήσεων, ανέρχονταν στο ποσό των 715 ευρώ και η ως άνω ... όφειλε να του καταβάλει τα ποσά των (23 μήνες Χ 715 ευρώ=) 16.445 ευρώ για μισθούς + 1430 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων 2009 και 2010 + 715 ευρώ για δώρα Πάσχα 2010 και 2011 + 715 ευρώ για επιδόματα αδείας 2010 και 2011 = 19.305 ευρώ.
Με βάση τον όρο 4.4 της σύμβασης, συμφωνήθηκε επί πλέον, η καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 200.000 ευρώ καθαρά, που αποτελούσαν τακτικές αποδοχές του (και όχι έκτακτες αποδοχές, όπως πριμ μετεγγραφής ή συμμετοχής σε αγώνες ή κατάκτησης θέσης) και αναφέρεται στη σύμβαση ως "δόσεις", καταβλητέου (του ως άνω ποσού) σε οκτώ δόσεις.
Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ότι η καταβολή στον ενάγοντα θα γινόταν ως ακολούθως: η 1η δόση: 20.000 ευρώ στις 30/10/2009, η 2η δόση: 30.000 ευρώ στις 31/1/2010, η 3η δόση: 30.000 ευρώ στις 30/4/2010, η 4η δόση: 20.000 ευρώ στις 31/7/2010, η 5η δόση: 25.000 ευρώ στις 31/10/2010, η 6η δόση: 25.000 ευρώ στις 31/1/2011, η 7η δόση: 25.000 ευρώ στις 31/3/2011 και τέλος η 8η δόση: 25.000 ευρώ στις 30/6/2011.
Εντωμεταξύ λόγω της λήξης της θητείας του ως άνω προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, με την από 3.5.2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την κατάθεση της με αριθ. κατ. 18.851/2010 αίτησης, διορίσθηκαν μέλη της προσωρινής διοίκησης της ως άνω ... οι Δ. Δ. [τέταρτος εναγόμενος], Α.
Κ., Θ. Π., Ε. Μ. και Ι. Τ. [τρίτος εναγόμενος], προκειμένου να διαχειρισθούν και διεκπεραιώνουν τα τρέχοντα και επείγοντα της ... ..., ενώ με το από 7.5.2010 πρακτικό της διορισθείσας προσωρινής διοίκησης, τα μέλη της προσωρινής διοίκησης συγκροτήθηκαν σε σώμα και ο τρίτος εναγόμενος [ενν. Ι. Τ.] ορίσθηκε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο τέταρτος [ενν.
Δ. Δ.] ως Αντιπρόεδρος (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση αριθ. 3996/3.6.2010 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Η θητεία της ως άνω διοίκησης ορίσθηκε μέχρι την εκδίκαση της ως άνω αίτησης στις 22.6.2010, έκτοτε δε οι διάδικοι (ούτε και ο ενάγων) δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είτε παρατάθηκε η ως άνω διοίκηση, είτε ορίσθηκε με δικαστική απόφαση η αυτή διοίκηση, οπότε με την παρέλευση της 22.6.2010 έληξε η διάρκεια της θητείας της ως άνω προσωρινής διοίκησης και έκτοτε τα ως άνω πρόσωπα απώλεσαν την ως άνω ιδιότητα και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη νόμιμης θητείας τους.
Συνακόλουθα, αφού μετά τις 12.2.2009 και 22.6.2010 δεν υφίσταται στους εναγομένους η ιδιότητα που απαιτεί το άρθρο 118 Α παρ. 5 του ν. 2527/1999, ήτοι του μέλους Προέδρου Δ.Σ., διευθυντή, διαχειριστή, διευθύνοντα συμβούλου διοικητικού συμβουλίου που ορίσθηκε με το άρθρο 69 ΑΚ, ούτε διάρκεια θητείας των ως άνω προσώπων σε κάποιο υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο, δεν νοείται και ατομική τους ευθύνη με την περιουσία τους για την ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος μετά τα παραπάνω διαστήματα, οι οποίες πλέον μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο [από] την οφειλέτρια ... ...
από το προϊόν της διαδικασίας της εκκαθάρισης, ενόψει του ότι ο ενάγων άσκησε την από 28.6.2011 προσφυγή ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών της ΕΠΟ, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση, λυθείσας έτσι ταύτης από υπαιτιότητα της ως άνω ..., και ζήτησε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, ενώ επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 600/2011 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών της ΕΠΟ, που κατέστη ήδη τελεσίδικη και του επιδίκασε το ποσό των 10.010 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και 81.500 ευρώ για δόσεις του συμβολαίου, δεχομένη η απόφαση τούτη ότι παραγράφηκαν οι αξιώσεις του ενάγοντος για τους μισθούς ως τις 30.6.2010, καθώς και οι τρεις πρώτες συμφωνηθείσες δόσεις έως αυτή της 30.4.2010.
Συνακόλουθα δεν υφίσταται καθόλου ευθύνη του πρώτου ενάγοντος, ενώ παραμένει ευθύνη του δευτέρου [ενν. του τρίτου] εναγομένου μόνο για το διάστημα της θητείας του, ως προσωρινού διοικητικού συμβουλίου από 3.6.2010 έως 22.6.2010 που είχε την προαναφερόμενη ιδιότητα και μόνο για τους δεδουλευμένους μισθούς που γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητοί στο διάστημα αυτό και δη για το ποσό των 486,2 (17/25 Χ 715) ευρώ".
Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε προηγουμένως σκέψη ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 118 Α παρ. 5 του Ν. 2527/1999 εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο, κατ' απόκλιση του κανόνα της ευθύνης μόνο των νομικών προσώπων για τα χρέη τους προς τρίτους, και ως εκ τούτου πρέπει να ερμηνεύονται στενά, με συνέπεια το πεδίο εφαρμογής τους να καταλαμβάνει μόνο τα ρητά αναφερόμενα πρόσωπα και μόνο τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους και όχι κατ' αναλογία και άλλα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τα προαναφερθέντα καθήκοντα, δεν φέρουν όμως τις ιδιότητες που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
Βάσει της μείζονος αυτής σκέψης, δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τους δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων - εφεσίβλητων και ήδη δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσίβλητων, ότι η ένδικη από 7.2.2012 αγωγή, με την οποία διώκετο η σε βάρος (και) των ως άνω διαδίκων εις ολόκληρο επιδίκαση στον ενάγοντα του αιτουμένου ποσού από 162.800 ευρώ, για το λόγο ότι ο δεύτερος εξ αυτών Δήμου ….
κατά την περίοδο από 5.8.2009 (ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ποδοσφαιριστή μεταξύ του ενάγοντος και της ... ...) έως 2.5.2010, έφερε την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ της ... ..., ασκώντας παραλλήλως εν τοις πράγμασι καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου με δικαίωμα υπογραφής για λογαριασμό της ..., το οποίο μάλιστα άσκησε υπογράφοντας την ως άνω από 5.8.2009 σύμβαση για λογαριασμό της ..., και ότι ο τέταρτος εξ αυτών Δ.
Δ., κατά την περίοδο από 3.5.2010 έως 21.6.2011, έφερε επίσης την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ της ... ... και ασκούσε παραλλήλως εν τοις πράγμασι καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου, έχοντας δικαίωμα υπογραφής για λογαριασμό της ..., δεν στρεφόταν παραδεκτά κατά των άνω δεύτερου και τέταρτου των εναγομένων.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα αγωγή "...δεν στρέφεται παραδεκτά κατά του δευτέρου και τέταρτου των εναγομένων, που κατά τα ιστορούμενα, η κατ' αυτών νομιμοποίηση στηρίζεται στην ιδιότητά τους ως Αντιπροέδρων και εν τοις πράγμασι ασκούντων καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου, χωρίς μάλιστα ειδικότερη αναφορά των εν λόγω καθηκόντων, αφού μόνη η αναφερόμενη δυνατότητα των εν λόγω προσώπων να υπογράφουν είτε κατά πληρεξουσιοδότηση των Προέδρων και Διευθυνόντων Συμβούλων, είτε κατά σχετική ρήτρα του διορισμού τους, δεσμεύοντας την ..., δεν συνιστά άσκηση τέτοιων καθηκόντων, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προηγούμενης μείζονος σκέψης, η διάταξη του άρθρου 118 Α παράγραφος 5 εισάγει εξαιρετικό δίκαιο, κατ' απόκλιση του κανόνα της ευθύνης μόνο των νομικών προσώπων για τα χρέη τους προς τρίτους, και γι' αυτό ερμηνεύεται στενά και καταλαμβάνει μόνο τα ρητά αναφερόμενα πρόσωπα, στα οποία δεν υπάγονται οι εναγόμενοι αυτοί, που έχουν μόνο την ιδιότητα του Αντιπροέδρου κατά το σχετικό διορισμό τους, στερούμενου επιρροής του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι τα προαναφερθέντα πρόσωπα, διοικώντας την ως άνω ...
επιχείρησαν να μεταβιβάσουν σε τρίτο τη διοίκηση, προκειμένου να αποφύγουν την προσωπική τους ευθύνη, εγκαταλείποντας τα χρέη στην επόμενη διοίκηση (χωρίς μάλιστα να διευκρινίζουν, όσον αφορά τον τρίτο και τέταρτο των εναγομένων ποίος ήταν ο τρίτος αυτών). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως προς τους εναγομένους αυτούς, με άλλες όμως αιτιολογίες, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, πλην όμως με λανθασμένες αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής.
Συνεπώς, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός αντίθετος λόγος της έφεσης ως αβάσιμος". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή της από 18.12.2014 και με αριθ. 914/12.3.2005 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε ως προς όλους τους εναγομένους - τέσσερις πρώτους των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητους την με αριθ. 8679/3.5.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει την από 2.2.2012 και με αριθ.
κατάθ. 21824/5.7.2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη ως προς όλους τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών [με το σκεπτικό ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006 αφορούσαν ευθύνη των ως άνω προσώπων μόνο από φορολογικές υποχρεώσεις των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών και όχι από λοιπά χρέη αυτών έναντι ιδιωτών, όπου εξακολουθεί να εφαρμόζεται η από το άρθρο 70 του ΑΚ βασική αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου], α) δέχθηκε κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη η άνω αγωγή, ως προς τον τρίτο των εναγομένων [ήδη τρίτο των αναιρεσίβλητων] και επιδίκασε σε βάρος αυτού το ποσό των 486,20 ευρώ για διαφορές αποδοχών της περιόδου από 3 έως 22.6.2010, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς το διάδικο αυτό και β) απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων [ήδη πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσίβλητων].
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις παραπλήσιου περιεχομένου διατάξεις των παρ. 4 και 5 εδ. τελ. του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και από τις οποίες ορθά εφήρμοσε την ειδικότερη διάταξη της παρ. 5 εδ. τελ.
και αρνήθηκε να εφαρμόσει εκείνη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, καθότι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επρόκειτο περί μελών διοικητικού συμβουλίου Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας (...) που διορίσθηκε προσωρινά κατ' άρθρο 69 του ΚΠολΔ με δικαστική απόφαση και όχι περί μελών τακτικής διοίκησης της ...
κατά τις διατάξεις του καταστατικού της, ούτως ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999 (περίπτωση επί της οποίας έκρινε η ΑΠ 1378/2015). Εξ άλλου η ευθύνη των αναγραφομένων στη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999 μελών της προσωρινής διοίκησης αθλητικής ανώνυμης εταιρείας προϋποθέτει κατά νόμο να μην έχει λήξει η ορισθείσα με τη δικαστική απόφαση θητεία αυτής, ανεξαρτήτως της επίτευξης ή μη του σκοπού για τον οποίο έγινε ο διορισμός της προσωρινής διοίκησης, είναι δε αδιάφορο για την κατά τα άνω ευθύνη τους εάν εξακολούθησε de facto η διαχείριση των υποθέσεων της ...
από το προσωρινώς ορισθέν διοικητικό συμβούλιο και μετά τη λήξη της θητείας του. Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ανωτέρω ευθύνη των ως άνω προσώπων εκτείνεται και μετά τη πάροδο στις 12.2.2009 του ορισθέντος με τη δικαστική απόφαση χρόνου θητείας της προσωρινής διοίκησης, εφόσον αυτή εξακολούθησε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της ..., εκπροσωπώντας αυτήν έναντι τρίτων και καταρτίζοντας μάλιστα με τον αναιρεσείοντα την από 5.8.2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ποδοσφαιριστή, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τις ρυθμίσεις των άρθρων 7 Α παρ. 1 στοιχ. γ και 7 Β παρ. 1 παρ. α και β, 13 και 15 του κ.ν. 2190/1920, που προστέθηκαν αρχικά με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 409/1986 σε εφαρμογή σχετικών Κοινοτικών Οδηγιών και στη συνέχεια τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 8 και 9 του Ν. 3604/2007, αναφορικά με την προστασία των τρίτων από τις παραλείψεις δημοσιότητας, στις οποίες (παραλείψεις) προέβησαν οι ούτω ορισθείσες προσωρινές διοικήσεις της ... ..., πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν την ευθύνη της ανώνυμης εταιρείας έναντι τρίτων (μεταξύ άλλων) και για ενεργηθείσες πράξεις ή παραλείψεις του ΔΣ αυτής σε περίπτωση έλλειψης δημοσιότητας και στη δυνατότητα των τρίτων να επικαλούνται έναντι της ανώνυμης εταιρείας τις ως άνω πράξεις, παρά την έλλειψη δημοσιότητας, και όχι στην προσωπική ευθύνη των ιδίων των μελών του ΔΣ έναντι τρίτων για τις παραλείψεις αυτές.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός κατά το άνω δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, εμμέσως πλην σαφώς, ότι έλαβαν χώρα οι σχετικές δημοσιεύσεις αναφορικά α) με τον ορισμό προσωρινής διοίκησης με την με αριθ. 27457/11.8.2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την συγκρότηση αυτής σε σώμα στις 12.8.2008 με το υπό την αυτή χρονολογία πρακτικό και β) με τον ορισμό προσωρινής διοίκησης με την από 3.5.2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την συγκρότηση αυτής σε σώμα στις 7.5.2010 με το υπό την αυτή χρονολογία πρακτικό, εφόσον ρητώς μνημονεύονται στην απόφαση τα με αριθ. 11.231/1.10.2008 και 3996/3.6.2010 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ (όπου έλαβαν χώρα οι σχετικές δημοσιεύσεις).
Η δε ειδικότερη αιτίαση ότι με την με αριθ. 36.293/2010 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, οι τρίτος και τέταρτος των αναιρεσίβλητων διορίσθηκαν κατ' άρθρο 69 του ΑΚ μέλη της προσωρινής διοίκησης της ... και σε συνέχεια της από 3.5.2010 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως η ως άνω δικαστική απόφαση να δημοσιευθεί στο οικείο ΦΕΚ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων αυτού που κατατέθηκαν στις 13.2.2014 ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι είχε υποβληθεί από αυτόν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας σχετικός ισχυρισμός (άρθ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 62 και 70 του ΑΚ προκύπτει ότι βασικό χαρακτηριστικό των νομικών προσώπων, ως φορέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι η αυτοτέλεια αυτών (νομική και περιουσιακή), η οποία αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση οικονομικών και κοινωνικών αναγκών, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων των μελών αυτών κατά την άσκηση, συνήθως, εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σε αυτή.
Η κατά τα άνω περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται με την ως άνω διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστική και χωριστή από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 (προηγουμένως άρθρο 22 του ΕμπΝ) για την απεριόριστη και εις ολόκληρο ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων για χρέη της ομόρρυθμης εταιρείας, αλλά και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Ειδικότερα η χρησιμοποίηση ανώνυμης εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του, - ειδικά όμως για τα μέλη του νομικού προσώπου που φέρουν παράλληλα την ιδιότητα του οργάνου αυτού, υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη στο εδάφιο β του άρθρου 71 του ΑΚ για την εις ολόκληρο παράλληλη ευθύνη αυτών και κατά συνέπεια δεν συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις γενικές ρήτρες των άρθρων 281, 288 και 200 του ΑΚ προκειμένου ν' αρθεί η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου), ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών, είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Επίσης καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Δεν συνιστά όμως κατάχρηση του θεσμού της ανώνυμης εταιρείας κατά την παραπάνω έννοια, ούτε μόνη η συγκέντρωση των περισσοτέρων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής αυτής που την ελέγχει τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), εφόσον η συγκέντρωση αυτή ρητώς επιτρέπεται από το νόμο (άρθ. 1 παρ.3 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3604/2007), ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της, ούτε η συστηματική απ` αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας ή η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχειρηματικής δραστηριότητας, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης, ούτε η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας από ένα ή περισσότερους επιχειρηματίες για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας, με σκοπό τη λειτουργία της εταιρείας ως μηχανισμού απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού αυτόν ακριβώς το σκοπό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, όπου δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η περιουσιακή αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου (ΟλΑΠ 2/2013). Με βάση τα προαναφερθέντα η συνήθης κατά τα ανωτέρω περίπτωση άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και ειδικά της ανώνυμης εταιρείας αποβλέπει κατ' αρχήν στη συμπεριφορά του βασικού μετόχου της εταιρείας και δεν αφορά τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας που δεν έχουν παραλλήλως την ιδιότητα του βασικού μετόχου, πολλώ δε μάλλον τα μέλη της ορισθείσας κατά το άρθρο 69 του ΑΚ προσωρινής διοίκησης, που δεν έχουν παραλλήλως την ιδιότητα αυτή, πλην εξαιρετικών περιστάσεων της χρησιμοποίησης του νομικού προσώπου της εταιρείας προκειμένου ν' αποφευχθεί η εκπλήρωση ατομικών υποχρεώσεων του μέλους του ως άνω οργάνου από παράλληλη επαγγελματική του δραστηριότητα.
Τελείως διάφορο είναι το ζήτημα της τυχόν αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού κατά το άρθρο 71 εδ. β του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν συνιστά κατάχρηση του θεσμού της ανώνυμης εταιρείας, που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά ή οργανωτικά προβλήματα και συγκεκριμένα της αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, η εκ μέρους φυσικού προσώπου αποδοχή της πρότασης ανάληψης καθηκόντων μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής, για το λόγο ότι η εμπλοκή αυτή θα καθιστούσε περισσότερο δημοφιλή το πρόσωπο αυτό ανάμεσα στις τάξεις των φιλάθλων και θα του προσέφερε μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα και συνακόλουθα κέρδη στην επαγγελματική του ενασχόληση σε άλλον τομέα, η οποία ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της περί αποδοχής βούλησης του φυσικού προσώπου, πολύ δε περισσότερο οσάκις η αποδοχή αυτή αφορά περιορισμένο χρόνο, που ορίζει η δικαστική απόφαση στο πλαίσιο ορισμού προσωρινής διοίκησης της άνω αθλητικής ανώνυμης εταιρείας.
Ούτε βεβαίως συνιστά λόγο άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων εκ μέρους των μελών της ορισθείσας προσωρινής διοίκησης αυτού, με συνέπεια τη διατήρηση ή επίταση της αφερεγγυότητας του νομικού προσώπου και την συνακόλουθη πρόκληση (έμμεσης) ζημίας στον συναλλαγέντα με το νομικό πρόσωπο τρίτο, λόγω της εν λόγω αφερεγγυότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ευθύνης των αναιρεσίβλητων έναντι του αναιρεσείοντος, λόγω συνδρομής περίπτωσης άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας της ... ... κατά τις γενικές διατάξεις, με βάση το ακόλουθο σκεπτικό: "Σημειώνεται ότι ευθύνη των παραπάνω δεν μπορεί να θεμελιωθεί με βάση την αρχή της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας της καλής πίστης (άρθ. 281, 288), δεδομένου ότι ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή του, αλλά ούτε και απέδειξε πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας και δη πράξεις της εταιρείας που να είναι στην πραγματικότητα πράξεις των εναγομένων, ως κυρίαρχων μετόχων και διαχειριστών, με σκοπό να καταστρατηγήσουν το νόμο (λ.χ.
να παρακάμψουν απαγόρευση που τους δεσμεύει ως νομικά πρόσωπα) ή για να προκαλέσουν με δόλο ζημία στον ενάγοντα ή για ν' αποφύγουν με επίκληση τη νομική προσωπικότητα την εκπλήρωση είτε εταιρικών, είτε ατομικών υποχρεώσεών τους και δη σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία τους ως κυρίαρχων μετόχων, συναλλαγές με παρένθετο πρόσωπο, ενώ να είναι αυτοί στην ουσία που συναλλάσσονται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό τους όφελος (ΟλΑΠ 2/2013)".
Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς αποφάνθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας της ... ... κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας της καλής πίστης, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ και της στη συνέχεια αυτής (άρσης) εις ολόκληρο ευθύνης των αναιρεσίβλητων ως μελών της προσωρινής διοίκησης της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, για τα οποία μάλιστα δεν διέλαβε παραδοχή ότι αυτοί έφεραν και την ιδιότητα του βασικού μετόχου της ....
Κατά συνέπεια τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλοντας ως λόγους άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας της ... ... την πρόθεση των αναιρεσίβλητων για μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα αυτών μεταξύ των φιλάθλων και την κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων της ..., στο πλαίσιο της οποίας δημιουργήθηκαν χρέη, όπως και το επίδικο, είναι αβάσιμα.
Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 στοιχ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εάν το πραγματικό γεγονός για το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα το από 5.8.2009 συμβόλαιο επαγγελματία ποδοσφαιριστή - σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του δεύτερου των αναιρεσίβλητων Δήμου …, ως εκπροσωπούντος την ... ..., την με αριθ. 14649/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίο οι πρώτος και τρίτος των αναιρεσίβλητων, υπό την ιδιότητα τους ως Προέδρων του Δ.Σ.
της ... ... καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης τεσσάρων και έξι μηνών αντίστοιχα για τη μη καταβολή των οφειλομένων στον αναιρεσείοντα εργατικών αμοιβών του, την ανώμοτη εξέταση του δεύτερου των αναιρεσίβλητων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου αυτός παραδέχεται ότι μέχρι τον Ιανουάριο του 2010 ουσιαστικά και μέχρι το Μάιο του ιδίου έτους τυπικά ασκούσε τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου της ... (και ο πρώτος αναιρεσίβλητος του Προέδρου της ...), την περί τούτου κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα απόδειξης Σ.
Η. και την ομολογία του τρίτου αναιρεσίβλητου με τις προτάσεις του ότι από τον Ιούνιο του 2010 διατήρησε τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω ..., από τα οποία (αποδεικτικά στοιχεία) αποδεικνυόταν, πέραν κάθε αμφιβολίας, ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι έφεραν τις πιο πάνω ιδιότητες και διαχειρίζονταν, ως μέλη της Διοίκησης, τις υποθέσεις της ... ....
Πέραν της αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη όλων των επί μέρους αποδεικτικών στοιχείων στη σελ. 17 αυτής (καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ανώμοτη εξέταση του δευτέρου εναγομένου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα), από την οποία συνάγεται ότι τ' ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής.
Και τούτο διότι η απόρριψη της αγωγής με την προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στο ότι δεν στοιχειοθετείται ευθύνη των ως άνω μελών της προσωρινής διοίκησης της ... ... υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, για το διάστημα πέραν του εξαμήνου για το οποίο διορίσθηκαν κατ' άρθρο 69 του ΑΚ με την με αριθ. 27.457/11.8.2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πέραν δηλαδή της 12.2.2009 (οι δύο πρώτοι) και πέραν του ορισθέντος χρόνου συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (22.6.2010) οι διορισθέντες με την από 3.5.2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (οι δύο τελευταίοι), για το λόγο ότι είχε λήξει η νόμιμη θητεία αυτών, ανεξαρτήτως δηλαδή του εάν μετά την παρέλευση του χρόνου αυτού οι αναιρεσίβλητοι εξακολουθούσαν de facto να διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ..., που άλλωστε δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέβη.
Συνακόλουθα ο περί τούτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ο εν λόγω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν ιδρύεται όμως ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, εάν το αίτημα που αντιπαρήλθε σιγή το δικαστήριο της ουσίας ήταν δικονομικά απαράδεκτο, νομικά αβάσιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 670/2016, ΑΠ 850/2009).
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια σαφώς προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης είναι εκείνος που υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως επί παροχής εργασίας σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεη προς απόδοση της ωφέλειας στον απασχοληθέντα σε αυτήν μισθωτό με απλή σχέση εργασίας, λόγω ακυρότητας για οιονδήποτε λόγο της μεταξύ αυτής και του μισθωτού σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, ως εργοδότριας του μισθωτού, και όχι τα μέλη των οργάνων αυτής, όπως είναι τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν αποφάνθηκε επί της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής αυτού, καθότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον κρίθηκε ότι ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων δεν εκπροσωπούσε νομίμως την ... ...
λόγω λήξης της νόμιμης θητείας κατά τον χρόνο κατάρτισης της από 5.8.2009 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της ... και του αναιρεσείοντος, η καταρτισθείσα σύμβαση ήταν άκυρη και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να ερευνήσει την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, αφού απέρριψε την κυρία, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, καθότι από την παροχή της εργασίας του αναιρεσείοντος ως ποδοσφαιριστή στην ... ..., δυνάμει άκυρης γι' οιονδήποτε λόγο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, υπόχρεη προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) από την εργασία του αναιρεσείοντος είναι η εργοδότρια αυτού ... ...
και όχι τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου (αναιρεσίβλητοι) και συνακόλουθα η αγωγή κατά την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της ήταν νομικά αβάσιμη.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση ν' ασχοληθεί με αυτή. Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, και κατ' εφαρμογή των άρθρων 61, 65, 67, 68 εδ. τελ., 70, 229 εδ.
α, 238 και 239 παρ. 2 του ΑΚ και 18 παρ.1 και 2 και 22 παρ. 1 και 3 του κ. ν. 2190/1920 όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (5.8.2009) μετά την αντικατάσταση των παρ. 2 του άρθρου 18 και 3 του άρθρου 22 με τα άρθρα 25 παρ.2 και 29 παρ.3 του Ν. 3604/2007, ότι σε εκτέλεση της από 5.8.2009 σύμβασης, ο αναιρεσείων αγωνίσθηκε στους αγώνες που λάμβανε μέρος η ως άνω ..., η οποία αποδεχόταν χωρίς αντίρρηση την προσφορά της εργασίας του, εγκρίνοντας με αυτόν τον τρόπο την ανωτέρω σύμβαση που υπογράφηκε από πρόσωπο που δεν την εκπροσωπούσε, αφού η θητεία του είχε λήξει στις 12.2.2009 [υπό την προφανή έννοια της συνέχισης της αποδοχής της εργασίας του αναιρεσείοντος και μετά τον ορισμό νέας προσωρινής διοίκησης με την από 3.5.2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως νομίμου εκπροσώπου της ...] και κατά συνέπεια δέχθηκε ότι η ανωτέρω σύμβαση είχε αναδρομικά εγκριθεί σιωπηρά (σχετ.
ΑΠ 603/2013, ΑΠ 474/2006, ΑΠ 1659/2005) από το νομίμως ορισθέν Δ.Σ. της ... ... με την εκ μέρους αυτού, ως εκπροσωπούντος την ..., συνέχιση της αποδοχής της εργασίας του αναιρεσείοντος ως ποδοσφαιριστή, με αποτέλεσμα να μην γεννάται κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ζήτημα ακυρότητας της σύμβασης αυτής. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), ενώ ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους που νίκησαν, καθότι αυτοί δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας τους στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την από 16.1.2018 και με αριθ. κατάθ. 779/54/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1101/3.5.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ